Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Το δημόσιο ταμείο γεμίζει, τα οικογενειακά αδειάζουν




Του Άγη Βερούτη

Το ελληνικό κράτος εισέπραξε στο οκτάμηνο 49,5 δισ. ευρώ από φόρους. Μέσα στο ποσό υπήρχαν 441 εκατ. ευρώ από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού και την άδεια καζίνο στο Ελληνικό. Ακόμη και χωρίς αυτά, τα φορολογικά έσοδα ξεπέρασαν τον στόχο κατά 1,4 δισ. ευρώ. 
Το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού έφτασε τα 6,5 δισ. Η επίσημη λέξη είναι "υπεραπόδοση". Σε απλά ελληνικά, οι φορολογούμενοι πλήρωσαν περισσότερα από όσα είχε υπολογίσει η κυβέρνηση.

Την ίδια ώρα, η βενζίνη έχει φτάσει περίπου στα 2,16 ευρώ το λίτρο και το ντίζελ στα 2,14 ευρώ. Αν άρχιζε σήμερα η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης, η τιμή του θα πλησίαζε το 1,90 ευρώ, από 1,13 ευρώ πέρυσι. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά τον φετινό πληθωρισμό στο 3,5%. Το υπουργείο μετρά έσοδα πάνω από τον στόχο. Η μέση οικογένεια μετρά πόσα χρήματα της μένουν.

Η κυβέρνηση δεν καθορίζει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου. Δεν ευθύνεται για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τις επιθέσεις σε αγωγούς ή τον περιορισμό της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα.
 Ευθύνεται για τους φόρους που επιβάλλονται στα καύσιμα. Ευθύνεται επίσης για όσα αποφασίζει να κάνει με τα πρόσθετα έσοδα όταν οι τελικές τιμές αυξάνονται.

Στη βενζίνη και στο πετρέλαιο επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης ανά λίτρο. Ο ΦΠΑ υπολογίζεται στην τελική φορολογητέα αξία, στην οποία περιλαμβάνεται και ο ειδικός φόρος.

 Όσο ανεβαίνει η τιμή, ανεβαίνει και ο ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής. Από κάθε λίτρο που αγοράζει, το κράτος εισπράττει και τους δύο φόρους.

Το ίδιο συμβαίνει στην υπόλοιπη κατανάλωση.
Οι υψηλότερες τιμές φέρνουν περισσότερα έσοδα ΦΠΑ, εφόσον η κατανάλωση δεν μειωθεί αντίστοιχα. Και στους μισθούς, μια ονομαστική αύξηση μπορεί να αυξήσει τον φόρο εισοδήματος, ακόμη κι αν καλύπτει μόνο μέρος του πληθωρισμού. Η αγοραστική δύναμη του φορολογουμένου μένει ίδια. Ο φόρος του μπορεί να αυξηθεί.

Ας συνεννοηθούμε. 
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ολόκληρη η υπέρβαση προήλθε από την ακρίβεια. Έχουν συμβάλει η ανάπτυξη, η αύξηση της απασχόλησης, οι καλύτεροι έλεγχοι και ο περιορισμός μέρους της φοροδιαφυγής.
 Έχουν συμβάλει επίσης φόροι που υπολογίστηκαν πάνω σε υψηλότερες τιμές και ονομαστικά εισοδήματα. Το υπουργείο ανακοινώνει το συνολικό ποσό. Το πόσο απέδωσε κάθε παράγοντας δεν μας το λέει.

Η παράλειψη βολεύει. Ολόκληρη η υπέρβαση παρουσιάζεται ως επιτυχία της οικονομικής πολιτικής. Αν η κυβέρνηση δημοσίευε πόσο από το ποσό προήλθε από τον πληθωρισμό, θα έπρεπε μετά να εξηγήσει γιατί κρατά αυτά τα χρήματα. 
Προτιμά να ανακοινώνει πρώτα την υπεραπόδοση και αργότερα να αποφασίζει πόσο θα διαθέσει ως βοήθημα.
 Έτσι ελέγχει το ποσό, τους δικαιούχους και τον χρόνο της ανακοίνωσης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει απαραίτητο. Η χώρα έχει πολύ υψηλό χρέος, χρειάζεται αξιοπιστία και δεν πρέπει να επιστρέψει στα ελλείμματα που πληρώσαμε με τα μνημόνια. Ένας προϋπολογισμός μπορεί δικαιολογημένα να καταρτίζεται συντηρητικά. 

Η συντηρητική πρόβλεψη όμως δεν μετατρέπει κάθε πρόσθετη είσπραξη σε κυβερνητικό επίτευγμα. Όταν μέρος της υπέρβασης προέρχεται από φόρους πάνω στην ακρίβεια, οι πολίτες επιβαρύνθηκαν περισσότερο από όσο είχε προβλέψει η κυβέρνηση.

Εδώ αρχίζουν τα επιδόματα.
 Η στοχευμένη βοήθεια είναι αναγκαία για τα νοικοκυριά που δεν μπορούν να θερμάνουν το σπίτι τους. Όταν όμως κάθε αύξηση της ενέργειας αντιμετωπίζεται με κάποιο επίδομα, οι φόροι μένουν ακριβώς εκεί που ήταν. Το κράτος εισπράττει από όλους και η κυβέρνηση αποφασίζει ποιοι θα πάρουν ένα μέρος πίσω. Το επίδομα έχει ημερομηνία λήξης. Ο φόρος δεν έχει.

Τα επιδόματα έχουν και ένα πολιτικό προσόν.
 Ανακοινώνονται από υπουργούς, συνοδεύονται από ποσά, δικαιούχους, αιτήσεις και ημερομηνίες πληρωμής. Η μόνιμη μείωση ενός φόρου ανακοινώνεται μία φορά και μετά θεωρείται δεδομένη. Τα χρήματα ανήκουν στον φορολογούμενο. Η ανακοίνωση, η φωτογραφία και οι ευχαριστίες καταλήγουν στον υπουργό. Εξαιρετική διευθέτηση. Για τον υπουργό.

Στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς δεν υπάρχει υπεραπόδοση. 
Οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,5% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026. Στις περιοχές εκτός των μεγάλων πόλεων η αύξηση έφτασε το 7,1%. Στο πρώτο τρίμηνο, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ήταν 39,1 δισ. ευρώ και η καταναλωτική δαπάνη 40,4 δισ. Το ποσοστό αποταμίευσης έπεσε στο -3,3%. Τα νοικοκυριά κάλυψαν τη διαφορά από αποθεματικά ή δανεισμό.

Η εργασία εξακολουθεί να φορολογείται βαριά. 
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, για έναν έγγαμο εργαζόμενο με δύο παιδιά η συνολική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας έφτασε το 37,5% το 2025, έναντι 26,2% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Ο δείκτης περιλαμβάνει φόρο εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη και οικογενειακές παροχές. 
Η Ελλάδα είχε την τέταρτη υψηλότερη επιβάρυνση σε αυτή την κατηγορία.

Μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν γεννιούνται παιδιά.
 Ζητάμε από τα νέα ζευγάρια να δημιουργήσουν οικογένεια με ακριβότερη στέγη, ακριβότερη ενέργεια και βαριά φορολογημένη εργασία. Στο τέλος ανακοινώνουμε κάποιο επίδομα και το ονομάζουμε οικογενειακή πολιτική. Η οικογένεια χρειάζεται σταθερό διαθέσιμο εισόδημα κάθε μήνα. Το έκτακτο βοήθημα καλύπτει ένα μέρος των αυξήσεων που έχουν ήδη προηγηθεί.

Οφείλουμε να πιστώσουμε στη σημερινή κυβέρνηση ότι έχει μειώσει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές τα τελευταία χρόνια. Και καλώς έγιναν. Και μπράβο της!

Ο πολίτης όμως κρίνει την επιτυχία από το ποσό που του απομένει στην τσέπη μέχρι να ξαναπληρωθεί. Αν η μείωση των φόρων είναι μικρότερη από την αύξηση του κόστους στέγασης, ενέργειας και τροφίμων, ο οικογενειακός προϋπολογισμός υποφέρει. 
Από εκεί έρχεται ο θυμός της κοινωνίας: η οικονομική της κατάσταση χειροτερεύει την ώρα που οι δείκτες της χώρας ανεβαίνουν κατακόρυφα.

Αυτός ο θυμός των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων θα περίμενε κανείς να βρίσκει πολιτική έκφραση, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά δυστυχώς η Ελλάδα πάσχει από το σύνδρομο της αντιπολίτευσης από τα Μίκι Μάους.

Αν η κυβέρνηση θέλει να μιλά για φορολογική υπεραπόδοση, μπορώ να το δεχθώ αν δημοσιεύει και από πού προήλθε. Να μας λέει πόσα έφερε η ανάπτυξη, πόσα οι έλεγχοι και πόσα οι υψηλότερες τιμές. Έσοδα που προκύπτουν μόνιμα από την ανάπτυξη και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής μπορούν να χρηματοδοτήσουν μόνιμες μειώσεις στη φορολογία της εργασίας και της παραγωγής. 

Για παράδειγμα, τα φορολογικά κλιμάκια να προσαρμόζονται κάθε χρόνο στον πληθωρισμό, ώστε μια ονομαστική αύξηση μισθού για κάλυψη της απώλειας αγοραστικής δύναμης λόγω πληθωρισμού να μη φορολογείται ντε και καλά ως πραγματική αύξηση εισοδήματος. Όταν η εκτίναξη των καυσίμων αυξάνει τις εισπράξεις ΦΠΑ, τα πρόσθετα έσοδα θα έπρεπε να επιστρέφονται αυτόματα στους πολίτες, με κανόνα και όρια γνωστά από πριν.

Τέτοιοι κανόνες όμως δεν βολεύουν καμία κυβέρνηση. 
Διότι στερούν από την εκάστοτε κυβέρνηση τη δυνατότητα να επιλέγει την ημερομηνία, τους δικαιούχους και το ποσό κάθε παροχής. 
Κυρίως, της στερούν τη δυνατότητα να παρουσιάζει την επιστροφή φόρων ως δική της γενναιοδωρία. Ο φορολογούμενος όμως χρειάζεται ακριβώς αυτό: λιγότερη κυβερνητική γενναιοδωρία με τα δικά του χρήματα. 
Από την άλλη, σκεφτείτε τους Τσίπρα-Ανδρουλάκη "συμπρωθυπουργούς” να μοιράζουν ως μποναμά στα εκλογικά τους κοινά (δηλ. τις χορεύτριες του Συντάγματος) το στέρημα του κάθε νοικοκύρη που πρέπει να είναι στη δουλειά του στις 6:00 το πρωί, θέλει δεν θέλει, είτε η βενζίνη κοστίζει €1,75 είτε κοστίζει €2,30.

Παρεμπιπτόντως, δεν νομίζω ότι υπάρχει κυβέρνηση που θα μπορούσε να σταθεί δεύτερη μέρα, αν η βενζίνη έφτανε αισίως το ψυχολογικό όριο των 2,50 ευρών, δηλαδή ένα κατοστάρικο τα 40 λίτρα που είναι το ρεζερβουάρ του μικρομεσαίου αμαξιού.

Η κυβέρνηση μπορεί να ανακοινώνει όσες υπερβάσεις θέλει.
Το πρόσθετο 1,4 δισ. ευρώ όμως δεν είναι κανενός η προίκα.
Το πλήρωσαν οι φορολογούμενοι.


agissilaos@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου