Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Κυριακὴ ΙΣΤ΄ (ΙΣΤ΄ Ματθ.) (Β΄ Κορ. 6,1-10) -Oσο υπαρχει καιρος!…

«Καιρω δεκτω επηκουσα σου» (Β΄ Κορ. 6,2 = Ἠσ. 49,8)

Θὰ παρακαλέσω, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε. Ἀπ᾿ ὅλα ὅσα ἀκούσατε σήμερα, θὰ ἑρμηνεύσουμε μόνο αὐτὲς τὶς λίγες λέξεις τοῦ ἀποστόλου, ποὺ εἶνε καὶ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου· «Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου» (Β΄ Κορ. 6,2=Ἠσ. 49,8). Ἐὰν νιώσετε καὶ ἐφαρμόσετε τὰ λόγια αὐτά, κερδίσατε τὸ πρῶτο λαχεῖο. Διαφορετικά, ἐγὼ νίπτω τὰς χεῖρας μου. Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Θ᾿ ἀρχίσω ἀπὸ κάπως μακριά.

* * *

Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πρόκειται νὰ φύγῃ στὸ ἐξωτερικό, φροντίζει νὰ κάνῃ τὰ
χαρτιά του ἐντὸς τῆς προθεσμίας ποὺ ὁρίζει ἡ πρεσβεία. Γενικὰ ὅποιος θέλει νὰ ταξιδέψῃ, ρωτάει πότε φεύγει τὸ λεωφορεῖο ἢ τὸ τραῖνο ἢ τὸ πλοῖο ἢ τὸ ἀεροπλάνο, καὶ προσπαθεῖ νὰ ἔ­χῃ τὸ εἰσιτήριο στὸ χέρι καὶ νὰ βρίσκεται ἐγ­καίρως στὸ σταθμό. 
 Καὶ ὁ νέος ποὺ θέλει νὰ σπουδάσῃ, διαβάζει καὶ ὑποβάλλει τὰ χαρτιά του μέσα στὸ χρόνο ποὺ ὁρίζει τὸ ὑπουργεῖο, ὥστε νὰ μπορέσῃ νὰ δώσῃ ἐξετάσεις. Καὶ ὁ ἔμ­πορος ποὺ χρωστάει γραμμάτια, προσπαθεῖ νὰ τὰ ἐξοφλήσῃ προτοῦ νὰ διαμαρτυρηθοῦν… Τί θέλω νὰ πῶ· ὅπως ὑπάρχει προθεσμία γιὰ νὰ βγάλῃς εἰσιτήριο ἢ διαβατήριο ἢ μηχανογραφικὸ γιὰ ἐξετάσεις ἢ ἐξοφλητικὸ ἑνὸς λογαριασμοῦ, ὅπως ὑπάρχει ὡρισμένος καιρὸς γιὰ νὰ πᾷς στρατιώτης ἢ γιὰ νὰ πιάσῃς δουλειὰ ἢ γιὰ νὰ παντρευτῇς κ.λπ., ἔτσι ὑ­πάρχει καὶ κάποιος καιρός, γιὰ μιὰ ἄλλη ὑπόθεσι, πολὺ σπουδαιότερη ἀπὸ κάθε ἄλλη.

Ποιά εἶνε ἡ ὑπόθεσι αὐτή; Δὲν μᾶς ἔφερε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο γιὰ ταξίδια καὶ ἐπιχειρήσεις, γιὰ διπλώματα καὶ τίτλους, γιὰ προῖκες καὶ παντρειές. Δὲν εἶν᾿ αὐτὸς ὁ μεγάλος σκοπός μας. Ποιός εἶνε ὁ σκοπός μας; Τὸ λέει κα­θαρὰ σήμερα ὁ ἀπόστολος. Ὅπως ὑπάρχει καιρὸς γιὰ ὅλα τὰ ἐγκόσμια πράγματα, ἔτσι ὑ­πάρχει καιρὸς γιὰ κάτι ἄλλο ποὺ εἶνε τὸ σπου­δαιότερο ἀπ᾿ ὅλα. Ἀλλὰ ποιός τὸ νιώθει; Πρέπει νὰ κατεβῇ ἄγγελος, νὰ στάξῃ στὴ νεκρωμένη καρδιά μας μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὴν πίστι καὶ τὴν ἀγάπη τῶν ἁγίων. Τότε θὰ αἰσθανθοῦ­με αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος.
«Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου». Δηλαδή,
ὁ καιρὸς αὐτὸς ποὺ ζοῦμε ἐδῶ στὸν κόσμο εἶνε καιρὸς ἀνεκτίμητος, καιρὸς σωτήριος. Γιατὶ μέσα στὸν καιρὸ αὐτό, στὰ εἴκοσι, τὰ σα­ράντα, ἢ ὀγδόντα χρόνια – τί μπορεῖς νὰ κάνῃς; Ἐμένα ρωτᾷς; Ἄνοιξε τὰ βιβλία καὶ τὰ συναξάρια, ἄντε στὰ μνήματα πού ᾿νε θαμμέ­νοι ὅλοι, κοίταξε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, ψάξε τὴν καρδιά σου, καὶ ἔπειτα πές μου· γιατί ἦρ­θες στὸν κόσμο αὐτόν; τί νὰ κάνῃς μέσα στὸ χρόνο αὐτῆς τῆς ζωῆς; Θὰ τὰ πῶ, ἀλλὰ ποιός θὰ μ᾿ ἀκούσῃ; ⃝ Ἔλα ᾿δῶ, ἐσὺ κοπέλλα μου, ποὺ κάθεσαι τό­ση ὥρα μπροστὰ στὸν καθρέφτη ἢ ξενυχτᾷς στὶς διασκεδάσεις. Ἔλα, ἐσὺ νέε μου, ποὺ δαπα­νᾷς τὸ χρόνο σου τρέχοντας μὲ τὶς μηχανὲς δε­ξιὰ κι ἀριστερά. Ἔλα ᾿δῶ, ἐσὺ κυρά μου, ποὺ ὅ­λη μέρα συργιανᾷς στὶς βιτρίνες. Ποῦ σπατα­λᾶτε τὸ χρόνο σας! Δὲν σοῦ ζητῶ πολλά· ἀπ᾿ ὅλη τὴν ἡμέρα, πέντε λεπτὰ νὰ γονατίσῃς νὰ κάνῃς λίγη προσευχή, νὰ μιλήσῃς μὲ τὸ Θεό. ⃝ Βλέπω κ᾿ ἐσένα τὸν ἄντρα, ὥρα ὁλόκληρη νὰ διαβάζῃς ἔντυπα μέχρι καὶ τὰ ψιλὰ γράμματα. Σὲ βλέπω στὸ τραῖνο ἢ στὸ σπίτι νὰ ξεκοκκαλίζῃς ἐφημερίδες καὶ περιοδικά. Τί βρίσκεις ἐκεῖ; Εἴδατε ἄνθρωπο μ᾿ ἕνα καλάμι –μὲ συγχωρεῖτε– ν᾿ ἀνασκαλεύῃ τὰ κόπρια; Ἕνα τέτοιο πρᾶγμα γίνεται· βρῶμα καὶ δυσω­δία… Ἔλα λοιπόν, Χριστιανέ μου, ἂν εἶσαι βα­πτισμένος ὀρθόδοξος, ἄνοιξε πέντε λεπτὰ τὸ Εὐαγγέλιο, διάβασε μὲ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου, ν᾿ ἀνοίξουν τὰ μάτια σας. ⃝ Τί ἄλλο. Πάρτε μολύβι, μετρῆστε τὶς ὧρες. Ὅλη ἡ ἑβδομάδα ἔχει 168 ὧρες. Ἀπὸ αὐτὲς τί σοῦ ζητάει ὁ Θεός; Μιὰ ὥρα νὰ ἐκκλησιαστῇς. Ἀπ᾿ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων…» μιὰ ὥρα εἶνε. Ἂν ὁ παπᾶς πῇ, Ἐλᾶτε στὴν ἐκκλησία νὰ κάνουμε ἀγρυπνία, ποιοί πη­γαίνουν; Φωνάζει ὁ διάβολος, καὶ τρέχουν στὰ «μαντριά» του καὶ μένουν ἐκεῖ καὶ πέρα ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα. Στὴν ἐκκλησία ρωτᾶνε· Πότε θὰ σχολάσῃ;… ⃝ Τέλος, Χριστιανέ μου, ὁ Θεὸς σοῦ δίνει κάθε χρόνο ἕνα νέο κύκλο ἡμερῶν. Κάθε ἔτος εἶνε ἕνα κομπολόι μὲ 365 χάντρες, κάθε μέρα καὶ μιὰ χάντρα χρυσῆ. Ναί, χρυσῆ· ὁ χρόνος εἶνε χρῆμα. Λοιπὸν ἀπὸ τὶς 365 μέρες ἀ­φιέρωσε μία μέρα καὶ ἔλα στὸ πνευματικὸ ἰατρεῖο, στὴν ἐξομολόγησι. Γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματος τρέχεις σὲ ἰατρεῖα καὶ νοσοκομεῖα· γιὰ τὴν ψυχὴ τί κάνεις; Ἀπὸ τὶς 365 μέρες, λοιπόν, μιὰ μέρα πήγαινε νὰ βρῇς ἕναν ἑξομο­λόγο, νὰ γονατίσῃς νὰ πῇς τὰ κρίματά σου. Δυστυχῶς οὔτε πέντε λεπτὰ γιὰ προσευχή, οὔτε πέντε λεπτὰ γιὰ ἁγία Γραφή, οὔτε μιὰ ὥρα γιὰ ἐκκλησιασμό, οὔτε μιὰ μέρα γιὰ ἐξομολόγησι. Ἔ, τότε λοιπόν…

* * *

Ἀδελφοί μου· πῆρα τὴ λίρα αὐτὴ ποὺ γράφει ἐπάνω «Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου» καὶ τὴν ἔκανα λιανά, νὰ τὴν καταλάβετε ὅλοι. Τώρα ποιός ἀπὸ σᾶς θὰ ἐφαρμόσῃ; Ποιός ἀπὸ αὔ­ριο θὰ βάλῃ δρομολόγιο; Ποιός θὰ σηκωθῇ πρωὶ κι ἀντὶ νὰ κοιτάζῃ τὸν καθρέφτη θ᾿ ἀνοί­ξῃ τὸν καθρέφτη τὸν πνευματικό, τὴν ἁγία Γρα­φή, νὰ διαβάσῃ; Ποιός θὰ γονατίσῃ στὸ σπί­τι νὰ κάνῃ προσευχή; Ποιός θ᾿ ἀρχίσῃ κάθε Κυριακὴ νά ᾿ρχεται στὴν ἐκκλησία; Ποιός θὰ πάῃ νὰ βρῇ πνευματικὸ πατέρα νὰ ἐξομολογηθῇ; Μέσα στὸν καιρὸ αὐτὸ τῆς ζωῆς μας πρέπει νὰ γίνουν αὐτά. Καὶ λάβετε ὑπ᾿ ὄψι σας, ἀδελφοί μου, ὅτι ὁ καιρὸς εἶνε λίγος, ἂς φαίνεται πολύς. Τὸ λέει ἡ Ἐκκλησία μας κάθε φορά· «Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα». Πόσος εἶνε ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας, πόσο θὰ ζήσουμε ἀκόμη; Μήπως…, μήπως ὁ χρόνος αὐτὸς εἶνε ὁ τελευταῖος μας; Τί λέω; Μήπως ὁ μήνας αὐτὸς εἶνε ὁ τελευταῖος; Τί λέω; Μήπως αὐτὴ ἡ βδομάδα ποὺ ἔρχεται εἶνε ἡ τελευταία μας; Τί λέω; Μήπως ἡ σημερινὴ μέρα εἶνε ἡ τελευταία μας; Γιά διαβάστε τί γίνεται καθημερινῶς. Κάποιος δήμαρχος εἶχε καλέσει σ᾿ ἕνα ξενοδοχεῖο τῆς Κηφισιᾶς τοὺς φίλους του, πολιτικούς, ὑπουργοὺς καὶ ἄλλους, νὰ γιορτάσουν μαζὶ τὰ γενέθλιά του. Μαζεύτηκαν, κ᾿ ἦ­ταν ὅλοι χαρούμενοι. Τραπέζι στρωμένο, λου­λούδια, μουσικές. Εἶχε στὴν τσέπη καὶ τὰ χαρ­τιὰ ἕτοιμα νὰ τοὺς προσφωνήσῃ. Στεκόταν στὴν πόρτα, τοὺς ὑποδεχόταν καὶ φωτογραφιζόταν. Ἀλλὰ προτοῦ νὰ καθίσῃ στὸ τραπέζι ἔλαβε κλῆσι! Δὲν τὸ περίμενε τὴν ὥρα ἐκείνη. Τοῦ ἦρθε σὰν κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ. Τί κεραυ­νός; Καρδιακὴ προσβολή! Ἔπεσε κάτω, τὸν πήρανε στὰ χέρια, πάει… Καὶ οἱ καλεσμέ­νοι; ποῦ νὰ καθήσουν νὰ φᾶνε! Ὅσοι εἶστε ἀ­πὸ χωριὰ μπορεῖ νά ᾿χετε δεῖ τὸ ἑξῆς· νὰ βόσκουν τὰ ὀρνίθια στὸ λιβάδι, καὶ ξαφνικά, ἐ­κεῖ ποὺ τρῶνε τὸ χορταράκι τους, νὰ βουτάῃ τὸ γεράκι, ν᾿ ἁρπάζῃ μιὰ ὄρνιθα καὶ νὰ φεύγῃ. Τότε τ᾿ ἄλλα ὀρνίθια ταράζονται. Ἔτσι, ἀδελφοί μου, πέφτει κι ὁ χάρος, σὰν γεράκι ποὺ ἁρ­πάζει. Σὲ ἁρπάζει στὸ μαγαζί, στὸ δρόμο, στὴν πλατεῖα, στὸ γάμο, στὰ βαφτίσια, στὶς ἐκ­λογές, ὅπου νά ᾿νε. Ἁρπάζει γέρους μὲ ἄσπρα μαλλιά, ἀλλὰ καὶ μωρὰ ἀπὸ τὶς κοῦνιες. Ἀδελφοί μου, ἕως πότε ἀναίσθητοι; ἕως πότε δὲν θὰ σκεπτώμαστε τὴν αἰωνιότητα; «Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου». Σ᾿ ἕνα ἀρ­χαῖο βιβλίο διάβασα, ὅτι στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἦταν ἕνας βασιλιᾶς ποὺ εἶχε τὴν ἑξῆς ἀρχή. Ὅ­που ἅπλωνε τὸ βασίλειό του μὲ τὰ φουσᾶ­τα (τὸ στρατό) του, εἶχε δυὸ σημαῖες, μία ἄ­σπρη καὶ μία μαύρη. Ὅταν πλησίαζε σὲ μιὰ πό­λι, ὕψωνε τὴ λευκὴ σημαία, ποὺ ἐσήμαινε· ὅσο εἶνε ὑψωμένη αὐτή, στρατιώτης δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πειράξῃ τίποτα, οὔτε μύτη ν᾿ ἀ­νοίξῃ· κ᾿ εἶχαν δικαίωμα ὅλοι νὰ τοῦ ζητήσουν ὅ,τι θέλουν. Αὐτὸ ἦταν μιὰ προθεσμία. Περνοῦ­σε ἡ προθεσμία; κατέβαζε τὴν ἄσπρη σημαία, ὕψωνε τὴ μαύρη, καὶ τότε κλάψτε μάνες! Σὲ ἀνθρώπους, σπίτια, χωράφια ἄρχιζε τσεκούρι καὶ φωτιά… 
Μὲ καταλάβετε;
 Ὁ Χριστός μας, ὁ καλὸς Βασιλιᾶς τοῦ κόσμου, ὑψώ­νει τώρα λευκὴ σημαία πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο, τὸν τίμιο σταυρό του. 
Ἐλᾶτε ἁμαρτωλοί, ἐλᾶτε κόσμε, ὅσο ὑπάρχει καιρός· «Καιρῷ δεκτῷ…»! Θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ κατεβάσῃ τὴ σημαία τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους, καὶ τότε θὰ κλείσουν οἱ πόρτες. Θά ᾿ρθῃς μιὰ μέρα καὶ θὰ βρῇς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας κλειστή· θὰ χτυπᾷς, πα­πᾶς καὶ ψάλτης δὲν θὰ ὑπάρχῃ. 
Τὰ ἄστρα καὶ ὁ ἥλιος θὰ σβήσουν, τὰ ποτάμια θὰ ξεραθοῦν. Θὰ εἶνε ἐποχὴ τῆς κρίσεως καὶ δικαιοσύνης. Ἀδελφοί μου! 
Ὅσο ζοῦμε στὸ μάταιο αὐτὸ κόσμο ἂς μετανοήσουμε, ἂς κλάψουμε, ἂς ζη­­τήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ νὰ μᾶς ἀ­ξιώ­σῃ ὁ Θεός, τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μας νὰ τὸ πε­ρά­σουμε «ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ», διὰ πρεσβει­ῶν τῆς Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν ἁγίων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἄγνωστο ἱ. ναὸ τῶν Ἀθηνῶν τὴν 11-7-1965

http://www.augoustinos-kantiotis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου