Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω (Α΄ Κορ. 8,8 – 9,2)- Tοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Θα ξυπνηση η συνειδησι!

Ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, δυστυχῶς ἄπιστοι καὶ ἄθεοι. Δὲν ἔ­πρεπε ἐδῶ νὰ ὑ­πάρχουν. Ἐδῶ κήρυξε ὁ ἀπόστολος Παῦλος· ὅπου νὰ σκα­λί­σῃς, θὰ βρῇς κόκκαλα ἁγίων.
Ἡ ἀθεΐα προσ­κρούει στὴ λογική. Λέει ὁ ἀ­πόστολος Παῦ­λος· «πᾶς οἶκος κα­τασκευάζε­ται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός» (Ἑβρ. 3,4)· κάθε σπίτι ἔχει τὸν κατα­­σκευαστή του, καὶ τὸ σύμπαν ἔχει τὸ Δημιουρ­­γό του. 
Γιὰ νὰ καταν­τή­σῃ καν­εὶς σὲ ἀ­θεΐα, πρέπει νά
᾽χῃ βλάβη στὸ μυαλό. Τὸ λέει ὁ ψαλμῳ­δός· «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεός» (Ψαλμ. 52,2).

Καμμία ἄλλη ἀλήθεια δὲν ἔχει τόσες ἀποδείξεις ὅσες ἔχει ἡ ὕπαρξι τοῦ Δημιουργοῦ.
 Ὅλα εἶνε μιὰ ἀπόδειξι, παν­τοῦ εἶνε τὰ ἴχνη τοῦ Θεοῦ.
 Ὅλα φωνάζουν· Ὑπάρχει Θεός!
Ἀλλὰ καὶ ἂν ὅλα αὐτὰ ἔλειπαν, ἔφτανε καὶ μόνο μία φωνὴ νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ δὲν ἔρχεται ἀπ᾽ ἔξω, ἀπὸ τὴ φύσι· εἶνε πολὺ κοντά μας καὶ δὲν ὑπάρχει κανείς ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔχῃ ἀκούσει. 
Εἶνε ἡ φωνὴ γιὰ τὴν ὁ­ποία μιλάει σήμερα ὁ ἀπόστολος (βλ. Α΄ Κορ. 8,8-12), ἡ συνείδησις. Νά ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχει Θεός.
Τί εἶνε ἡ συνείδησις; Ἂς ἀφήσουμε τοὺς φιλοσόφους καὶ τοὺς ψυχολόγους νὰ κάνουν ἀ­ναλύσεις. Ἐμεῖς θὰ μιλήσουμε ἁπλᾶ.

* * *

Ἡ συνείδησις, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁ μυστι­κὸς σύμβουλος κάθε ἀνθρώπου. Πρὶν μὲν ἀπὸ κά­θε ἐνέργεια προτρέ­πει στὸ καλὸ καὶ ἀποτρέπει ἀπ᾽ τὸ κακό, μετὰ δὲ ἀπὸ κάθε ἐνέργεια, ἐ­ὰν αὐτὴ ἦταν θεάρε­στη μᾶς γεμίζει χαρά, ἐὰν ὅ­μως ἦταν κακὴ καὶ ἐγκληματικὴ τότε μεταβάλ­λεται σὲ ἕναν εἰσαγγελέα μέσα μας ποὺ ἀ­πευθύνει δριμὺ «κατηγορῶ»· νιώθουμε νὰ μᾶς κατα­δι­ώκουν οἱ Ἐρινύες ποὺ ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι καὶ νὰ μᾶς ῥαμφίζουν μὲ τὶς τύψεις. Ἀκόμα κι ἂν δὲν σὲ δῇ ἀνθρώπου μάτι ἢ φακὸς ἀστυνο­μίας, κι ἂν εἶ­νε νύχτα καὶ σκοτάδι, κι ἂν ἀ­κό­μα φύ­γῃς μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ ἐγκλήματος, κι ἂν πετάξῃς μὲ ἀεροπλάνο στὰ ἄκρα τῆς γῆς, κι ἂν γίνῃς τουρίστας – ὁ τουρι­σμὸς ἔχει μία βαθύ­τερη ἐξήγησι, κι ἂν περάσουν χρόνια κι ἀσπρίσουν τὰ μαλλιὰ καὶ πλησιάσῃς στὸ θάνατο, ἡ ἀνάμνησι τοῦ ἐγκλήματος σὲ ταράζει καὶ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως δὲν σ᾽ ἀ­φήνει ἥσυχο οὔτε μέρα οὔτε νύχτα.
Τί εἶνε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως; Εἶνε φωτιὰ ποὺ φλογίζει, κάρβουνο ποὺ καίει, καρφιὰ στὸ στρῶμα σου, καρφίτσες στὸ προσ­κέφαλό σου, σκορπιὸς ποὺ κεντάει, φίδι ποὺ δαγκώνει.
Τί ἄλλο εἶνε ἡ συνείδησις; Κάποια ἐπιπόλαια πνεύματα, ποὺ δὲν θέλουν νὰ ἐμβαθύνουν στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν ἀκοῦ­νε «κλαυθμὸν» καὶ «βρυ­γμὸν τῶν ὀδόν­των» καὶ «κάμινον πυρός» καὶ «πῦρ ἄσβεστον καὶ αἰ­ώνιον» καὶ «γέ­ενναν» καὶ «σκότος ἐξώτερον» καὶ «σκώληκα» (Ματθ. 3,12· 5,22· 8,12· 13,42,50· 18,9· 22,13· 24,51· 25,30. Μᾶρκ. 9,43,48. Λουκ. 3,17· 13,28), κοροϊδεύουν. Πῶς ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τὸ «ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ»; Μακάρι, λέει, νὰ ὑπῆρχαν ἐκεῖ τὰ γνωστὰ σκουλήκια· δὲν εἶνε τέτοια· εἰκόνα εἶνε αὐτό. Ὅπως τὸ σκουλήκι τρώει τὸν καρπὸ καὶ τὴν ἐντεριώνη τοῦ δέντρου, ἔτσι σκουλήκι ἀδυσώπητο, λένε οἱ πατέρες, εἶνε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μας.
Καὶ αὐτὰ μὲν θεωρητικῶς. Τώρα πρακτι­κῶς; Ἐὰν ἀνοίξουμε τὴν ἱερὰ ἱστορία καὶ τὴν παγ­κόσμιο ἱστορία, ἐὰν διαβάσουμε τοὺς μεγάλους ποιητὰς καὶ δραματουργούς, θὰ δοῦμε ποιός εἶνε ὁ ῥόλος τῆς συνειδήσεως στὰ μεγάλα γεγονότα τῆς ζωῆς. 

Τί εἶνε ἡ συνείδησις ἱστορικῶς; Δὲν διαβάζετε; 
Ὑπενθυμίζω.
⃝ Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ζοῦσαν στὸν παράδεισο μὲ χαρά, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἁμάρτησαν ἔ­­­νιωσαν γιὰ πρώτη φορὰ τύψι, ὅτι εἶνε γυμνοί, καὶ ζήτησαν νὰ σκεπαστοῦν· κι ὅταν ἀ­κούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ «Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι;» (Γέν. 3,9), κρύφτηκαν· ἡ φωνὴ ἦταν ἀδυσώπητη.
⃝ Καὶ ὅταν ὁ γυιὸς τοῦ Ἀδάμ, ὁ Κάιν, ἐφόνευ­σε τὸν ἀδελφό του τὸν Ἄβελ, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐ­κείνη δὲν ἡσύχασε πιά, ἦταν «στένων καὶ τρέ­μων ἐπὶ τῆς γῆς» (ἔ.ἀ. 4,12). Τὸν ἔτυπτε ἡ συνείδησι.
⃝ Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ βρέθηκε δοῦλος στὸ ἀρχον­τικὸ τοῦ Πετεφρῆ καὶ ἡ διεφθαρμένη γυναίκα προσπάθησε νὰ τὸν μπλέξῃ σὲ αἰσχρὸ ἔρωτα, ἐκεῖνος εἶπε· Πῶς νὰ κάνω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; καὶ ἔφυγε γυμνός (βλ. ἔ.ἀ. 39,9).
⃝ Τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ ἀπὸ φθόνο εἶχαν πουλήσει τὸν ἀδελφό τους τὸν Ἰωσήφ. Ἀλλ᾽ ὅ­ταν ὕ­στερα ἀπὸ χρόνια ἔπεσαν στὰ χέρια του, τότε ξύπνησε ἡ συνείδησί τους καὶ εἶπαν· Δικαί­ως τιμωρούμεθα γιὰ τὸ ἔγκλημά μας (βλ. ἔ.ἀ. 42,21).
⃝ Ἡ φωνὴ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου «Οὐκ ἔξ­εστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μᾶρκ. 6,18) ἤλεγ­χε τὴ συνείδησι τοῦ βασιλιᾶ Ἡρῴδη.
⃝ Ἡ φωνὴ τῆς συζύγου τοῦ Πιλάτου «Μηδὲν σοὶ καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ» (Ματθ. 27,19) τὸν ἔκανε νὰ δι­στάζῃ νὰ ὑπογράψῃ τὴν καταδίκη τοῦ Χρι­στοῦ ἐνῷ κάτω ἀπὸ τὸ πραιτώριο οὔρλιαζαν «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21. Ἰω. 19,6)· γιατὶ ἡ συνείδησί του τοῦ ἔλεγε ὅτι εἶνε ἀθῷος. Κι ὅταν παρὰ ταῦτα ὑπέγραψε καὶ εἶδε ὅτι οἱ μιαιοφόνοι ἐξώντωσαν τὸν Υἱὸ τῆς Παρθένου, αὐτὸς ἔπεσε σὲ τύψεις καὶ λένε οἱ ἱστορικοὶ ὅ­τι ἐγκατέλειψε τὸ πραιτώριο καὶ σὰν τρελλὸς ἔτρεχε ἀπὸ δάσος σὲ δάσος, ἕως ὅτου ἔπεσε ἀπὸ ἕνα γκρεμὸ σὲ λίμνη καὶ πνίγηκε.
Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ποὺ φύτεψε ὁ Θεὸς στὴν ἀνθρώπινη καρδιά.
Οἱ πρόγονοί μας, ἀδελφοί μου, δὲν ἤξεραν γράμματα, δὲν εἶχαν διπλώματα, εἶχαν ὅμως εὐσυνειδησία, φοβοῦνταν μὴν ἁμαρτήσουν. Τώρα φτάσαμε σὲ ἐποχὴ ποὺ τὴν ἁμαρτία τὴν τρῶνε ὄχι μὲ τὸ κουταλάκι ἀλλὰ μὲ τὴν κουτά­­λα καὶ τὴν πίνουν σὰν δροσερὸ νερό. Πατάει ὁ ἄλλος πάνω σὲ πτώματα γιὰ νὰ γίνῃ πλούσι­ος καὶ ν᾽ ἀνεβῇ σὲ ἀξιώματα, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς του. Αὐ­τοὶ ἔ­σβη­σαν τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς τους, εἶνε πεπω­ρωμένοι καὶ «κεκαυστηριασμένοι τὴν συνείδησιν» (Α΄ Τιμ. 4,2). Μὴν τοὺς ζηλεύετε· εἶνε δυσ­τυχισμένοι, ἔστω κι ἂν κολυμποῦν στὸν πλοῦτο καὶ στὰ ἀξιώματα. Ἕνας χωριάτης ἢ βοσκός, ποὺ ἔχει τὴ συνείδησί του ἥσυχη, τρώει κρεμμύδι καὶ σκόρδο καὶ ζῇ στὰ βουνὰ μὲ τὴν οἰ­κογένειά του μία τίμια καὶ ἁγνὴ εὐαγγελικὴ ζωή, ἔ­χει παράδεισο στὴν καρδιά του, ἐνῷ ὁ ἄλ­λος, ὅσο ψηλὰ κι ἂν στέκεται, ὅταν ἔχῃ διαπράξει ἀτιμία αἰσθάνεται μέσα του σαιξπήρειο δρᾶμα.
Εἶπε ὁ Χριστὸς καὶ ὁ λόγος του εἶνε ἀληθινός· «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. 17, 21).
 Ζητᾶτε τὴν εὐτυχία στὰ ἐξωτερικὰ πρά­γματα· ἀλλ᾽ ὅταν μέσα σου ἡ συνείδησι μαρτυρῇ ὅτι βαδίζεις κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε αἰσθάνεσαι μιὰ ἡδονὴ ἀπερίγραπτη.
Μὴ μακαρίζετε λοιπὸν τοὺς ἀσυνείδητους. Θὰ ἔρθῃ ὥρα –νὰ εἶστε βέβαιοι–, κ᾽ εἶνε κον­τά, θὰ ἔρθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, γιὰ τὴν ὁ­ποία ἀ­κοῦ­με σήμερα, καὶ τότε τί θὰ γίνῃ· θὰ ξυπνή­σῃ ἡ συνείδησι ἀπὸ οὐράνια σάλπιγγα. Καὶ αὐ­τό, νομίζω, εἶνε τὸ φοβερώτερο καὶ τρα­γικώτερο ποὺ θὰ συμβῇ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
Ἂς γλεντοῦν, ἂς ὀργιάζουν. «Οὐαὶ αὐτοῖς» (Ἰούδ. 11). 
Ὅταν ξυπνήσῃ ἡ συ­νείδησι, τότε θ᾽ ἀ­κου­στῇ τὸ «κατηγορῶ» της ἀ­δυσώπητο. Προτοῦ ἀ­κόμα νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασί του ὁ ἀδέκαστος Κριτής, ὁ Κύριός μας, ἡ συνείδησι μέσα μας θὰ γί­νῃ ὁ μεγαλύτερος κατήγορος καὶ θὰ λέῃ· Ἐ­σεῖς ποὺ μολύνατε τὴ γλῶσσα σας μὲ τὴ βλα­στήμια, ἐσεῖς ποὺ πήγατε στὰ δικαστήρια καὶ ὡρκιστήκατε στὸ Εὐ­αγγέλιο γιὰ λίγα κέρματα καὶ μιὰ πύχη οἰκο­πέδου, ἐσεῖς ποὺ τρυπώσατε νύχτα στὰ ξένα σπί­τια καὶ ἀτιμάσατε τὴ γυναῖ­κα καὶ τὸ κορίτσι τοῦ ἄλλου, ἐσεῖς ποὺ φανήκα­τε ἄσπλαχνοι στὶς ἀ­νάγκες τοῦ πλησίον, ἐσεῖς ποὺ ἀδική­σατε καὶ κλέψατε, ἐσεῖς ποὺ τὰ χέρια σας στάζουν αἷ­μα, ἐσεῖς ὅλοι οἱ ἀμετανό­ητοι ἁμαρτωλοί, τώρα ἔφτασε ἡ ὥρα νὰ ξυπνή­σῃ ἡ συνείδησί σας. 
«Ὤ ποία ὥρα τότε καὶ ἡμέ­ρα φοβερά!», ὅπως ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία (αἶνοι Ἀπόκρ.). Τότε οἱ ἁ­μαρτωλοὶ θὰ ποῦν· Ἂς ἀ­νοίξῃ ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα νὰ μᾶς καταπιῇ, παρὰ ν᾽ ἀκούσου­με τὴ φω­νὴ τῆς συνειδήσεώς μας, τὴ φωνὴ τοῦ ἀδεκά­στου Κριτοῦ. Αὐτὸ θὰ εἶνε προτιμότερο, ὅπως λέει ἡ Ἀποκάλυψι (βλ. 6,15-16).

* * *

Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου, ἐὰν αὐτὰ εἶνε ἀ­ληθινά – καὶ εἶνε ἀ­ληθινά, σᾶς καλῶ ἐν ὀνόματι τοῦ Ναζωραίου νὰ κάνουμε μία ἀναθεώρησι. 
Ἂς ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας· καὶ ἂν φταίξα­με, ἂς μετανοήσουμε μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ ἂς κλάψουμε, γιὰ νὰ σβηστοῦν τὰ ἁμαρτήματά μας. Κι ἂς προσπαθήσου­με νὰ ἔχουμε τὸ αὐτί μας προσηλωμένο, γιὰ ν᾽ ἀκούσουμε τὸ σῆμα, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ὑπάρξεώς σου.
Ἂς καλλιεργήσουμε τὴ συνείδησί μας.
 Ἂς τὴν φωτίσουμε, γιὰ νὰ μὴν εἶνε μήτε πωρωμέ­νη μήτε περιδεὴς καὶ σκοτεινή, ἀλλὰ νὰ εἶ­νε φωτεινή. 
Ἂς ἀκολουθήσουμε τὸ ἄστρο τῆς συ­νειδήσεώς μας, καὶ τότε ἀπὸ μέρα σὲ μέρα κι ἀπὸ νύχτα σὲ νύχτα κι ἀπὸ χαρὰ σὲ χαρὰ κι ἀπὸ ὀδύνη σὲ ὀδύνη κι ἀπὸ Γολγοθᾶ σὲ Γολγοθᾶ θὰ φτάσουμε στὴν ἡμέρα ἐκείνη τὴ μεγά­­­λη καὶ τρομερή, κατὰ τὴν ὁποία εἴθε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὅλοι μας νὰ δώσουμε καλὴ ἀ­πολογία ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματός του.
Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβει­ῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἂς εἶνε μετὰ πάν­των ἡμῶν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Φωτεινῆς Ἰλισσοῦ – Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 28-2-1965 τὸ πρωί.

augoustinos-kantiotis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου