Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Γιατί δεν «περπατάει» στην Ελλάδα το κυπριακό μοντέλο για τα δάνεια

Οι κοινωνικές αντιδράσεις και ο φόβος του πολιτικού κόστους προκαλούν συζητήσεις και διεργασίες για την εισαγωγή του λεγόμενου «μοντέλου Κύπρου» για τις πωλήσεις δανειακών χαρτοφυλακίων

του Αλέξανδρου Κασιμάτη

H αποτελεσματικότητα των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών αποδεικνύεται στην πράξη όσο περνά ο χρόνος και ανεβαίνουν στην πλατφόρμα νέες περιπτώσεις κόκκινων δανειοληπτών.

Οι κοινωνικές αντιδράσεις και ο φόβος του πολιτικού κόστους προκαλούν συζητήσεις και διεργασίες για την εισαγωγή του λεγόμενου «μοντέλου Κύπρου» για τις
πωλήσεις δανειακών χαρτοφυλακίων. Ενδεικτικό είναι ότι την τελευταία Τετάρτη του Μαρτίου, από τους 268 ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς που ανέβηκαν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα σχεδόν το 50% (συγκεκριμένα οι 130) ολοκληρώθηκε με κατακύρωση του ακινήτου.
Αγονοι ανακηρύχθηκαν 92 (δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον), 45 ανεστάλησαν και ένας ματαιώθηκε, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου.
Σε θεσμικό επίπεδο δεν έχει αναληφθεί κάποια συγκεκριμένη πρωτοβουλία, αλλά γίνονται συζητήσεις και αναπτύσσεται προβληματισμός για το μοντέλο της Κύπρου, με την έννοια να δοθεί στον δανειολήπτη η δυνατότητα να εξαγοράζει το δάνειο στην τιμή που έχει προσφέρει ο αγοραστής χαρτοφυλακίου στο οποίο περιλαμβάνεται το συγκεκριμένο δάνειο.
Ωστόσο υπάρχει μια πλάνη, καθώς αυτό το μοντέλο που γοητεύει πολιτικούς και όχι μόνο κύκλους στην Αθήνα δεν υπάρχει στην Κύπρο και συνεπώς δεν εφαρμόζεται από τις τοπικές τράπεζες. 

Η μεθοδολογία που εφαρμόζουν οι κυπριακές τράπεζες είναι διαφορετική και αφορά αποκλειστικά δάνεια φυσικών προσώπων και πολύ μικρών επιχειρήσεων με υπόλοιπο έως 1 εκατ. ευρώ. Στην περίπτωση που η τράπεζα αποφασίσει να συμπεριλάβει ένα δάνειο σε χαρτοφυλάκιο προς πώληση, έχει την υποχρέωση να ενημερώσει τον δανειολήπτη ότι προτίθεται να πουλήσει το δάνειό του.
Ο δανειολήπτης από την πλευρά του έχει το δικαίωμα εντός 45 ημερών να καταθέσει  στην τράπεζα προσφορά εξαγοράς του δανείου του σε τιμή που ο ίδιος κρίνει δίκαιη.
Η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να αποδεχτεί ή να απορρίψει την προσφορά. Αν τελικά προκρίνει την πώληση του δανείου, τότε υποχρεούται να ενημερώσει εντός πέντε ημερών τον δανειολήπτη ότι η οφειλή  του έχει πωληθεί. Σε σχέση με δάνεια το υπόλοιπο των οποίων υπερβαίνει το 1 εκατ. ευρώ, οι κυπριακές τράπεζες έχουν απόλυτη ελευθερία στη διαχείρισή τους. 

Η υιοθέτηση από τη χώρα μας μιας πρακτικής ανάλογης με αυτή της Κύπρου θα ήταν ουσιαστικά επιβράβευση των στρατηγικών κακοπληρωτών.
Οι δανειολήπτες που βρίσκονται σε πραγματική οικονομική αδυναμία δεν έχουν διαθέσιμα κεφάλαια  ή και δεν μπορούν να βρουν άμεσα και εύκολα ένα μεγάλο ποσοστό της οφειλής τους για να αγοράσουν τα δάνειά τους.

Αλλωστε οι δανειολήπτες που είναι σε πραγματική αδυναμία  δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν ούτε ένα κλάσμα του ποσού ώστε να ανταποκριθούν σε πολυετείς ρυθμίσεις με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους, που έτσι κι αλλιώς προτείνουν οι τράπεζες για να «πρασινίσουν» τα δάνεια.
Είναι προφανές ότι με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να αγοράσουν φθηνά τα δάνειά τους μόνο όσοι έχουν οικονομική δυνατότητα, αλλά με τεχνάσματα αποφεύγουν συστηματικά να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις  τους.

Υπενθυμίζεται ότι στην πρόσφατη περίπτωση πώλησης καταναλωτικών χαρτοφυλακίων προτάθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας κούρεμα έως και 90%-95% σε περισσότερους από 400.000 δανειολήπτες. Η ανταπόκριση όμως ήταν ελάχιστη.
Ωστόσο, και όσοι ανταποκρίθηκαν δεν μπόρεσαν τελικά να τηρήσουν τις ρυθμίσεις για την καταβολή του 5%-10% του οφειλόμενου κεφαλαίου, χωρίς τις προσαυξήσεις. Μια λύση που βασίζεται στην κυπριακή πρακτική θα δημιουργούσε ένα παράθυρο ευκαιρίας να αποκτήσουν κουρεμένα τα δάνειά τους οι στρατηγικοί κακοπληρωτές, ενώ θα παρέμεναν σε τέλμα όσοι έχουν πραγματική αδυναμία.
Επιπλέον, η κυπριακή πρόταση καταργεί τη συναλλακτική λογική. Πρακτικά κανείς αγοραστής δεν πρόκειται να κάνει προσφορά για ένα χαρτοφυλάκιο δανείων χωρίς να ξέρει τι τελικά περιλαμβάνει και συνεπώς τι αγοράζει. Δεν νοείται τιμή για ένα απροσδιόριστο σύνολο δανείων, η οποία θα διαμορφωθεί τελικά αφού διερευνηθεί και διαπιστωθεί πόσοι οφειλέτες θα εξαγόραζαν τα δάνειά τους. Επίσης, η συγκεκριμένη πρακτική καταργεί και τη λογική της συγκρότησης ενός χαρτοφυλακίου.
Η τιμή προσφοράς από την πλευρά του αγοραστή δεν αφορά ομοιόμορφα ένα προς ένα τα δάνεια που περιλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο, αλλά τη συνολική εκτίμηση της αξίας του κατά μέσο όρο. Επομένως, η τιμή αγοράς δεν συναρτάται με κανένα μεμονωμένο δάνειο. 

Πρακτικά, λοιπόν, δεν μπορεί να προταθεί η ίδια τιμή σε όλους ανεξαιρέτως τους δανειολήπτες τα δάνεια των οποίων συμπεριλαμβάνονται στο πακέτο.
Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ανισότητες στη μεταχείριση των δανειοληπτών, καθώς υπό μια ενιαία τιμή θα έπρεπε να αποφασίσουν αυτοί που έχουν δάνεια μεγαλύτερης πραγματικής αξίας, όπως και αυτοί που έχουν μικρότερης αξίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου