Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Ποιοτική εκπαίδευση τώρα

Σχόλιο για το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα, τις μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει, τα νέα προγράμματα σπουδών και οι ανάγκες για το μέλλον των νέων παιδιών

Ο χώρος της εκπαίδευσης είναι ένα απέραντο νεκροταφείο μεταρρυθμίσεων. Μεταρρυθμίσεις μεγάλες και μικρές, γενναίες και δειλές, γενικές και ειδικές κατέληξαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον κουβά της ιστορίας διότι πολλοί δεν τις ήθελαν. Πολιτικά κόμματα, ελίτ και κοινωνία έχουν σοβαρούς λόγους να μη θέλουν την αναβάθμιση της εκπαίδευσης, έστω και αν

διατείνονται υποκριτικά το αντίθετο. 

Αν η Ελλάδα ήθελε να έχει μια ουσιαστική σύγχρονη σχολική εκπαίδευση, θα την είχε. Και χρήματα διαθέτει και υποδομές και εκπαιδευτικούς αλλά και τολμηρούς πολιτικούς που δεν διστάζουν να ρισκάρουν. 

Τι δεν έχει; 

Δεν έχει εθνική συνείδηση για την αξία της μόρφωσης και τον βαρύνοντα ρόλο της στην πρόοδο της χώρας. Και γι’ αυτό το εκπαιδευτικό τοπίο είναι το πιο «μπαρουτοκαπνισμένο» πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Με νικήτριες τις εκάστοτε δυνάμεις της οπισθοδρόμησης.

Η πλειοψηφία της κοινωνίας των πολιτών εδώ και πολλά χρόνια ενδιαφέρονταν για ένα πτυχίο που θα έδινε το διαβατήριο για τον ευρύτερο τουλάχιστον δημόσιο τομέα. Και το πτυχίο αυτό έπρεπε να είναι σχετικά εύκολο. Το αν θα αντιστοιχεί σε πραγματικές γνώσεις δεν την απασχόλησε ποτέ. Οι ελίτ δεν είχαν λόγους να ενδιαφέρονται για ένα καλό δημόσιο σχολείο αφού έκαναν τη δουλειά τους με τα ιδιωτικά και στη συνέχεια με τις σπουδές στο εξωτερικό ως βασικές ή μεταπτυχιακές. Τα πολιτικά κόμματα φρόντιζαν πάντοτε τους ψηφοφόρους τους. 

Με 64.000 μόνιμους εκπαιδευτικούς, 30.000 αναπληρωτές (2020) και 600.000 μαθητές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση κανένα πολιτικό κόμμα δεν έχει λόγους να πάει κόντρα στις διαθέσεις του πόπολου. 

Αυτό οδήγησε το σχολείο να εργάζεται αποκλειστικά για δύο πράγματα. 

Για τους εργαζόμενους σαυτό και για το δικαίωμα των μαθητών του στη λιγότερη προσπάθεια. Όποιος πολιτικός θέλησε να ανατρέψει αυτήν την ισορροπία όχι απλά ηττήθηκε αλλά υπονόμευσε σοβαρά την πολιτική του καριέρα.

Ας θυμηθούμε ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις με τα ονόματα των υπουργών που τις πρότειναν. Κοντογιαννόπουλος, Σουφλιάς, Αρσένης, Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου. Προσπάθησαν, καινοτόμησαν ηττήθηκαν και πλήρωσαν σοβαρό προσωπικό πολιτικό κόστος. Απλώς διότι θέλησαν να εκσυγχρονίσουν και να δώσουν ένα ορθολογικό και ουσιαστικό χαρακτήρα στην εκπαίδευση. 

Η κοινωνία προτιμά να στέλνει το παιδί της το πρωί σε ένα χαλαρό και βαρετό σχολείο και το απόγευμα να πληρώνει ακριβά ένα αυστηρό, απαιτητικό φροντιστήριο με στόχο την εισαγωγή σε μια πανεπιστημιακή σχολή. Νομίζει ότι αυτό είναι το ενδεδειγμένο σύστημα σπουδών. Αυτό έμαθε, αυτό εμπιστεύεται. Είναι πιθανόν η τελευταία ταραγμένη δεκαετία να της άλλαξε τα μυαλά. Ίσως είναι έτοιμη να απαιτήσει ή να αποδεχθεί μεγάλες μεταρρυθμίσεις, αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί στο εγγύς μέλλον. Πάντως είναι σημαντικό ότι τα δέκα αυτά χρόνια ακούστηκαν πολλές και σημαντικές προτάσεις και ανοίχτηκαν συζητήσεις που παλιότερα ήταν ταμπού. Είναι η παρακαταθήκη για τη νέα δεκαετία που διανύουμε. Το αποτέλεσμα απουσιάζει αφού τίποτα τελικά δεν εφαρμόστηκε, όλα έμειναν στις συζητήσεις.

Δυστυχώς σήμερα είμαστε ακόμα στο 2010 σε επίπεδο στόχων για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Φαίνεται ως αναχρονισμός αλλά δεν είναι. Απλά είμαστε ακόμα πίσω από τις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου. Αναμασούμε έωλα δικαιώματα και ξεχνάμε θεμελιώδεις υποχρεώσεις.

Η επανίδρυση και λειτουργία των Προτύπων δημόσιων σχολείων, μπορεί να είναι γεγονός αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα σχολεία αυτά λειτουργούν ως πυρήνες αριστείας, μιας και δεν λείπουν τα παράπονα εκ μέρους των γονέων που τα υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό και έπεισαν τα παιδιά τους να τα προτιμήσουν.

Η θέσπιση της αυτοαξιολόγησης των σχολικών μονάδων, των στελεχών της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών είναι μια ακόμα σημαντική πολιτική απόφαση που η ηγεσία του Υπουργείου θεωρεί κομβική και θα περιμένουμε να δούμε την εξέλιξη και το βαθμό της επιτυχίας της. 

Έχει ξαναγίνει αυτοαξιολόγηση σχολικών μονάδων που κατέληξε σε φιάσκο διότι ήταν μια τυπική ανούσια γραφειοκρατική διαδικασία. Να ξέρουμε ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να καταγράψεις τις αδυναμίες των σχολείων, αλλά να είναι, αφενός πραγματικές και όχι εικονικές και αφετέρου να μπορείς να τις θεραπεύσεις άμεσα. Συνεπώς απαιτείται συνεργασία υπουργείου, σχολικών συμβούλων, διευθυντών και εκπαιδευτικών. Και εδώ οι τελευταίοι πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο. Στο χέρι τους είναι να προσθέσουν αξία στο λειτούργημά τους και να βελτιώσουν το σχολείο και τη θέση τους.

Ο νόμος για την επιλογή των στελεχών της εκπαίδευσης με ισχυρά στοιχεία αξιοκρατίας και διαφάνειας και με στόχο τον περιορισμό των κομματικών και συνδικαλιστικών διαμεσολαβήσεων αναμένεται να αλλάξει το τοπίο της διοίκησης.

 Η διεύθυνση της σχολικής μονάδας είναι μια δύσκολη και απαιτητική δουλειά αφού ο διευθυντής καλείται εκτός των άλλων να αξιολογεί και τους υφισταμένους του κάτι το οποίο είναι πρωτόγνωρο για τη σχολική κοινότητα. Η επαναφορά των σχολικών συμβούλων πρέπει να συνοδευτεί με αυξημένη εποπτική και αξιολογική δικαιοδοσία αλλά είναι αμφίβολο αν σήμερα διαθέτουμε αρκετούς και ικανούς γι αυτό το έργο. Αν εισαχθεί και ο θεσμός του μέντορα των νέων εκπαιδευτικών μπορεί να βοηθήσει.

Τα νέα προγράμματα σπουδών για το Γυμνάσιο και το Λύκειο και τα εκατοντάδες νέα σχολικά βιβλία και ψηφιακά υλικά που θα ακολουθήσουν καλούνται να εισάγουν το ελληνικό σχολείο στη σύγχρονη εποχή με στόχο την αναβάθμισή του. Τα μεγάλα ποσοστά αποτυχίας (27%-35%) των 15χρονων μαθητών στους τρεις βασικούς γραμματισμούς (γλώσσα, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες) δηλώνουν ότι πολλά δεν γίνονται σωστά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παρόλες τις προσπάθειες ικανού αριθμού εκπαιδευτικών. Ήρθε η ώρα που οι νεοεισερχόμενοι εκπαιδευτικοί θα έχουν μεταπτυχιακό στη διδακτική της επιστήμης τους πράγμα που θα αναβαθμίσει το εκπαιδευτικό δυναμικό. Αλλά τα νέα προγράμματα θέλουν και ψηφιακές τάξεις που θα αλλάξουν το σχολικό περιβάλλον και θα κάνουν ενδιαφέρουσα τη διδασκαλία. Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν την εμπειρία της τηλεκπαίδευσης, μιας και αξίζει το όποιο κόστος.

Η καθιέρωση της τράπεζας θεμάτων στο Λύκειο, ως εργαλείο για τη διασφάλιση της αντικειμενικής αξιολόγησης των μαθητών είναι και πάλι γεγονός. Αναμένεται να εισαχθεί και στο Γυμνάσιο. Αυτή μαζί με την ενίσχυση των προϋποθέσεων προαγωγής και απόλυσης των μαθητών φιλοδοξούν να κάνουν το σχολείο περισσότερο ουσιαστικό και απαιτητικό, να κινητοποιήσουν τους μαθητές και τις μαθήτριες και να δώσουν ένα μεγαλύτερο κύρος στη σχολική δουλειά. Φυσικά και είναι σοβαρός λόγος για αντιδράσεις από μια κοινωνία που τα τελευταία χρόνια έχει εθιστεί στο σχολείο της ήσσονος προσπάθειας.

Όλα όμως θα κριθούν από την εφαρμογή των νόμων αλλά και την αντοχή τους. Να μην ξεχνάμε ότι οι παρελθούσες ματαιωμένες μεταρρυθμίσεις ψηφίστηκαν από τη Βουλή με γενναίες πλειοψηφίες, οι περισσότερες εφαρμόστηκαν αλλά σύντομα ανατράπηκαν μαζί με τον υπουργό που τις εισήγαγε χωρίς κατ’ ανάγκη να αλλάξει η κυβέρνηση. Χωρίς κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, χωρίς να πείσεις πολλούς από τους ενδιαφερόμενους δύσκολα επιβιώνει μια αλλαγή. Διότι όπως έγραψα και στην αρχή η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν νοιάζονταν για τα «καλά γράμματα», αλλά για το πτυχίο. Και όποιος έκανε δυσκολότερο το «χαρτί» ήταν εχθρός της.

Η δεκαετής κρίση φαίνεται να τελειώνει με τους εμβολιασμούς και το τέλος της πανδημίας. Τα δεδομένα δείχνουν ότι ξεπροβάλει μια καλύτερη μέρα για την ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 

Το αν θα είναι πράγματι καλύτερη μένει να αποδειχθεί εκ του αποτελέσματος. Αλλά δεν επιτρέπεται να ολιγωρούμε. Χρειαζόμαστε απόφοιτους με σημαντικές δεξιότητες είτε για να συνεχίσουν με απαιτήσεις σε ανώτερη βαθμίδα, είτε για να συνδεθούν άμεσα με την αγορά εργασίας και την παραγωγή πλούτου. Χρειαζόμαστε μορφωμένους πολίτες που θα στηρίξουν την παραγωγή και θα φέρουν πρόοδο και ανάπτυξη. Που θα απέχουν από παντός είδους διχασμούς και θα εργάζονται για την ομόνοια και τη συνεργασία μέσα σε ένα ήπιο, ειρηνικό, δημοκρατικό περιβάλλον. 

Αν σήμερα οι ΗΠΑ βρίσκονται σε παρακμή το οφείλουν και στην προβληματική σχολική τους εκπαίδευση, εν αντιθέσει με την Κίνα που επένδυσε σε ένα άρτιο και εντατικό μοντέλο που την οδηγεί στην κορυφή των ισχυρών της Γης. Αν θέλουμε να επιβιώσουμε στη νέα εποχή πρέπει να φτιάξουμε πραγματικά σχολεία. Δεν νομίζω να συμμερίζονται πολλοί αυτήν την άποψη.

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/politics/702920_poiotiki-ekpaideysi-tora»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου