Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 17,12-19) - Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου


Σ᾽ ευγνωμονουμε, Κυριε, για τις ευεργεσiες σου!

«Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ;» (Λουκ. 17,18)

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λου­κᾶς μᾶς διηγεῖται ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸ ὀποῖο θεράπευσε δέκα ἀρρώστους ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ λέπρα, ἀνίατη τότε.
Μὲ τὸν ἔλεγχό του ὅμως μπορεῖ νὰ θερα­πεύ­σῃ καὶ ἄλ­λους πολλούς, ποὺ πάσχουν ἀπὸ μιὰ ἄλ­λη χειρότερη ἀσθένεια, ἀ­σθένεια ψυχική. Κι αὐτὴ εἶνε ἡ ἀχαριστία. 
Τὴν εἰκόνα τῆς ἀχαριστί­ας ζωγραφίζει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.
Τρομερὴ ἀσθένεια ἡ λέπρα. Τὸ μικρόβιο φώ­λιαζε στὸ αἷμα, ἐρέθιζε τὸ
δέρμα, ἔφερνε κνη­σμό – φαγούρα, ὁ ἀσθενὴς δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ κοιμηθῇ, ὅπως ὁ Ἰώβ. Οἱ δέκα λεπροὶ δὲν εὕ­ρισκαν ἡσυχία οὔτε μέρα οὔτε νύχτα. Ἡ ἀ­σθένεια δη­μιουργοῦσε ἕλκη· ὁ λεπρὸς γέ­μιζε λέπια, οἱ σάρκες σάπιζαν, ἔ­βγαζαν πύον, ἔπεφταν. Ἀνέ­διδε δυσοσμία, ἦ­­ταν ἄσχη­μος, πα­ρα­μορ­φωμένος, ἀπομονω­μένος ἀπ᾽ ὅλους.

Ὅταν ἀπὸ μακριὰ εἶδαν νὰ ἔρχεται πε­ζῇ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εἶπαν· Αὐ­τὸς μό­νο μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσῃ! Ἔβαλαν φωνή· «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς» (Λουκ. 17,13).

Τὸ λέμε κ᾽ ἐμεῖς αὐτὸ πολλὲς φορὲς στὴν ἐκκλησία. Ἀλλὰ τὸ δικό τους «Κύριε, ἐλέησον» βγῆκε ἀπ᾽ τὴν καρ­διά τους σὰν πυρωμένη λάβα. Τὸ φώνα­ξαν μὲ πίστι ἀκράδαντη ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ τοὺς γιατρέψῃ. Κι ὁ εὔσπλαχνος καὶ οἰ­κτίρμων Κύριος, μ᾽ ἕνα του λόγο, ἐ­λέησε τὰ πλά­σματά του. Ε­ἶπε νὰ πᾶνε στοὺς ἱερεῖς, «καὶ ἐν τῷ ὑπάγειν… ἐκαθαρίσθησαν» (Λουκ. 17,14).
Τί ἔπρεπε τώρα νὰ κάνουν;
Πρῶτο καθῆκον ἦταν νὰ γυρίσουν, νὰ φιλή­σουν τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, νὰ ποῦν τοὐλάχιστον ἕ­να εὐχαριστῶ. Ἀλλ᾽ ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, ποὺ γύρισε κ᾽ εὐχαρίστη­­σε, οἱ ἄλ­λοι, σὰν νὰ μὴ συνέβη τίποτα, ἀδιαφό­ρησαν καὶ πῆγαν στὰ σπίτια τους ξεχνώντας τὸν Εὐερ­γέτη. Νά γιατί εἶπα, ὅτι τὸ σημερινὸ εὐαγ­γέλιο εἶνε ἡ εἰκόνα τῆς ἀχαριστίας.

* * *

Ἀχάρι­στοι, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε μόνο οἱ δέ­κα αὐτοὶ λεπροί· ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

Ἀχάριστοι πρῶτα – πρῶτα πρὸς τοὺς γονεῖς. Δὲν δείχνουν κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν πατέ­ρα καὶ τὴ μάνα. Ἔ­φυγαν μακριά, Αὐ­στραλία ἢ Ἀ­μερική, ἄνοιξαν ἐπιχειρήσεις, θησαύρισαν, ζοῦν μὲ κάθε ἄνεσι, ἐνῷ οἱ γονεῖς τους ὑποφέ­ρουν μέσα σὲ τρῶγλες· καὶ ὄχι δολλάριο ἢ μάρ­κο ἢ λίρα δὲν στέλνουν, ἀλλ᾽ οὔτε ἕνα γράμμα χρόνια τώρα.
Συνάντησα σὲ μιὰ τρώγλη τῆς Φλωρίνης μία γριὰ 80 ἐτῶν, ποὺ ἔ­λεγε·
 –Πάτερ, δὲν κλαίω γιὰ τὴ δυστυχία μου· κλαίω για­τὶ τὸ παιδί, ποὺ μὲ τόσους κόπους καὶ βάσανα ἔ­φερα στὸν κόσμο, ἔχει δέκα χρόνια νὰ στείλῃ γράμμα. Διαβάσατε καὶ χθές; «σημεῖα τῶν και­ρῶν» (Ματθ. 16,3).
Ἕνας γέρος 76 ἐτῶν ξεκίνησε ἀ­πὸ ἕνα χωριὸ τῆς Κορινθίας τώρα τὸ χειμῶ­να, ἦρ­θε στὰ παιδιά του στὴν Ἀθήνα καὶ τοὺς ζήτησε νὰ τὸν προστατέψουν, γιατὶ εἶνε ἀνίκα­νος πιὰ νὰ ἐργασθῇ. Κι αὐτά, ἀντὶ ν᾽ ἀνοίξουν τὴν πόρ­τα καὶ νὰ τὸν περιποιηθοῦν, τὸν ἔ­διωξαν «μὲ τὶς κλωτσιές»· ἀναγκάστηκε νὰ ἐπεμβῇ ἡ ἀ­στυνομία καὶ νὰ συλλάβῃ τὰ ἄστοργα παιδιά. Κάποιοι ἄλλοι σηκώνουν καὶ χέρι στὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα. Ἀχαριστία στοὺς γονεῖς.
Ἄλλοι πάλι φέρονται ἀχάριστα στοὺς δασκά­λους καὶ καθηγητάς, στοὺς ὁποίους ὀφείλουν τὴν κατάρτισι, τὸ ἐπίπεδο, τὴν ἀνθρωπιά τους, τὸ «εὖ ζεῖν» ὅπως ἔ­λεγε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος γιὰ τὸ δάσκαλό του τὸν Ἀριστοτέλη.
Συχνὰ παρουσιάζονται καὶ κάποιοι ἀχάριστοι στοὺς ἱερεῖς. Τοὺς σχολιάζουν, τοὺς εἰ­ρω­­νεύονται, τοὺς ἐμ­παίζουν, τοὺς χλευάζουν. Αὐτοὶ δὲν νιώθουν οὔτε πιστεύουν ὅτι ἕνας ἱ­ερεὺς προσφέρει στὸ λαό, καὶ σ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, μιὰ μοναδικὴ ὑπηρεσία.
Οἱ προηγούμενοι βέβαια, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν λειτουργὸ τοῦ Θεοῦ, προσβάλλουν ἐμμέσως καὶ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ τὸν ὁποῖον ὁ ἱερεὺς ἐκπροσω­πεῖ.
Οἱ χειρότεροι ὅμως εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ καὶ εὐθέως φέρονται μὲ ἀχαριστία στὸν ἴδιο τὸ Θεό· σ᾽ αὐτὸν ποὺ εἶνε παραπάνω κι ἀπὸ τὴ μάνα κι ἀπὸ τὸν πατέρα κι ἀπὸ τὸ δάσκαλο κι ἀπὸ τὸν ἱερέα, στὸ μεγάλο Εὐεργέτη μας.

* * *

Ποιός μπορεῖ, ἀγαπητοί μου, νὰ μετρήσῃ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ; Εἶνε ἀμέτρητες, ἀναρίθμητες· ὑ­λικὲς καὶ πνευματικές, γνωστὲς καὶ ἄ­γνωστες, φανερὲς ἀλλὰ καὶ ἀφανεῖς.
Μᾶς εὐεργετεῖ ὁ Θεός.
Κάθε ἀκτίνα τοῦ ἥ­λιου, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τόση ἀπόστασι, καθὼς μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς θερμαίνει, λέει μὲ τὴ δική της γλῶσσα «Ἄνθρωπε, ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ».
 Κά­θε πνοὴ ἀέρος, λεπτὴ ἢ σφοδρή, τὴν ὥρα ποὺ μᾶς ἀγγίζει λέει «Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ». Κάθε στα­γόνα νεροῦ, τὴ στιγμὴ ποὺ μᾶς ξεδιψᾷ καὶ μᾶς πλένει, λέει «Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ». Κάθε τίκ – τάκ, κάθε παλμὸς τῆς καρδιᾶς, ποὺ εἶνε ἕνα τέ­λειο μηχάνημα τοῦ Δημιουργοῦ μέσα μας –τὸ σκεφθήκατε ποτέ;–, μᾶς λέει «Ὁ Θεὸς σὲ ἀγα­πᾷ». Κάθε ἄνθος ποὺ σκορπάει τὸ ἄρωμά του, κάθε πουλάκι ποὺ κελαδεῖ στὸ δάσος, μᾶς λένε «Ὁ Θεὸς σὲ ἀ­γαπᾷ».
Τὰ πάντα μαρτυροῦν τὶς εὐερ­γεσίες του. «Ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα τὰ σύμ­παντα πλησθήσονται χρηστότητος» (Ψαλμ. 103,28).
Ἀλλ᾽ ἂς ἀφήσω ἄλλους, ποιητὰς καὶ λογοτέχνες, νὰ μιλοῦν γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα δεί­γματα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἐγὼ –ὡς λειτουρ­­γὸς τοῦ Ὑψίστου κατὰ τὴν εὐσπλαγχνία του– θέλω νὰ μιλήσω γιὰ μία ἄλλη εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, ἀνώτερη ἀπ᾽ ὅλες, ἰλιγγιώδη εὐεργεσία. Ἂν δὲν τὴ νιώθῃς τὴν εὐεργεσία αὐτή, ματαί­ως ζῇς σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ποιά εἶν᾽ αὐτή;

Τὴν ὥρα ποὺ μέσα στὸ ναὸ τελεῖται ἡ θεία λειτουργία ῥίξτε, συναμαρτωλοὶ ἀδελφοί μου, ἕνα βλέμμα στὸ ἅγιο βῆμα. 
Πάνω στὴν ἁ­γία τράπεζα βρίσκεται τὸ ἱερὸ δισκοπότηρο. Κι ὅταν προχωρήσῃ τὸ δρᾶμα τῶν δραμάτων, ὅ­σοι πιστεύουμε στὸν Κύριο ὁμολογοῦμε, ὅτι αὐ­τὲς οἱ σταλαγματιὲς τοῦ οἴνου, τοῦ προϊόν­τος τῆς ἀμπέλου, κατὰ μυστηριώδη τρόπο με­­τα­βάλλονται. Μὴ μὲ ρωτήσῃς τὸ πῶς, γιατὶ κ᾽ ἐ­γὼ θὰ σὲ ρωτήσω·
 Πῶς τὰ κάρβουνα, ὅπως βε­βαιώνει ἡ ἐπιστήμη, μέσα στὸ χημεῖο τῆς φύ­σεως μεταβάλλονται σὲ διαμάντια; 
Μὴ μὲ ρωτήσῃς λοιπόν. Πίστις μας ἀκράδαντος εἶνε, ὅ­τι τὸ κρασὶ μέσα στὸ ἅγιο ποτήριο μεταβάλλε­ται σὲ αἷμα, στὸ παν­άγιο ἐκεῖνο αἷμα τοῦ Χρι­στοῦ ποὺ ἔτρεξε στὸ Γολγοθᾶ καὶ ἔσωσε τὴν ἀν­θρωπότητα. Κάθε σταλαγματιὰ τοῦ αἵματός του εἶνε Ἰορδάνης ποταμός, γίνεται ὠκεανός, στὸν ὁποῖο πλένονται οἱ ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου.

Χριστέ, σ᾽ εὐχαριστῶ γιὰ τὰ ἄστρα σου, γιὰ τὰ ἄνθη σου, γιὰ τὰ ποτάμια σου…· ἀλλὰ θὰ εἶ­μαι ἀνάξιος δοῦλος σου ἐὰν δὲν γονατίσω μπρο­στὰ στὸ σταυρὸ καὶ δὲν πῶ· Χριστέ, σ᾽ εὐχαρι­στῶ γιὰ τὸ αἷμα σου, τὴν ὑψίστη αὐτὴ εὐεργε­σία σου στὴν ἀνθρωπότητα!
Δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀχάριστοι. Ἡ ἀχαριστία μᾶς κλείνει τὸ στόμα καὶ δὲν λέμε ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Λυτρωτή μας· αὐτὴ μᾶς κατεβάζει χαμηλότερα κι ἀπὸ τὰ ζῷα.

Στὴ φύσι ὁ κορυδαλλός, τὸ πουλά­κι ποὺ πρωὶ – πρωὶ ἀνεβαίνει πρῶτο στὰ ὕψη, ψάλλει σὰν ἄ­μισθος ψάλτης καὶ λέει στὸν Ὕψιστο «Σ᾽ εὐ­χαρι­στῶ».
Ἡ ὄρνιθα, ὅταν σκύβει στὸ ποταμάκι, πί­νει μιὰ γουλιὰ νερὸ καὶ ὑψώνει τὸ κεφάλι της, λέει στὸ Θεὸ «Σ᾽ εὐχαριστῶ». Τὸ σκυλί, ποὺ τοῦ δίνεις ἕνα ξεροκόμματο καὶ κουνάει τὴν οὐρά του, σοῦ λέει «Ἀφεντικὸ σ᾽ εὐχαριστῶ». Κι ὁ ἄνθρωπος; Ὤ ὁ ἄνθρωπος!
Ἕνα σκυλί, ὅταν γκρεμίστηκε ἕνα σπίτι καὶ πλάκωσε μέσα τὴ γριὰ νοικοκυρά, ἐνῷ μποροῦσε νὰ φύγῃ ὅπως ἔφυγαν ὅλοι καὶ τὰ παιδιὰ τῆς γριᾶς, αὐτὸ ἔμεινε ἐκεῖ καὶ ἔκλαιγε ἀ­νάμεσα στοὺς ὀγκολίθους. Τὰ σωστικὰ συν­εργεῖα ἄκουσαν τὸ κλάμα του, ἔτρεξαν ἐκεῖ, ἔ­σκαψαν, βρῆκαν ζωντανὴ τὴ νοικοκυρά, καὶ τότε τὸ σκυλὶ ἄρχισε νὰ πηδάῃ ὅλο χαρά.

Ὦ ἄνθρωπε, ἕνα σκυλὶ εὐγνωμονεῖ· κ᾽ ἐσὺ χτυπᾷς τὸν πατέρα, βρίζεις τὴ μάνα, βλαστημᾷς τὸ Θεό; Εἶσαι κατώτερος κι ἀπὸ τὰ ζῷα· «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13).

* * *

Ἡ ἀχαριστία, ἀγαπητοί μου, εἶνε «σημεῖον τῶν καιρῶν».
Μία προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέει, ὅτι στοὺς ἐσχάτους καιροὺς οἱ ἄν­θρωποι θὰ γίνουν «ἀχάριστοι» (Β΄ Τιμ. 3,2).
Καὶ πο­τέ ἄλλοτε ἡ γῆ αὐτὴ δὲν εἶδε ὅπως τώρα τόσο ἀχά­ριστα ὄν­τα, ποὺ νὰ ὑβρίζουν ἀμετανόητα τὸν Εὐ­ερ­γέτη τους.
Γι᾽ αὐτοὺς ἡ Ἀποκάλυψις λέει ὅ­τι, ἀκόμη κι ὅταν θὰ κολάζωνται, θὰ δαγκώνουν τὶς γλῶσσες τους ἀπ᾽ τὸν πόνο, μὰ ἀντὶ νὰ με­τανοοῦν θὰ συνεχίζουν νὰ βλαστημοῦν (βλ. Ἀπ. 16,10).

Μέσα σὲ τέτοια γενεά, ἂς μείνουμε εὐγνώμονες στὸ Θεό. Κι ἂς τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ γιὰ τὰ καλὰ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ δυσάρεστα· γιατὶ μέσα στὴν πικρία ὑπάρχει γλυκύτης. Ὁ Ἰὼβ καὶ στὴν εὐτυχία ἀλλὰ καὶ στὴ δυστυχία του ἔλεγε «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον…» (βλ. Ἰώβ 1, 21 & θ. Λειτ.).
 Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖ­τε» (Α΄ Θεσ. 5,18)· καὶ στὴ χαρὰ καὶ στὴ λύπη, καὶ στὴ γαλήνη καὶ στὴν τρικυμία, καὶ στὴ φτώχεια καὶ στὸν πλοῦ­το, σὲ κάθε περιπέτεια καὶ στὸ θάνατο ἀκόμη τὰ χείλη μας ἂς λένε «Δόξα σοι, ὁ Θεός!».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Ἰωάννου ὁδ. Βουλιαγμένης – Ἀθηνῶν 21-1-1968)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου