Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Οκτώ μαθήματα από τις γερμανικές εκλογές και οι προκλήσεις της Μέρκελ

Η Άνγκελα Μέρκελ θα είναι για ακόμη τέσσερα χρόνια η καγκελάριος της Γερμανίας
Η Άνγκελα Μέρκελ θα είναι για ακόμη τέσσερα χρόνια η καγκελάριος της Γερμανίας.
Η νίκη αυτή, που είχε προεξοφληθεί εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν αποτελεί έκπληξη.
 Έρχεται όμως και με υψηλό τίμημα.
Το ακροδεξιό AfD είναι τώρα το τρίτο ισχυρότερο κόμμα στη Βουλή ενώ οι
διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία της νέας κυβέρνησης αναμένονται περίπλοκες.

Επίσης η νέα θητεία της Μέρκελ χαρακτηρίζεται από τους αναλυτές ως η δυσκολότερη καθώς οι προκλήσεις που θα έχει να αντιμετωπίσει η καγκελάριος σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι καθόλου αμελητέες.
Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) της Μέρκελ και η Χριστιανική Κοινωνική Ένωση  (CSU) της Βαυαρίας, είδαν το κοινό τους αποτέλεσμα να μειώνεται κατά περισσότερο από οκτώ ποσοστιαίες μονάδες. Είναι η χειρότερη εμφάνισή τους από το 1949.
 Η Άνγκελα Μέρκελ στην πρώτη εμφάνιση μετά τη νίκη της, στα κεντρικά του κόμματος, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι περίμενε ένα κάπως καλύτερο αποτέλεσμα. Οι επευφημίες «Angie, Angie», ακούστηκαν σχεδόν υποχρεωτικές, σημειώνει το Spiegel.

Η Μέρκελ θα διατηρήσει τη θέση της στην καγκελαρία αλλά με υψηλό κόστος.
 Οι ψηφοφόροι τιμώρησαν τους συντηρητικούς που χάνουν δεκάδες έδρες στο κοινοβούλιο. Η  ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), μπαίνει στο κοινοβούλιο με ένα ισχυρό, διψήφιο ποσοστό.
Και θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για τη Μέρκελ να οικοδομήσει κυβερνητικό συνασπισμό που θα είναι σταθερός για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Οι Σοσιαλδημοκράτες που επίσης σημείωσαν το μικρότερο μεταπολεμικό ποσοστό τους, δεν άφησαν καμία ευκαιρία αχρησιμοποίητη την Κυριακή για να δηλώσουν ότι δεν ενδιαφέρονται να συνεχίσουν ως ο μικρότερος εταίρος ενός μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού με τη Μέρκελ, με τον Μάρτιν Σουλτς να υποστηρίζει ότι τα δυο κόμματα θα ήταν δυνατόν να κυβερνήσουν μαζί μαθηματικά αλλά όχι πολιτικά. 

Φαίνεται ότι η μόνη πορεία που μπορεί να ακολουθήσει η Μέρκελ προς την πλειοψηφία είναι ένας συνασπισμός με το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα και τους Πράσινους.
 Όμως, η δημιουργία ενός κυβερνητικού συνασπισμού που αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά κόμματα - το CDU, το CSU, το FDP και τους Πράσινους - δεν είναι εύκολο έργο. Από την πολιτική για τους πρόσφυγες έως την πολιτική για την κλιματική αλλαγή και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, υπάρχουν πολλές διαφορές μεταξύ των τεσσάρων κομμάτων. 



Σε κάθε περίπτωση η Μέρκελ θα έχει απέναντί της το AfD με τη δεδηλωμένη πρόθεση να «την καταδιώκει». Θα πρέπει τώρα να τους αντιμετωπίζει καθημερινά - χωρίς να έχει τη φήμη μιας δεινής ρητορικής. Επίσης οι συντηρητικοί θα εκτιμήσουν τις διαρροές που είχαν προς το AfD - υπολογίζονται σε ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους και χρεώνονται στην προσφυγική πολιτική της Μέρκελ. Αυτό σημαίνει ότι το CDU θα δεχτεί πιέσεις - πρώτα από όλα από το αδελφό κόμμα της Βαυαρίας CSU - να κινηθεί προς τα δεξιά, με όποιες εντάσεις αυτό μπορεί να δημιουργήσει μεταξύ τους και κυρίως με όποιες συνέπειες μπορεί να έχει για την γερμανική κοινωνία.

Οκτώ μαθήματα από τις γερμανικές εκλογές

Πρώτον. Το ακροδεξιό AfD είναι το τρίτο ισχυρότερο κόμμα στη Γερμανική Βουλή. Τα φαντάσματα του παρελθόντος της Γερμανίας επιστρέφουν.
 Για πρώτη φορά μετά τις πρώτες ημέρες της μεταπολεμικής Γερμανίας ένα αμιγώς ακροδεξιό κόμμα θα εκπροσωπηθεί στη Bundestag και θα είναι πολύ ισχυρότερο από τους προκατόχους του δεδομένου ότι μπορεί να έχει ακόμη και πάνω από 80 βουλευτές.
Αυτό σημαίνει συγκρούσεις, προκλήσεις και αντίστοιχη ρητορική. Το AfD προκειμένου να κρατήσει τη θέση του θα φροντίσει να κρατήσει τη γερμανική κοινωνία διχασμένη.




Δεύτερον. Οι συντηρητικοί της Μέρκελ - Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) και Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU) - υπέστησαν σημαντικές απώλειες.
 Η δημιουργία ενός κυβερνητικού συνασπισμού αυτή τη φορά θα είναι περίπλοκη.
Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) δεν θέλουν πλέον να συμμετάσχουν σε ένα μεγάλο συνασπισμό με τους συντηρητικούς, γεγονός που αφήνει στην καγκελάριο μία μόνο επιλογή: έναν συνασπισμό με το Κόμμα των Πράσινων και το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα.
Τα εμπόδια σε έναν τέτοιο συνασπισμό θα είναι πολλά. Και κυρίως ο συντονισμός των τεσσάρων κομμάτων στα θέματα που τους βρίσκουν ιδεολογικά αντίθετους.
Παραμένει να φανεί η τελική απόφαση των Πράσινων, χωρίς, ωστόσο, οι νέες εκλογές να είναι κάτι που ενδιαφέρει το κόμμα.

Τρίτον. Τα δυο μεγάλα κόμματα της Γερμανίας, Συντηρητικοί και Σοσιαλδημοκράτες, μαζί είναι ασθενέστερα από κάθε άλλο χρονικό σημείο τις τελευταίες έξι δεκαετίες.
Το κομματικό σύστημα της Γερμανίας φαίνεται κατακερματισμένο, μια συνέπεια που εκτιμάται ότι προέρχεται από τη μεγάλη συμμαχία που κυβέρνησε τη χώρα για οκτώ από τελευταία δώδεκα χρόνια.

Τέταρτον. Το SPD έχει καταρρεύσει.
 Ή μάλλον συνέχισε μια πτώση που ξεκίνησε το 2009 (23%) και σταμάτησε το 2013 (25,7%) αλλά επανήλθε.
 Τα χρόνια στον κυβερνητικό συνασπισμό μετέτρεψαν ένα μεγάλο κόμμα στον μικρότερο κυβερνητικό εταίρο των συντηρητικών.
Και τώρα με τον Μάρτιν Σουλτς στην ηγεσία, το SPD συγκέντρωσε το χειρότερο ποσοστό του από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 
Μόνο στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης οι Σοσιαλδημοκράτες είχαν χειρότερο αποτέλεσμα. Το κόμμα επιμένει ότι η ηγεσία του Σουλτς δεν είναι θέμα προς συζήτηση αλλά τέτοιες υποσχέσεις μια τέτοια εκλογική νύχτα, συχνά δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής. Αν το SPD, μείνει στην αντιπολίτευση θα έχει να δώσει μια μεγάλη μάχη με το ακροδεξιό AfD, στη Βουλή και όχι μόνο.

Πέμπτον. Οι Eλεύθεροι Δημοκράτες επιστρέφουν, αλλά ο Κρίστιαν Λίντερ θα προτιμούσε να ήταν επικεφαλής της αντιπολίτευσης στη Bundestag παρά ένας από τους δυο μικρότερους εταίρους της Μέρκελ.
Την τελευταία φορά που το FDP προχώρησε σε κυβερνητικό συνασπισμό με τη Μέρκελ - μεταξύ του 2009 και του 2013 - η κυριαρχία του CDU, του κόστισε την εκπροσώπηση του κόμματος από διάφορα κρατικά σημαντικά νομοθετήματα.
 Τελικά το FDP έμεινε εκτός Βουλής στις επόμενες εκλογές και του πήρε τέσσερα χρόνια για να ανακάμψει.



Έκτον. Η Αριστερά παρέμεινε σταθερή αλλά εξακολουθεί να έχει μηδενικές προοπτικές για συμμετοχή σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Με την είσοδο του ακροδεξιού AfD στη Βουλή εκτιμάται ότι θα υπάρξει μεγάλο πεδίο έντονων συγκρούσεων. Ιδιαίτερα στην ανατολική Γερμανία η Αριστερά έπαιρνε παραδοσιακά μεγάλα ποσοστά. Αυτή τη φορά το AfD είναι αυτό που γιορτάζει τη μεγαλύτερη επιτυχία του στην πρώην Ανατολική Γερμανία.

Έβδομον. Το πολύ υψηλό ποσοστό του ακροδεξιού AfD είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό για τη Χριστιανική Κοινωνική Ένωση.
To CSU ήταν ήδη στα πρόθυρα να διαλύσει τη συνεργασία του με το CDU της Μέρκελ.
Τώρα ο ηγέτης του CSU, Χορστ Ζεεχόφερ, θα μπει στον πειρασμό να κατευθύνει το κόμμα ακόμη πιο δεξιά.
 Η Μέρκελ θα έρθει αντιμέτωπη με αυτό, δεδομένου ότι οι βουλευτικές εκλογές της Βαυαρίας το 2018 πλησιάζουν.
Ο Ζεεχόφερ ελπίζει να κερδίσει την απόλυτη ψηφοφορία αλλά το αποτέλεσμα των εκλογών της Κυριακής δεν δείχνει τέτοιες προοπτικές.
Αφού πήρε 49,3% το 2013, το CSU έλαβε αυτή τη φορά μόλις 38,5%, δηλαδή το χειρότερο ποσοστό του από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Όγδοον. Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση αναμένεται να είναι πολωμένη μεταξύ των Σοσιαλιστών - με δεδομένο ότι δεν θα προχωρήσουν σε μεγάλο συνασπισμό - και του AfD, σε μια εποχή κατά την οποία ο κυβερνητικός συνασπισμός θα είναι κάτι που η Γερμανία δεν έχει ξαναδεί ποτέ σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευκαιρία για ανανέωση. Εξάλλου στην περίπτωση του AfD διακυβεύονται θεμελιώδεις αξίες, όπως η ελευθερία και η δημοκρατία.

Οι προκλήσεις για την Άνγκελα 
Η τέταρτη - και το πιθανότερο η τελευταία - θητεία της Μέρκελ, προεξοφλείται από τους αναλυτές ως η δυσκολότερη καθώς οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει είναι σημαντικές και ιδιαίτερα περίπλοκες.
Ενώ η Γερμανία απολαμβάνει οικονομικά μια χρυσή εποχή, υπάρχουν πολλά σημάδια δυσκολίας εν όψει, με κυριότερες προκλήσεις την προβληματική χαλυβουργία, την κρίση ντίζελ που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία - οι δυο αυτοί κλάδοι μόνο αφορούν εκατομμύρια εργαζόμενους - και την ψηφιοποίηση στην οποία η Γερμανία υστερεί κατά πολύ σε σχέση με τους άλλους μεγάλους διεθνείς παίκτες.
Η οικονομική ευρωστία της χώρας είναι επίσης πιθανό να πληγεί από μια επικείμενη δημογραφική κρίση, η οποία τα επόμενα χρόνια θα οδηγήσει σε μαζικές συνταξιοδοτήσεις.
 Το διαχρονικά χαμηλότερο ποσοστό γεννήσεων της χώρας έχει ανακάμψει κάπως τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, αυτό είναι κάτι που σημειώθηκε πολύ αργά για τη διαχείριση του ελλείμματος που έχει διαπιστωθεί, σύμφωνα με τον Guardian.
Οι πρόσφυγες θεωρούνται μια μερική λύση για την δημογραφική κρίση στην Γερμανία, ωστόσο, οι προκλήσεις της ενσωμάτωσης και της αφομοίωσής τους στη γερμανική κοινωνία παραμένουν μεγάλες και απαιτούν περισσότερη δουλειά - σε οικονομικό και νομοθετικό επίπεδο - από την κεντρική κυβέρνηση.



Την ίδια στιγμή, η Μέρκελ αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπη με τους πολιτικούς της συμμάχους για μια μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Η επιμονή της να διατηρήσει τον κανόνα της συνταξιοδότησης στα 63 είναι κάτι που απορρίπτουν οι ανωτέρω αλλά και οι οικονομικοί της σύμβουλοι που χαρακτηρίζουν την πολιτική αυτή μη ρεαλιστική.
Στο ζήτημα του περιβάλλοντος αντιμετωπίζει αντιδράσεις για την υποστήριξή της στο λιγνίτη, στην αυτοκινητοβιομηχανία παρά το σκάνδαλο «DieselGate», αλλά και για την «υπερβολικά βιαστική απόφασή» της, σύμφωνα με τους επικριτές της, να εγκαταλείψει την πυρηνική ενέργεια μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα.
Στον τομέα της άμυνας, η Μέρκελ θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ να διπλασιάσει τον αμυντικό της προϋπολογισμό. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η κρίση στην Ουκρανία, η σύγκρουση με την Τουρκία, η τρομοκρατία, το ζήτημα της Βόρειας Κορέας και ο απομονωτισμός του Τραμπ θα την κρατήσουν απασχολημένη. Στο ευρωπαϊκό πεδίο αναμένεται να ακολουθήσει μια σκληρή γραμμή στο Brexit, ενώ θα πρέπει να συνεργαστεί με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν για τις μεταρρυθμίσεις στην ΕΕ. Εκτιμάται ότι αν αυτή η συνεργασία αποτύχει θα προκαλέσει όχι μόνο την άνοδο αλλά και την εκλογή της ακροδεξιάς στη Γαλλία.
Τέλος η Μέρκελ θα πρέπει να δώσει προσοχή σε ένα ζήτημα που έχει παραμελήσει εντελώς τα τελευταία 12 χρόνια. Θα πρέπει να βρει κάποιον διάδοχο. Μετά από 12 χρόνια στο αξίωμα και με στόχο να ισοφαρίσει ή να νικήσει τον Χέλμουτ Κολ - εκείνος ήταν καγκελάριος για 16 χρόνια - πολλοί είναι οι Γερμανοί που αδυνατούν να σκεφτούν κάποιον άλλο στο τιμόνι της χώρας και όπως σημειώνουν οι αναλυτές, αυτός ο κάποιος θα πρέπει να βρεθεί.

απο το http://tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου