Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν (Ἑβρ. 6,13-20)- Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ Δ΄ Κυριακὴ τῶν Nηστειῶν. Πλησιάζει τὸ Πάσχα, κ’ ἐμεῖς δυστυχῶς δὲν ἔχουμε προετοιμασθῆ. 
Σήμερα ἐπίσης ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. 

Τὸ εὐαγγέλιο περιγράφει τὸ θαῦ­μα τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου παιδιοῦ.
Καὶ ὁ ἀπόστολος; Ὁ σημερινὸς ἀπόστολος εἶνε μιὰ ὡραία περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς
Ἑβραίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁμιλεῖ περὶ ἐλπίδος. Γι’ αὐτὸ κ’ ἐγὼ θὰ πῶ λίγες λέξεις γιὰ τὴν ἐλπίδα.

* * *

Τί θὰ πῇ ἐλπίς; Εἶνε μιὰ δύναμις, μιὰ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ἐφύτευσε μέσ’ στὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου. Ὅλοι ζοῦμε μὲ τὴν ἐλπίδα. Ἀφαίρεσε τὴν ἐλπίδα, καὶ ὁ ἄν­θρωπος θ’ αὐτοκτονήσῃ· ἐὰν τοῦ λείψῃ ἡ ἐλ­πίδα, δὲν ἔ­χει στήριγμα νὰ κρατηθῇ. Ὑπάρχουν ἐλπί­δες πολλῶν εἰδῶν. Νὰ προ­σ­έξουμε ὅμως, διότι ὑπάρχουν καὶ ἐλ­πίδες ψεύτικες, κάλπικα νομίσματα· εἶνε ἄμ­μος, ἐ­πάνω στὴν ὁποία δὲ μποροῦμε νὰ θεμελιώσουμε τὸ οἰκοδόμημα τῆς εὐτυχίας.
 Ποιές εἶ­νε οἱ ἐλπίδες τοῦ κόσμου, σὲ τί ἐλπίζει; * Στὸ χρῆμα, στὸ παραδάκι. Μαζεύει, μαζεύει… Σὰν μυρμήγκι δουλεύει μέρα – νύχτα. Καὶ στερεῖται τὰ πάντα. Κ’ εἶνε ἕτοιμος, γιὰ μερικὰ κέρματα, νὰ πάῃ στὰ δικαστήρια. Τὰ λεφτά μου! σοῦ λέει. Στηρίζεται σ’ αὐ­τά· ἡ ἐλπίδα του εἶνε στὰ χρήματα. Δὲν ἀρνοῦ­μαι, ὅτι ἔχει καὶ τὸ χρῆμα κάποια ἀξία· ὄχι ὅμως αὐτὴ ποὺ νομίζουμε. Ἀπόδειξις· ἔρχεται στι­γμὴ ποὺ ἡ ἐλπίδα αὐτὴ διαψεύδεται. Τὸ ξέρετε κ’ ἐσεῖς πολὺ καλά, τὸ εἴδαμε κ’ ἐμεῖς οἱ γεροντότεροι. Στὴν περίοδο πρὸ τῆς κατοχῆς πολλοὶ εἶχαν ἀποταμιεύσει στὶς τράπεζες πολλὰ χρήματα· καὶ ἦρθε αἴφνης ἡ κατοχὴ καὶ ἡ ἀξία τοῦ χρήματος ἔπεσε. Τὸ χαρτονόμισμα ἔχασε τὴν ἀ­γοραστική του ἀξία· μὲ ἕνα ἑκατομμύριο δὲν ἀγόραζες ἕνα καρβέλι ψωμί! Πεῖνα τότε. Κ’ ἔτσι πραγματοποιήθηκε ἐκεῖνο ποὺ εἶχε πεῖ ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· ὅτι «μιὰ φούχτα ἀλεύρι – μιὰ φούχτα χρυσάφι». Γιὰ νὰ μάθουμε, ὅτι ἡ ἐλπίδα δὲν πρέπει νὰ εἶνε στὰ χρήματα. * Ἄλλοι ἔχουν ἐλπίδα – ποῦ; στὸ κόμμα, σὲ πο­λιτικὰ πρόσωπα. Δὲν τὸ λέγω αὐτὸ μὲ κάποια σκοπιμότητα· ὁμιλῶ ἀπὸ περιωπῆς. Ξέρετε πολὺ καλά, ὅτι οὐδέποτε συνταυτίσθηκα μὲ μία πολιτικὴ παράταξι· καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐδιώχθη ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος. Ὁμιλῶ λοιπὸν ἔξω ἀπὸ κόμματα καὶ λέγω· ἔχουν λάθος πολλοὶ ποὺ ἐλπίζουν σὲ πρόσωπα ὑψηλὰ ἱστάμενα (νομάρχες, ὑπουργούς, πρωθυπουργούς, ἀρχηγοὺς κομμάτων κ.λπ.), καὶ μὲ τὶς πλάτες αὐτῶν ἀπειλοῦν τοὺς ἄλλους, καὶ νομίζουν ὅτι αὐτοὶ εἶνε ἰσχυροί. Τί μᾶς λέει ἡ ἱστορία· πρόσωπα, ποὺ ἔφτασαν στὰ μεγάλα ἀξιώματα, ξαφνικὰ ἔπεσαν, καὶ εἶνε τώρα στὶς φυλακές, καὶ δὲν ἔχουν κανένα θαυμαστὴ καὶ κανείς δὲν τοὺς ὑπολογίζει. Ἡ ἐλπίδα μας λοιπὸν οὔτε στὸ χρῆμα οὔτε σὲ πολιτικὰ πρόσωπα, ποὺ παρέρχονται. «Μὴ πεποίθατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145,3). * Ἄλλος λέει· Ἐγὼ δὲν ἔχω ἐλπίδα οὔτε στὰ χρήματα οὔτε στοὺς πολιτικούς· ἐγὼ ἐλ­πί­ζω στὴν ἐπιστήμη – λέει τὴ λέξι ἐπιστήμη καὶ γεμίζει τὸ στόμα του λὲς καὶ τρώει γαλατομπού­ρεκο. Ποιός τὸ λέει αὐτό; Ἂν τό ᾽λεγε κανένας μεγάλος ἐπιστήμων, κανένας σοφός, αὐ­τοὶ κάτι ξέρουν. Τὸ λένε κάτι ἀγράμματοι καὶ ἀ­στοιχείωτοι ποὺ δὲ μάθανε οὔτε τὸ ἄλφα τῆς ἐπιστήμης, κάτι ἡμιμαθεῖς ποὺ δὲ μελέτησαν ἀκόμα τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί μιλοῦν ἔτσι καὶ στηρίζουν στὴν ἐπιστήμη κάθε ἐλπίδα. Ποιά ἐλπίδα ὅμως; Δὲν ἄκουσαν, ὅτι ἡ ἐπιστήμη ποὺ ἐκθειάζουν, αὐτή ἔχει φτειάξει ἀποθῆκες γεμᾶτες ἀπὸ πυρηνικὲς κεφα­λὲς ποὺ μποροῦν νὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο; Ματαία λοιπὸν ἡ ἐλπίδα στὴν ἐπιστήμη.
 Κι ὅπως εἶπε κάποιος ἅγιος, «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὴν ἀνθρωπότητα». Ὄχι ὁ ἀγράμματος βοσκὸς ἢ ὁ ταπεινὸς ἐργά­της, ἀλλ’ αὐτοὶ ποὺ μάθανε πολλὰ γράμματα, αὐτοὶ θ’ ἀνεβοῦν μιὰ μέρα ψηλά, πάνω ἀπ’ τὰ σύννεφα, θὰ πιέσουν ἀπὸ ᾽κεῖ ἕνα κουμπὶ καὶ θὰ ῥίξουν κάτω στὴ γῆ ἀτομικὲς βόμβες, ποὺ θὰ κάνουν στάχτη τοὺς ἀνθρώπους.  
* Ὁ ἕνας λοιπὸν ἐλπίζει στὸ χρῆμα, ὁ ἄλλος στὸ κόμμα, ὁ ἄλλος στὴν ἐπιστήμη. Κι ὁ ἄλ­λος; Ἐγώ, σοῦ λέει, ἐλπίδα ἔχω στὴν οἰκογένεια, στὰ παιδιά μου!… Ἄλλο πάλι αὐτό. Δὲ λέ­με νὰ μὴν ἀγαπᾷς τὰ παιδιά σου, ἀλλοίμονο· ὁ Θεὸς τὰ ἔδωσε καὶ πρέπει νὰ τ’ ἀγαποῦ­με. Ἀλλὰ νὰ τ’ ἀγαπᾷς ὅπως πρέπει, ὄχι ὑπερβολικά. Μὴ μοιάσῃς μὲ τὴ μαϊμοῦ· λένε ὅτι ἡ μαϊμοῦ, ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη στὰ παιδιά της, τ’ ἀγκαλιάζει καὶ τὰ σφίγγει τόσο, ποὺ τὰ πνίγει
Ἔτσι κάνουν τώρα πολλὲς μανάδες. Ν’ ἀγαπᾷς τὸ παιδὶ μέσα στὰ μέτρα ποὺ λέει ὁ Χριστός· καὶ παραπάνω, ν’ ἀγαπᾷς Αὐτόν. 
Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα στὰ παιδιὰ πάνω ἀπ’ τὸ μέτρο εἶνε λάθος. Τὰ παιδιά μου νά ᾽νε καλά, λέει, αὐτὰ θὰ μὲ κοιτάξουν, θὰ μὲ γηροκομήσουν… Θὰ σὲ κοιτάξουν; 
Παλαιότερα ναί· τώρα, στὴν ἐποχή μας; Σὲ ποιά παιδιὰ στηρίζεσαι;… 
Ἔλα νὰ σὲ πάω στὸ γηροκομεῖο, νὰ σοῦ δείξω ποιά εἶνε ἡ ἐλπίδα στὰ παιδιά. 

Ἐκεῖ μιὰ μέρα ἦρθε ἀπὸ κάπου μιὰ γριὰ 70 – 80 ἐτῶν ποὺ ἔτρεμαν τὰ πόδια της. 
Ἔκλαιγε. 
—Γιατί κλαῖς, γιαγιά; 
—Δὲν κλαίω γιὰ τὰ γεράματα, οὔτε γιὰ τὴν ἀδυναμία μου· κλαίω γιατὶ ἔχω ἕξι παιδιά, πῆγα καὶ ζήτησα νὰ μὲ πά­ρῃ κάποιο κοντά του, καὶ μ’ ἔδιωξαν ὅλα!…. Τόσα παι­διά, νύφες καὶ γυιοί, τὴν ἔδιωξαν καὶ τὴν ἔῤῥιξαν στὸ γηροκομεῖο. Ἔννοια σας· τὰ παιδιὰ αὐτὰ ποὺ χαϊδεύετε, ποὺ δὲν τὰ μάθατε ν’ ἀγαποῦν καὶ νὰ προσκυνοῦν τὸ Θεό, ποὺ δὲν τοὺς τραβήξατε ποτέ τὸ αὐτάκι ἀλλὰ τ’ ἀφήσατε ἀσύδοτα, αὐτὰ θὰ γίνουν θηρία…

* * *

Ποῦ νὰ ἐλπίζουμε; Ὄχι στὸ χρῆμα, ὄχι στὰ κόμματα, ὄχι στὴν ἐπιστήμη, ὄχι στὰ παιδιά. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν νὰ πιαστοῦμε; Αὐτὰ ὅλα εἶνε ἄμμος· καὶ σπίτι χτισμένο στὴν ἄμμο θὰ γκρε­μίσῃ. Ἐγὼ θὰ σᾶς δείξω βράχο· πάνω σ’ αὐ­τὸν νὰ χτίσετε τὸ σπίτι τῆς εὐτυχίας σας. Τὸ λέει σήμερα καὶ ἡ θεία λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὴν εὐχὴ μετὰ τὸν καθαγιασμό· «Σὺ γὰρ εἶ, Κύριε, …ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων». Τὸ λέει σήμερα καὶ ὁ ἀπόστολος· ἐλ­πίδα μας ὁ Χριστός. Δὲν ἔχουμε τίποτε ἄλ­λο, αὐτὴ εἶνε ἡ ἐλπίδα μας. 
Καὶ πῶς παρομοιάζει ὁ ἀπόστο­λος τὴν ἐλπίδα στὸ Χριστό; Μὲ ἄγκυρα (βλ. Ἑβρ. 6,19). Καράβι δίχως ἄγκυρα δὲν ταξιδεύει· κι ὅταν κινδυνεύῃ νὰ παρασυρθῇ ἀπ’ τὸν ἄνεμο, ὁ πλοίαρχος διατάζει· ῥίξτε τὴν ἄγκυρα! καὶ ἔτσι σῴζεται. Ὅπως λοιπὸν γιὰ τὰ πλοῖα σωτηρία εἶνε ἡ ἄγκυρα, ἔτσι γιὰ μᾶς σωτηρία εἶνε ἡ ἐλπίδα στὸ Χριστό. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἄγκυρά μας. Μὲ μία μόνο διαφορά· ἐνῷ ἡ ἄγκυρα τῶν πλοίων βυθίζεται κάτω, ἡ ἄγκυρα τῆς ἐλπίδος μας εἰσέρχεται «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος», ὅπως λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος, ἐκεῖ ποὺ εἶνε ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό, κι ἂν δὲν ἔχῃς χρήματα, ἔχε ἐλπίδα. Ξέρω φτωχοὺς ποὺ ἔζησαν, καὶ ξέρω πλου­σίους ποὺ τὸ χρῆμα δὲν τοὺς ἔσωσε. Ὅ­ταν ὁ Ὠνάσης ἔπεσε στὸ κρεβάτι ἔλεγε· Γιατρέ, σοῦ δίνω ὅ,τι θέλεις, ἀρκεῖ νὰ ζήσω… 
Ἦρ­θε ὅμως ἡ ὥρα ν’ ἀποθάνῃ. Κι ἂν λοιπὸν εἶ­σαι φτωχός, ἔχε ἐλπίδα στὸ Χριστό· κι ἂν εἶ­σαι χήρα καὶ ὀρ­φανό, ἔχε ἐλπίδα στὸ Χριστό· κι ἂν εἶσαι ἐ­ξόριστος καὶ ἀπόδημος καὶ βρίσκεσαι στὰ ἄ­κρα τοῦ κόσμου, ἔχε ἐλπίδα στὸ Χριστό. Μεγάλο πρᾶγμα ἡ ἐλπίδα στὸ Χριστό. Κι ἀλ­λοίμονο σ’ ὅποιον τὴ χάσῃ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βεβαιώνει, ὅτι φροντίζει ἐκεῖνος γιὰ τὸν ἄν­θρωπο. Ὁ Θεὸς μᾶς προστατεύει. Αὐ­τὸς ποὺ τρέφει τὰ κοράκια τοῦ οὐρανοῦ, θὰ θρέ­ψῃ κ’ ἐμᾶς. «Οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ’ οὐ μή σε ἐγ­κα­ταλί­πω» (Δευτ. 31,6,8· Ἑβρ. 13,5)· δὲ σ’ ἀ­φήνω, δὲ σ’ ἐγ­καταλείπω, λέει· καὶ ὁ λόγος του εἶ­νε ἀληθινός. Δὲ θὰ σ’ ἀφήσω, ἄν­θρωπε· εἶμαι κοντά σου, δίπλα σου. Τοῦ Θεοῦ εἶνε ὅ­λα· τοῦ Θεοῦ εἶνε τὰ ἄστρα, ὁ ἥ­λιος, ἡ σελήνη – τὸ φεγγάρι· τοῦ Θεοῦ εἶνε τὰ ποτάμια, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα· τοῦ Θεοῦ εἶνε ἡ γυναίκα, τοῦ Θεοῦ εἶνε ὁ ἄντρας, τοῦ Θεοῦ εἶνε τὰ παιδιά, τοῦ Θεοῦ εἶνε ὅλα. Τίποτα δὲν ἔχουμε δικό μας. Πίστι λοιπὸν στὸ Θεό, ἐλπίδα στὸν Κύριο ἡ­μῶν Ἰησοῦ Χριστό, κι ὅπως λέει ὁ ποιητὴς ποτέ ἀπελπισία· «Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου ποῦ ν’ ἀκουμπήσω νὰ σταθῶ, ἐκεῖ ψηλὰ εἶν’ ὁ Θεός μου· πῶς ἠμπορῶ ν’ ἀπελπισθῶ;». Αὐτὰ μᾶς διδάσκουν σήμερα τὰ ἱερὰ λόγια. Παρακαλῶ κρατῆστε τα καὶ φυλάξτε τα στὴν καρδιά σας. Μακριὰ ἀπὸ ψευδεῖς ἐλ­πίδες καὶ ἰνδάλματα ἀπατηλά, ποὺ σήμερα με­σουρανοῦν καὶ αὔριο σβήνουν. Ἐλπίδα μας ὁ Χριστός! ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
 
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Ἰτέας – Φλωρίνης τὴν 24-3-1985 μὲ ἄλλο τίτλο.

augoustinos-kantiotis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου