Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Η «αρκούδα» της ρωσικής επιστήμης και τεχνολογίας ξυπνά

Αφού η επιστήμη, η έρευνα και η τεχνολογία αφέθηκαν να μαραζώνουν για αρκετά χρόνια στη μετασοβιετική Ρωσία, με συνέπεια η χώρα να νιώσει ότι μένει πίσω σε σχέση με αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Κίνα, ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν αποφάσισε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στο
ζήτημα και διαβεβαίωσε ότι η καινοτομία αποτελεί πλέον μία από τις κορυφαίες εθνικές προτεραιότητες της χώρας του. 
Το Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων προσκλήθηκε στη Μόσχα και είχε την ευκαιρία, μαζί με άλλα πρακτορεία ειδήσεων και λοιπά μέσα ενημέρωσης από τη νοτιοανατολική Ευρώπη (Ιταλία, Σερβία, Βουλγαρία, ΠΓΔΜ), την Κίνα και την Ινδία, να πάρει μια μικρή γεύση από το νέο «πρόσωπο» της επιστήμης, έρευνας και τεχνολογίας στη Ρωσία.
Η χώρα φαίνεται να ανακτά την πλούσια κληρονομιά της σοβιετικής εποχής, όταν η επιστήμη και η τεχνολογία γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη και στήριξη.

 Ήδη υπάρχουν σαφή σημάδια ότι η «αρκούδα» της ρωσικής επιστήμης και έρευνας έχει ήδη ξυπνήσει ξανά, διεκδικώντας -με εξωστρέφεια πλέον- μια αναβαθμισμένη θέση στη διεθνή σκηνή.
O καθηγητής Μιχαήλ Φιλόνοφ, αντιπρύτανης του Εθνικού Πανεπιστημίου Eπιστήμης και Tεχνολογίας NUST MISIS της Μόσχας, ενός από τα κορυφαία ρωσικά πολυτεχνεία, το οποίο είχε την πρωτοβουλία της πρόσκλησης των ξένων δημοσιογράφων, δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «τα σοβιετικά πανεπιστήμια ήσαν κλειστά στον έξω κόσμο και συχνά μυστικοπαθή, λόγω και των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της άμυνας.
 Επειδή η Ρωσία ήταν κλειστή έως πρόσφατα, δεν νοιαζόταν να κάνει επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ξένα περιοδικά, που επηρεάζουν θετικά τις θέσεις των πανεπιστημίων στις διεθνείς κατατάξεις, κάτι που όμως πλέον αλλάζει».
Τόνισε ότι «η επιστήμη στη Ρωσία δεν είναι καθόλου χειρότερη από ό,τι στη Δύση, απλώς αναπτύχθηκε διαφορετικά. Κοιτάζουμε πια το μέλλον και κάνουμε μεγάλα βήματα προόδου». Επεσήμανε επίσης ότι «ο στόχος μας δεν είναι να φέρνουμε ολοένα περισσότερους ξένους φοιτητές στη Ρωσία, αλλά τους καλύτερους. Το ίδιο ισχύει και για την προσέλκυση ξένων ερευνητών υψηλού επιπέδου».

Σήμερα η μεγάλη Ρωσία δαπανά ετησίως για Έρευνα και Ανάπτυξη (R & D) περίπου το 1% του ΑΕΠ της, δηλαδή όσο και η μικρή Ελλάδα.
 Όμως σταδιακά η κυβέρνηση αυξάνει τις σχετικές επενδύσεις και για το 2018 έχει δεσμευθεί ότι θα διαθέσει 170 δισεκατομμύρια ρούβλια (περίπου 3 δισ. δολάρια) για βασική έρευνα, 25% περισσότερα από ό,τι το 2017.
 Το βασικό εργαλείο κρατικής χρηματοδότησης είναι τα ομοσπονδιακά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης (FCPIR) που ξεκίνησαν το 2002 και σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη το τρίτο από αυτά (2014-2020).
H χρηματοδότηση ενός ερευνητικού προγράμματος κυμαίνεται από 15 έως 100 εκατομμύρια ρούβλια (200.000 έως 1,35 εκατ. ευρώ περίπου) για διάστημα δύο έως τριών ετών.

Ξεχωριστές επιχορηγήσεις δίνει στους ερευνητές το Ρωσικό Ίδρυμα Επιστημών, από πέντε έως 50 εκατ. ρούβλια ετησίως, ενώ υπάρχουν και άλλα προγράμματα με τα οποία το κράτος ενισχύει τους ερευνητές να φέρουν στην αγορά καινοτόμα προϊόντα, όπως το πρόγραμμα START για τη δημιουργία μικρών καινοτόμων επιχειρήσεων.
Η κρατική επιχορήγηση στους πετυχημένους καινοτόμους ερευνητές-επιχειρηματίες μπορεί να φθάσει έως τα 300 εκατ. ρούβλια (4 εκατ. ευρώ).

Σύμφωνα με τον Μ.Φιλόνοφ, «το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι έως το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ού αιώνα η Ρωσία έχει καταφέρει να δημιουργήσει παγκοσμίου επιπέδου ερευνητικές υποδομές, ενώ το πρόγραμμα ανάπτυξής τους συνεχίζεται. Τώρα πια η κυβέρνηση όλο και περισσότερο προσανατολίζεται στη συγχρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας από τον ‘καταναλωτή’, συχνά κάποια ιδιωτική εταιρεία, και την ίδια στιγμή ο καταναλωτής των ερευνητικών αποτελεσμάτων εγγυάται στο κράτος ότι θα υλοποιηθούν τα αποτελέσματα αυτά».
Όπως είναι αναμεμόμενο, σταδιακά αυξάνονται οι δημοσιεύσεις ρώσων ερευνητών σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και υπερδιπλασιάσθηκαν μεταξύ 2006-2016.

 Η Ρωσία πλέον βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα των χωρών διεθνώς σε αριθμό επιστημονικών άρθρων, πάνω από χώρες όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Ελβετία, σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά στοιχεία του Εθνικού Ιδρύματος Επιστημών των ΗΠΑ.

Όχι πια διαρροή εγκεφάλων

Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, όπως τόσοι άλλοι τομείς, οι υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό του τομέα επιστήμης και έρευνας υπέστησαν σοβαρό πλήγμα στη δεκαετία του 1990. Η κρατική χρηματοδότηση στέρεψε και χιλιάδες ρώσοι επιστήμονες έφυγαν στο εξωτερικό σε αναζήτηση καλύτερης τύχης.
Φαίνεται πάντως πως η εκροή «εγκεφάλων» (brain drain) από τα ρωσικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, ένα πρόβλημα παρόμοιο με της Ελλάδας τα προηγούμενα χρόνια, εμφανίζει τάση αναστροφής, καθώς ολοένα περισσότεροι ρώσοι επιστήμονες επιστρέφουν στην πατρίδα τους.

Ο Τίμοθι Ο’ Κόνορ, επίσης αντιπρύτανης του πανεπιστημίου NUST MISIS, ο οποίος είναι Αμερικανός -κάτι ασυνήθιστο για ρωσικό ΑΕΙ- ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «το πρόβλημα της διαρροής εγκεφάλων από τη Ρωσία ήταν πολύ σοβαρό κατά τη δεκαετία του 1990, αλλά εδώ και μερικά χρόνια ουσιαστικά έχει σταματήσει».

Ο Μ.Φιλόνοφ τόνισε ότι «στη δεκαετία του 1990, όταν η οικονομική κατάσταση της χώρας δεν ικανοποιούσε τις επιθυμίες των ερευνητών, δεκάδες χιλιάδες μετανάστευαν από τη Ρωσία κάθε χρόνο.
Αλλά στην τρέχουσα δεκαετία αυτή η εκροή έχει μειωθεί σημαντικά και, επιπλέον, έχει αρχίσει να αναστρέφεται, καθώς υπάρχει πια εισαγωγή εγκεφάλων, κυρίως χάρη στη ρωσική πολιτική να κρατήσει τους επιστήμονές της και να φέρει πίσω όσους έφυγαν στο εξωτερικό».

Ο σύμβουλος του Πούτιν, Αντρέι Φουρσένκο, πρώην υπουργός επιστήμης και εκπαίδευσης, δήλωσε πρόσφατα ότι «η διαρροή εγκεφάλων σταμάτησε. Όσοι επιστρέφουν, λένε ότι υπάρχουν πια περισσότερες ευκαιρίες στα ρωσικά πανεπιστήμια από ό,τι ακόμη και στις δυτικές χώρες. Ολοένα περισσότεροι νέοι επιστήμονες παίρνουν την απόφαση να μην εγκαταλείψουν καθόλου τη Ρωσία».

Όπως είπε, το 2017, περίπου 4.000 ρώσοι επιστήμονες επέστρεψαν στην πατρίδα τους και η τάση αυτή συνεχίζεται και το 2018.
Ο Φιλόνοφ εξήγησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι αυτό συμβαίνει τόσο από υλιστικά όσο και από ιδεαλιστικά κίνητρα.
«Η Ρωσία γίνεται πλέον ένα ανταγωνιστικό μέρος, όπου είναι δυνατό ένας επιστήμονας να κερδίσει χρήματα και να υλοποιήσει τα ερευνητικά ενδιαφέροντά του.
 Στην πραγματικότητα, ένας καθηγητής αμερικανικού ή ευρωπαϊκού πανεπιστημίου έχει περιορισμένες αποδοχές, καθώς άσχετα από το πόσες επιχορηγήσεις θα κερδίσει, δεν θα μπορέσει να αμοιφθεί με πάνω από 100.000 έως 150.000 δολάρια ετησίως, ενώ στη Βρετανία έως 80.000 δολάρια.
 Στη Ρωσία δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός, συνεπώς ένας επιστήμονας που έρχεται εδώ, μπορεί να κερδίσει περισσότερα.
Οι ρώσοι επιστήμονες λαμβάνουν κατά μέσο όρο τρία έως πέντε εκατομμύρια ρούβλια ετησίως (σ.σ. 48.000 έως 80.000 δολάρια), ενώ οι ετήσιες αποδοχές τους μπορούν να φθάσουν τα επτά έως οκτώ εκατομμύρια ρούβλια (σ.σ. 113.000 έως 130.000 δολάρια).
Αντίθετα, οι ξένοι επιστήμονες με τους οποίους συνεργαζόμαστε, συνήθως βγάζουν μόλις δύο έως πέντε εκατομμύρια ρούβλια (σ.σ. 32.000 έως 80.000 δολάρια) ετησίως».

Το αποτέλεσμα, κατά τον Φιλόνοφ, «είναι ότι αρκετοί επιστήμονες εργάζονται για υλιστικούς λόγους, όμως αυτό δεν τους κάνει λιγότερο πολύτιμους. Από την άλλη, υπάρχουν και αρκετοί που θέλουν να εργασθούν στη Ρωσία ακόμη και χωρίς χρήματα. Πρόκειται για επιστήμονες που έχουν κυρίως ιδεαλιστικά κίνητρα και που αισθάνονται ηθικά υπεύθυνοι για το γεγονός ότι στη Ρωσία μεγάλωσαν και μορφώθηκαν δωρεάν, συνεπώς θέλουν να ξεπληρώσουν το χρέος τους στη μητέρα πατρίδα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου