Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Η Τουρκία ως παραγωγός και έμπορος όπλων, τα οικογενειακά συμφέροντα Ερντογάν και η σχέση με την επεκτατική πολιτική της Τουρκίας

Του Σάββα Καλεντερίδη

Τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80 οι βιομηχανίες όπλων είχαν δεσπόζουσα θέση στην οικονομία των ΗΠΑ. Ένεκα της θέσης αυτής, επηρέαζαν το πολιτικό σύστημα και σε κάποιο βαθμό την εθνική πολιτική άμυνας και εξωτερικής πολιτικής. 
Δεν θα ήταν δε υπερβολικό να πούμε ότι ορισμένοι από τους τοπικούς πολέμους που ξέσπασαν τις δεκαετίες αυτές, εξυπηρετούσαν τις βιομηχανίες όπλων των ΗΠΑ, για να μην πούμε ότι οι
«κακές γλώσσες» λένε ότι τους πολέμους αυτούς τους προκαλούσαν οι μοχλοί που διέθεταν οι βιομηχανίες όπλων στο κράτος και το πολιτικό σύστημα.
Η κατάσταση αυτή άλλαξε σε μεγάλο βαθμό από τότε που τα σκήπτρα στην πρωτοπορία αλλά και ως μέγεθος στην οικονομία των ΗΠΑ πήραν οι εταιρείες της πληροφορικής και της υψηλής τεχνολογίας με κύριες εφαρμογές εκτός του τομέα των οπλικών συστημάτων.
Γι’ αυτό και οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ σε ξένες χώρες και σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, τα τελευταία χρόνια, στηρίζονται πιο πολύ στην τεχνολογία (διαδίκτυο) και λιγότερο στην ισχύ των όπλων.
Φυσικά ο τομέας της εξαγωγής οπλικών συστημάτων, συνεχίζει να αποτελεί για τις ΗΠΑ ένα σημαντικό τομέα, στον οποίο μάλιστα κρατά τα σκήπτρα, με ποσοστό 36% των παγκόσμιων πωλήσεων όπλων την περίοδο 2014-2018. 
Μάλιστα την πενταετία αυτή αύξησε το μερίδιό της κατά 6%, αφού την περίοδο 2009-2013 το ποσοτό αυτό ήταν 30%.
Η Τουρκία, μια χώρα με μηδενικές δυνατότητες πριν μερικές δεκαετίες, σε πρώτη φάση ανακάλυψε τον τομέα της παραγωγής όπλων και στη συνέχεια της εμπορείας, κυρίως σε μουσουλμανικές χώρες.
Από τη δεκαετία του 1970, όταν της επιβλήθηκε το εμπάργκο όπλων από τις ΗΠΑ, λόγω της εισβολής στην Κύπρο, άρχισε να απασχολεί την Τουρκία το ζήτημα της παραγωγής. Έκτοτε, έβαλε ως εθνικό στόχο σε κάθε προμήθεια οπλικών συστημάτων από τις μεγάλες χώρες, να θέτει σκληρούς όρους για συμπαραγωγή και μεταφορά τεχνολογίας.
Αυτό σταδιακά οδήγησε στην ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας στην Τουρκία, κάτι που ευνοεί και το μέγεθος των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.
Καθοριστική ήταν η τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, οπότε η Τουρκία διεκδίκησε και κέρδισε την παραγωγή συμπαραγωγή των F-16 στην Τουρκία, αλλά και η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, οπότε άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματα στην αυτόνομη ανάπτυξη εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, με μεγαλύτερο πείραμα την εταιρεία ASELSAN.
Οι προσπάθειες που κατέβαλαν όλες οι τουρκικές κυβερνήσεις αυτές τις δεκαετίες, είχαν ως αποτέλεσμα η Τουρκία, μέσω διαφόρων εταιρειών, να διεκδικήσει να αναλάβει ως υποκατασκευαστής ένα μεγάλο μέρος των ανταλλακτικών και των εξαρτημάτων των F-35, με κέρδη από τη διαδικασία αυτή που θα μείωναν σε σημαντικό βαθμό το κόστος της αγοράς των 108 F-35 που είχε προγραμματίσει να αγοράσει η Τουρκία, στην αρχή του προγράμματος.
Το ίδιο διάστημα η Τουρκία έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον τομέα της αεροπορικής βιομηχανίας. Αν μελετήσει κανείς τα σχέδια που είχε κάνει η περίφημη Υπηρεσία Κρατικού Σχεδιασμού (Devlet Planlama Teşkilatı, DPT) από τη δεκαετία του 1990, ειδικά για τον τομέα αυτό, θα αντιληφθεί γιατί η Τουρκία έφασε σήμερα να κατασκευάζει επιθετικά ελικόπτερα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη και να φιλοδοξεί να κατασκευάσει το δικό της μαχητικό 5ης γενιάς.
Επίσης, αξιόλογη είναι η πρόοδος που έχει επιδείξει η τουρκική αμυντική βιομηχανία στον τομέα της κατασκευής τεθωρακισμένων οχημάτων, τα οποία τα βλέπουμε να δραστηριοποιούνται σε διάφορα μέτωπα της Συρίας και της Λιβύης, όπου η Τουρκία διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις δι’ αντιπροσώπων, κυρίως ισλαμιστών τρομοκρατών του ISIS και της ΑΛ Κάιντα.
 
Με βάση το Ινστιτούτων Ερευνών Διεθνούς Ειρήνης (SİPRİ) της Σουηδίας, η Τουρκία αύξησε τις εξαγωγές όπλων την πενταετία 2014-18 σε ποσοστό 170% σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία 2009-13. Μετά τις ΗΠΑ, Ρωσία, Γαλλία, Γερμανία και Κίνα, που καταλαμβάνουν τις πρώτες πέντε θέσεις, η Τουρκία καταλαμβάνει την 14η θέση παγκοσμίως. Οι χώρες με τις περισσότερες εισαγωγές όπλων από την Τουρκία είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Τουρκμενιστάν και η Σαουδική Αραβία.
Όσον αφορά τις εισαγωγές όπλων, η Τουρκία μείωσε τις εισαγωγές σε ποσοστό 21% την πενταετία 2014-18, σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία, με το 60% να το εισάγει από τις ΗΠΑ.
Καλύτερα να μην παραθέσουμε στοιχεία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, για να μην λάβει εφιαλτικές διαστάσεις η εθνική μας κατάθλιψη.
Απλά να σημειώσουμε ότι όλα αυτά τα χρόνια που η Τουρκία εφάρμοζε μια εθνική στρατηγική, η οποία αφ’ ενός μεν έχει στόχο την μείωση στο ελάχιστο βαθμό της εξάρτησης από ξένες χώρες στον τομέα των οπλικών συστημάτων, αφ’ ετέρου δε την εξασφάλιση ισχυρού μεριδίου στην παγκόσμια πίτα, με εξαγωγές όπλων κυρίως σε μουσουλμανικές χώρες, με τεράστια εισαγωγή συναλλάγματος και σημαντική συμβολή στην εθνική οικονομία, η Ελλάδα διέλυε στην κυριολεξία την αμυντική της βιομηχανία.
Σημειωτέον ότι η ΕΑΒ, η ΕΒΟ, η ΠΥΡΚΑΛ αλλά και άλλες βιομηχανίες του τομέα, ήταν πρωτοπόρες διεθνώς, την περίοδο που η Τουρκία δεν διέθετε καν αμυντική βιομηχανία.
Και τώρα, ως αποτέλεσμα εγληματικών επιλογών των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετίων, η Ελλάδα από μια χώρα πρωτοπόρος έγινε ουραγός!
Όσον αφορά την Τουρκία, επειδή τα τελευταία χρόνια ο κατασκευαστικός τομέας, που ήταν ο κύριος τροφοδότης σε μαύρο χρήμα της οικογένειας Ερντογάν αλλά και του πολιτικού συστήματος, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, και επειδή είναι σε άνθηση ο τομέας της αμυντικής βιομηχανίας, παρατηρείται ένα άνοιγμα  προς τον ιδιωτικό τομέα.
Δηλαδή, επιχειρηματίες φίλα προσκείμενοι στον Ερντογάν, χωρίς να έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο, γίνονται μέτοχοι εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην κατασκευή οπλικών συστημάτων.
Αυτό σημαίνει ότι ο τομέας, πέραν του εθνικού, αποκτά και προσωπικό ενδιαφέρον για τον Ερντογάν και το περιβάλλον του και αυτό είναι κάτι που απασχολεί ήδη αρκετούς αρθρογράφους στην Τουρκία.
Και αυτό το διττό συμφέρον είναι που ωθεί τον Ερντογάν να αντιγράψει το μοντέλο των ΗΠΑ, ανοίγοντας πολεμικά μέτωπα, στα οποία αφ’ ενός μεν δοκιμάζονται οπλικά συστήματα τουρκικής κατασκευής, αφ’ ετέρου εξασφαλίζουν στην τουρκική οικονομία αλλά και στον ίδιο σημαντικά κεφάλαια.
Ήδη έχει ανακοινωθεί ότι μόνο το 2019, η Τουρκία εισέπραξε από τη Λιβύη το ποσόν του 1,5 δις δολαρίων, από τις πωλήσεις όπλων και «υπηρεσιών» στον εμφύλιο που είναι σε εξέλιξη στη χώρα αυτή.
Ας τα έχουμε υπ’ όψιν μας όλα αυτά, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν, αν θέλουμε να σηκώσουμε όρθια την αμυντική μας βιομηχανία αλλά και τη χώρα μας, που παραμένει γονατισμένη και κατεστραμένη οικονομικά και όχι μόνον…

pontos-news

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου