Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Κυριακὴ ΙΒ΄ Ματθαίου (Ματθ. 19,16-26) -30 Αὐγούστου 2020 -Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Ειμαστε ελλιπεiς


«Τί ἔτι ὑστερῶ;» (Ματθ. 19,20)


Ἕνας πλούσιος νέος, ἀγαπητοί μου, διηγεῖ­ται τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 19,16-26), πλη­σίασε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν. Τὸν πλη­σίασε μὲ σεβασμό, μὲ εἰλικρινῆ διάθε­σι, μὲ ἐνδι­αφέρον νὰ μάθῃ ἀπὸ τὸν Θεῖο Δι­δάσκαλο τί πρέ­πει νὰ κάνῃ γιὰ νὰ ἔχῃ «ζω­ὴν αἰώνιον» (ἔ.ἀ. 19,16).  

Εἶχε ἐνδιαφέροντα πνευματικά. Θά ᾽χε ἀ­κούσει, φαίνεται, προηγουμένως τὸν
Κύριο νὰ κάνῃ λόγο γιὰ «ζω­ὴν αἰώνιον», ἢ εἶχε διαβάσει καὶ στὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅτι ὑπάρχει ζωὴ αἰώνι­ος (βλ. Δαν. 12,2).

 Ἔτσι ἄναψε μέσα του τὸ ἐνδιαφέρον. Σπάνιο φαινό­μενο νεαροῦ! Ἂν τὶς καρδιὲς τῶν νέ­ων, τῶν περισσοτέ­ρων, συγ­κινοῦν, ἑλ­κύουν κ᾽ αἰ­χμαλωτίζουν θέλγητρα τῆς πα­ρούσης ζω­ῆς, τὴν καρδιὰ τοῦ νέου αὐτοῦ τὴν εἶχε συγκινή­σει καὶ ἑλκύσει τὸ ὅ­ραμα τῆς «αἰωνίου ζωῆς». Εἶνε ὅμως εὔκολη ἡ κατάκτησι τῆς «αἰωνίου ζωῆς»;
 Καὶ τὰ πνευματικὰ ἐφόδια τούτου τοῦ νεαροῦ εἶνε ἆραγε ἀρκετὰ ὥστε νὰ βρῇ ἀ­νοιχτὴ τὴν θύρα τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ μιὰ θέσι κοντὰ στὸν Κύριο;… Τέτοιες σκέψεις ἔκανε μὲ τὸ νοῦ του. Εἶχε ἀπορία καὶ ἔψαχνε νὰ βρῇ μιὰ ἱκανοποιητικὴ ἀπάν­τησι. 

Τώρα λοιπὸν ἐρωτᾷ τὸ Ναζωραῖο, τὸν Διδά­σκαλο· ἔχει ἐμπιστοσύνη στὴ δική του ἀ­πάντησι, γιατὶ ξέρει ὅτι ἡ ζωή του εἶνε ἁγία, ἔχει ἀγάπη, ἔχει τὴ δύναμι καὶ κάνει θαύ­ματα, ὁ λόγος του μιλάει στὴν ψυχή. Ὅλα αὐτὰ παρεῖ­χαν σ᾽ αὐτὸν τὸν νέο ἐγγύησι, ὅτι καὶ στὸ ζή­τημα ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ, τῆς «αἰωνίου ζω­ῆς», θὰ τοῦ δώσῃ ἀπάντησι ἐγγυημένη. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾷ· –«Εἰ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς».  
Ὁ νέος ὅμως συνεχίζει νὰ ἐρωτᾷ·
–Ποιές εἶνε οἱ ἐντολὲς ποὺ ὀφείλω νὰ τηρῶ; Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ὑπενθυμίζει τὰ γνωστά·
  –«Τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησί­ον σου ὡς σεαυτόν».  
Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ λοιπόν, νά ὁ καθρέφτης, στὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς συμβουλεύει τὸ νεαρὸ νὰ ῥίξῃ προσεκ­τικὰ τὸ βλέμμα τῆς ψυ­χῆς του, γιὰ νὰ δῇ ἂν εἶνε καθαρὸς ἀπὸ τὰ ἁ­μαρτήματα αὐ­τά (τοῦ φόνου, τῆς μοιχείας, τῆς κλοπῆς, τῆς ψευδο­μαρτυρίας, τοῦ σεβασμοῦ στοὺς γονεῖς), ἂν γενικὰ εἶνε στολισμέ­νος μὲ τὴν ἀ­ρε­τὴ τῆς ἀ­γάπης πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. 

Κι ὁ νεανίσκος μας παίρνει αὐ­τὸ τὸν καθρέφτη τῶν ἐν­το­­λῶν τοῦ Δεκαλόγου, ἐξετάζει τὸν ἑαυτό του, ρωτάει τὴ συνείδησί του, ῥίχνει τὸ βλέμμα καὶ στὸ παρελθὸν τῆς ζωῆς του· καὶ μὲ χαρά, τὴν ὁποία δημιουργεῖ στὴν ψυχὴ τῶν νέων μιὰ αἴσθησι ἀθῳότητος, ἀπαντᾷ στὸν Κύριο ὅτι τὰ τήρησε ὅλα· –«Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου». Ἐν τούτοις, παρὰ τὴν αἴσθησι αὐ­τὴ καὶ τὴ μαρτυρία τῆς συνειδήσεώς του, ὁ νέος δὲν νιώθει βεβαιότητα, δὲν θεωρεῖ τὸν ἑ­αυτό του ἐξασφαλισμένο γιὰ τὴν «αἰώνιον ζωήν». Ἐξακολουθεῖ ν᾽ ἀνησυχῇ· φο­βᾶ­­ται, μήπως γιὰ κάποια ἔλλειψι, γιὰ κάποιο ἁμάρτημα ποὺ διαφεύγει τώρα τὴν προσοχή του, κριθῇ τότε ἀ­κατάλληλος νὰ εἰσέλθῃ στὴ χώρα ἐ­κείνη τῆς αἰωνίου εὐτυχίας καὶ μακαριότητος.
Ξέρετε πῶς μοιάζει ὁ νέος αὐτός; εἶνε σὰν ἐκεῖ­ν­ον πού, ἔχοντας τὴν ἀπόφασι νὰ ταξιδέψῃ, νὰ πάῃ στὴν Ἀμερική, τὴ χώρα ποὺ ὀνειρεύεται, φροντίζει μὲ κάθε ἐπιμέλεια νὰ ἔχῃ ἐν τάξει τὸ διαβατήριό του ἀπὸ κάθε πλευ­ρά, ὥστε νὰ μὴν τοῦ παρουσιαστῇ κανένα ἐμ­πόδιο ἀλλὰ μὲ ἀσφάλεια νὰ φτάσῃ καὶ νὰ ἐγ­κατασταθῇ ἐ­κεῖ ποὺ ὀνειρεύεται. Μὲ τέτοια ἐπιθυμία στὴν καρδιὰ γιὰ τὴν «αἰώνιον ζωήν», ὁ νέος θὰ κά­νῃ στὸν Κύριο μία ἀκόμη ἐ­ρώτη­σι, τὴν τελευ­ταία, τὴν ὁποία σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε κ᾽ ἐμεῖς ἰδιαιτέρως·

–«Τί ἔτι ὑστερῶ;». Λέει, δηλαδή, στὸ Χριστό· Διδάσκαλε, τὶς ἐν­τολὲς ποὺ μοῦ ἀνέφερες τὶς τήρησα ὅλες ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία· ἀλλὰ φτάνει αὐτὸ γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν; Μήπως μοῦ λείπει κάτι ἀκόμη, μήπως ἔχω καμμιὰ ἔλλειψι, ποὺ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μοῦ κλείσῃ τὴν θύρα τοῦ παραδείσου; «Τί ἔτι ὑστερῶ;». Καὶ δὲν ἔπεφτε ἔξω. Καλῶς ἀνησυχοῦ­σε. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπιμένει καὶ τὸ ζητάει μόνος του, ὁ Χριστὸς θὰ τοῦ τὸ ἀποκαλύψῃ. Μὲ τὸ θεϊκό του βλέμμα, ποὺ ὄχι ἁπλῶς εἰσδύει κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ ἐ­ποπτεύει τὰ βάθη τῆς ψυχῆς, βλέπει τὴν ἔλ­λειψι καὶ τοῦ ἐντοπίζει τὸ μυστικὸ καρκίνωμα, τὸ πάθος ποὺ τὸν κατέχει· εἶνε ἡ φιλαργυρία! Μὲ κάθε σοβαρότητα λοιπόν, μὲ τὴν θεία αὐ­θεν­τία, τοῦ λέει· «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι (ἂν θέ­λῃς τὴν ἠθικὴ τελειότητα καὶ τὴ σωτηρία σου), ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐ­ρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι» (ἔ.ἀ. 19,17-21).

* * *


Ἂς σταθοῦμε, ἀγαπητοί μου, στὸ σημεῖο αὐτὸ κι ἂς μὴ ἐξετάσουμε τώρα τί στάσι τήρησε ἐν συνεχείᾳ ὁ νέος. Ἂς μείνουμε γιὰ λίγο ἐδῶ καὶ ἂς σκεφτοῦμε κ᾽ ἐμεῖς τὴν σπουδαία ἐρώτησι τοῦ νέου· «Τί ἔτι ὑστερῶ;». Τὴν ἐρώτησι αὐτή, ποὺ ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ στὸν Θεῖο Διδάσκαλό μας ν᾿ ἀποκαλύψῃ τὰ βαθύτερα ἐσώψυχα τῆς ψυχῆς τοῦ νεαροῦ –καὶ ἄρα νὰ τοῦ ὑποδείξῃ τὸν ἀσφαλῆ δρόμο τῆς σωτηρίας, τὴν ἐρώτησι αὐτή, ἀδελφοί μου, ἀφοῦ ἐνδιαφερόμαστε κ᾽ ἐμεῖς γιὰ τὴ σωτηρία, ἂς τὴν κάνουμε τακτικὰ στὴ συνείδησί μας. Μὴ ἐπαναπαυόμαστε σὲ κάτι ψίχουλα ἀ­ρε­τῆς, ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου ἔχουμε τυ­χὸν κατορθώσει. Μὴ νομίζουμε ὅτι, ἐπειδὴ δὲν φονεύσαμε, δὲν πορνεύσαμε, δὲ μοιχεύ­σαμε, δὲν κλέψαμε, δὲν ἀδικήσαμε, δὲν ψευ­δωρκήσαμε, εἴμαστε τάχα καὶ ἐν τάξει μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε καλοὶ Χριστιανοὶ καὶ ἄ­ξιοι νὰ κληρονομήσουμε τὴν «αἰώνιον ζωήν». Μὴν κοιμώμαστε ἥσυχοι μὲ τὶς ἰδέες αὐ­τές. 
Γιατὶ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου καὶ τόσα ἄλλα παρόμοια παραδείγματα μᾶς διδάσκουν, ὅτι καὶ σὲ ψυχὲς φαινομενικὰ ἅγιες ὑ­πάρχουν ἐλαττώματα καὶ πάθη, ἐλλείψεις καὶ κακίες, ἱκανὲς νὰ στερήσουν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν «αἰώνιον ζωήν».  
Νὰ μὴ λησμονοῦμε, ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀν­θρώ­που εἶνε ὁ βαθύτερος ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ζων­τανοὺς κόσμους καὶ κανείς δὲν μπορεῖ νὰ καυχηθῇ ὅτι τὴν ἔχει ἐξερευνήσει σὲ ὅλο τὸ βάθος της. Μέσα της ὑπάρχει πάντοτε κάποια ἀκαθαρσία, σὰν ἐκείνην ποὺ ἔκανε καὶ ἕναν προφητάνακτα Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος εἶχε μετανοή­σει εἰλικρινά, νὰ προσεύχεται στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὸν παρακαλῇ· Κύριε, «ἐκ τῶν κρυφίων μου καθά­ρι­σόν με» (Ψαλμ. 18,13). 
Καθάρισέ με, Κύριε, ἀ­πὸ τὰ μυ­στικὰ καὶ κρυμμένα ἁμαρτήματά μου, ἀ­πὸ ἀθλίους καὶ ἀνομολόγητους λογισμούς, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὰ ἐν ἀγνοίᾳ πταίσματά μου ποὺ οὔτε κἂν τὰ ξέρω ἢ τὰ ὑποψιάζομαι.

* * *


«Τί ἔτι ὑστερῶ;». Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ἀρχίσουμε ν᾽ ἀπευθύνουμε τακτικὰ καὶ εἰλικρινὰ τὴν ἐρώτησι αὐτὴ σὰν προσ­ευχὴ στὸν Κύριο, τότε ἐκεῖνος, ὅπως φανέρωσε στὸ νεανίσκο τὸ πάθος τῆς ψυχῆς του, θὰ φανερώσῃ καὶ τῆς δι­κῆς μας ψυχῆς τὶς ἀδυναμίες. Κι ἂν ρω­τᾶτε, πῶς θὰ τὶς φανερώσῃ; σᾶς ἀπαντῶ. Ἔχει ποικίλους τρόπους καὶ μέσα. Θὰ τὶς φανερώσῃ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, τοῦ ἐξομολόγου μας, τὸν ὁποῖο ἐμπιστευ­θή­­καμε καὶ ὑπακούουμε. Θὰ τὶς φανερώσῃ μὲ ἀ­δελφικὲς ὑποδείξεις πιστῶν φίλων μας, ποὺ θὰ μᾶς μιλήσουν εἰλικρινά. Θὰ τὶς φανερώσῃ καὶ διὰ μέσου ἐνοχλητικῶν παρατηρήσεων ἐ­χθρῶν μας, ποὺ χωρὶς νὰ τὸ θέλουν μᾶς ὠφελοῦν. Θὰ τὶς φανερώσῃ ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ δικές μας πτώσεις καὶ σφάλματα, ποὺ διδάσκουν καὶ αὐξάνουν τὴν πνευματικὴ πεῖρα μας. Δι᾿ ὅλων αὐτῶν τῶν μέσων, καὶ ἄλλων ἀ­κόμη μυστικωτέρων, ὁ Κύριος μᾶς ὁδηγεῖ νὰ γνωρίσουμε καλύτερα τὸν ἑαυτό μας, νὰ δοῦ­με τὰ σκοτεινὰ σημεῖα τοῦ χαρακτῆρος μας καὶ τὰ λάθη τῆς ζωῆς μας, ὥστε νὰ λάβουμε κάποια μέτρα γιὰ τὴν διόρθωσί μας καὶ τὴν πνευματική μας προκοπή. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, σιγὰ – σιγά, θὰ τελειοποιούμεθα συνεχῶς καὶ θὰ βαδίζουμε πάντα πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ σκοπὸ νὰ πλησιάσουμε πρὸς τὴν κατάκτησι τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὑποτεθῇ ὅτι φτάσαμε στὴν κορυφὴ τῆς ἁγιότητος, ποτέ μὴν πάψουμε νὰ προσφεύγουμε στὸν Κύριο καὶ μὲ πολλὴ ταπείνωσι νὰ τοῦ λέμε τούτη τὴν προσευχή· Κύριε, ἰδοὺ ὁ δοῦλος σου, εἶμαι ἕτοιμος. Ἐξετέλεσα τὶς δι­αταγὲς ποὺ ἔδωσες, καὶ περιμένω νέες διαταγές σου. Πο­θῶ νὰ τελειοποι­ηθῶ στὴν πίστι καὶ στὴν ἁ­γιότητα, θέλω νὰ γίνω εὐάρεστος σ᾽ ἐσένα ὅσο μπορῶ περισσό­τερο. Λοιπὸν «τί ἔτι ὑστερῶ;». Φανέρωσέ μου τὶς ἐλ­λείψεις ποὺ ἀκόμη ἔχω. «Ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου» καὶ «δεῖξε μου δρόμο στὸν ὁποῖο νὰ πορευθῶ» μὲ ἀσφάλεια (Ψαλμ. 118,18· 142,8), γιὰ νὰ εἰσέλθω στὴν «ζωὴν τὴν αἰώνιον».


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἄρθρο ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός» (Μεσολόγγι, φ. 217/11-8-1939

augoustinos-kantiotis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου