Η μεγάλη παγίδα στη συζήτηση για την ακρίβεια είναι ότι συνεχίζουμε να μιλάμε σαν να ζούμε ακόμη στο 2022. Τότε, η έκρηξη των τιμών μπορούσε να εξηγηθεί σχετικά εύκολα: ενέργεια, φυσικό αέριο, πόλεμος στην Ουκρανία, μεταφορικά, πρώτες ύλες, διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού. Ήταν ένα σοκ που ήρθε απ’ έξω και χτύπησε μια μικρή, ανοιχτή οικονομία όπως η ελληνική.
Μόνο που σήμερα το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό. Η ενέργεια υποχώρησε, οι διεθνείς τιμές σε
αρκετές κατηγορίες αποκλιμακώθηκαν, τα επιτόκια έκαναν τη δουλειά τους στην ευρωζώνη, αλλά ο Έλληνας καταναλωτής εξακολουθεί να βλέπει τις τιμές κολλημένες ψηλά. Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον θέμα: η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι πια μόνο εισαγόμενη. Έχει αποκτήσει εγχώρια χαρακτηριστικά.Η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος για τη δυναμική του πληθωρισμού δείχνει ακριβώς αυτό: από το 2021 και μετά, η άνοδος του εγχώριου πληθωρισμού συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αύξηση των κερδών, ενώ το εργασιακό κόστος επίσης παίζει ρόλο, αλλά μικρότερο από τα κέρδη. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι ότι, ειδικά στην Ελλάδα, η αύξηση των κερδών συνδέεται κυρίως με τις υπηρεσίες και στη συνέχεια με τη βιομηχανία.
Το λάθος αφήγημα για τους μισθούς
Για χρόνια, κάθε φορά που άνοιγε η συζήτηση για αυξήσεις μισθών, το επιχείρημα ήταν σχεδόν αυτόματο: αν αυξηθούν οι μισθοί, θα αυξηθούν οι τιμές. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι εντελώς λάθος στη θεωρία. Σε μια οικονομία όπου η παραγωγικότητα μένει στάσιμη και το κόστος εργασίας αυξάνεται απότομα, μπορεί πράγματι να υπάρξει πίεση στις τελικές τιμές.
Όμως στην ελληνική περίπτωση, το ενδιαφέρον είναι ότι τα στοιχεία δεν δείχνουν τους μισθούς ως τον βασικό ένοχο του πρόσφατου πληθωριστικού κύματος. Το βάρος πέφτει περισσότερο στα περιθώρια κέρδους. Δηλαδή, σε πολλές περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις δεν πέρασαν απλώς το αυξημένο κόστος στον καταναλωτή. Διατήρησαν ή και διεύρυναν περιθώρια, αξιοποιώντας μια περίοδο όπου ο καταναλωτής είχε ήδη «εκπαιδευτεί» να περιμένει αυξήσεις.
Αυτό είναι το κλειδί. Όταν η κοινωνία έχει αποδεχθεί ψυχολογικά ότι «όλα ακριβαίνουν», η τιμολόγηση γίνεται πιο επιθετική. Δεν χρειάζεται κάθε αύξηση να δικαιολογείται από πραγματικό κόστος. Αρκεί να χωράει μέσα στο γενικό περιβάλλον ανατιμήσεων. Εκεί, η ακρίβεια μετατρέπεται από εξωτερικό σοκ σε εσωτερικό μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος.
Οι υπηρεσίες είναι το νέο πεδίο της ακρίβειας
Η Ελλάδα είναι οικονομία υπηρεσιών. Τουρισμός, εστίαση, μεταφορές, φιλοξενία, ψυχαγωγία, ιδιωτικές υπηρεσίες, επισκευές, logistics, εμπορικά δίκτυα. Όταν οι υπηρεσίες ανεβάζουν τιμές, η επίπτωση δεν μένει σε έναν στενό κλάδο. Διαχέεται παντού.
Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι η συμβολή των υπηρεσιών στην αύξηση των μοναδιαίων κερδών ήταν η σημαντικότερη, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό. Παράλληλα, η αύξηση των κερδών στις υπηρεσίες δεν συνδέεται μόνο με τη μετακύλιση υψηλότερων τιμών στον καταναλωτή, αλλά και με αύξηση των markups μετά το 2020.
Με απλά λόγια: το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Βρίσκεται και στο ξενοδοχείο, στο καφέ, στο delivery, στο συνεργείο, στο ακτοπλοϊκό, στο ενοίκιο, στη μικρή καθημερινή υπηρεσία που έγινε ξαφνικά πολυτέλεια. Η ελληνική ακρίβεια έχει πια έντονο χαρακτήρα υπηρεσιών.
Και αυτό την κάνει πιο δύσκολη. Οι τιμές των καυσίμων μπορεί να πέσουν γρήγορα. Οι τιμές των υπηρεσιών, όμως, συνήθως δεν γυρίζουν πίσω. Όταν ένα ξενοδοχείο, ένα εστιατόριο ή ένας πάροχος υπηρεσιών ανεβάσει τιμές και δει ότι η ζήτηση αντέχει, δεν έχει ισχυρό κίνητρο να τις μειώσει. Ιδίως όταν ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος ή όταν η αγορά λειτουργεί με σιωπηρή ανοχή στις αυξήσεις.
Η ακρίβεια έγινε κανονικότητα
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι οι τιμές ανέβηκαν. Είναι ότι η κοινωνία αρχίζει να προσαρμόζεται στην ιδέα πως αυτές οι τιμές είναι πλέον το νέο φυσιολογικό. Αυτό είναι το σημείο όπου ο πληθωρισμός παύει να είναι απλώς στατιστικό μέγεθος και γίνεται κοινωνική κατάσταση.
Το 2025, ο γενικός πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 2,9%, έναντι 2,1% στην ευρωζώνη, ενώ ο δομικός πληθωρισμός έμεινε στο 3,6%, έναντι 2,4% στην ευρωζώνη. Τον Μάρτιο του 2026, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα ανέβηκε στο 3,4%, πάνω από το 2,6% της ευρωζώνης, με τις υπηρεσίες να παραμένουν στο 3,8% και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα στο 9,9%.
Πίνακας τεκμηρίωσης: γιατί η ακρίβεια παραμένει επίμονη στην Ελλάδα
| Δείκτης πληθωρισμού | Ευρωζώνη 2025 | Ελλάδα 2025 | Ευρωζώνη Μάρτιος 2026 | Ελλάδα Μάρτιος 2026 | Τι δείχνει |
|---|---|---|---|---|---|
| Γενικός πληθωρισμός | 2,1% | 2,9% | 2,6% | 3,4% | Η Ελλάδα παραμένει ακριβότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης |
| Δομικός πληθωρισμός | 2,4% | 3,6% | 2,3% | 2,7% | Η πίεση δεν έρχεται μόνο από ενέργεια και τρόφιμα |
| Υπηρεσίες | 3,4% | 4,8% | 3,2% | 3,8% | Οι υπηρεσίες είναι βασικός πυρήνας της ελληνικής ακρίβειας |
| Μη επεξεργασμένα τρόφιμα | 3,4% | 5,8% | 4,2% | 9,9% | Τα βασικά αγαθά πιέζουν δυσανάλογα τα νοικοκυριά |
| Ενέργεια | -1,4% | -0,7% | 5,1% | 7,7% | Η ενέργεια ξαναπιέζει, αλλά δεν εξηγεί μόνη της την ακρίβεια |
Πηγή στοιχείων: Inflation Monitor, Τράπεζα της Ελλάδος, 20 Απριλίου 2026, με στοιχεία Eurostat, ΕΛΣΤΑΤ και υπολογισμούς ΤτΕ.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι οι τιμές ανέβηκαν την περίοδο της ενεργειακής κρίσης. Είναι ότι σε κρίσιμες κατηγορίες —υπηρεσίες, βασικά τρόφιμα, καθημερινή κατανάλωση— η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερες πιέσεις από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Αυτό εξηγεί γιατί η επίσημη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ανακούφιση για το νοικοκυριό: οι τιμές δεν επιστρέφουν εκεί που ήταν, απλώς αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό.
Για έναν πολίτη με σταθερό ή χαμηλό εισόδημα, δεν έχει μεγάλη σημασία αν ο συνολικός δείκτης είναι 2,9% ή 3,4%. Αυτό που μετρά είναι το καλάθι του, το ενοίκιο, το ρεύμα, η βενζίνη, το σούπερ μάρκετ, ο καφές, το φαγητό έξω, οι μετακινήσεις. Εκεί κρίνεται η πραγματική ακρίβεια, όχι στον μέσο όρο.
Το πρόβλημα του ανταγωνισμού
Εδώ πρέπει να πούμε τα πράγματα καθαρά. Σε μια οικονομία με ισχυρό ανταγωνισμό, οι επιχειρήσεις που αυξάνουν υπερβολικά τις τιμές κινδυνεύουν να χάσουν πελάτες. Σε μια οικονομία με περιορισμένο ανταγωνισμό, γεωγραφικούς περιορισμούς, μικρές αγορές, ολιγοπωλιακές δομές και χαμηλή διαφάνεια τιμών, η ακρίβεια κολλάει πιο εύκολα.
Αυτό είναι ίσως το πιο πολιτικά άβολο συμπέρασμα. Δεν αρκεί να μιλάμε για επιδόματα, market pass, καλάθια, ελέγχους και πρόστιμα. Αυτά μπορεί να περιορίσουν προσωρινά την πίεση ή να στείλουν μήνυμα στην αγορά. Δεν αλλάζουν όμως τη δομή της αγοράς. Αν η ελληνική οικονομία παραμένει χαμηλής παραγωγικότητας, με λίγους μεγάλους παίκτες σε κρίσιμους κλάδους και με πολλές μικρές επιχειρήσεις που επιβιώνουν μέσω τιμών και όχι μέσω κλίμακας ή καινοτομίας, τότε η ακρίβεια θα επιστρέφει με κάθε αφορμή.
Τι λέει η έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος
| Εύρημα της μελέτης | Δημοσιογραφική ανάγνωση |
|---|---|
| Η άνοδος του εγχώριου πληθωρισμού από το 2021 συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αύξηση των κερδών | Δεν μιλάμε πλέον μόνο για εισαγόμενη ακρίβεια, αλλά και για εγχώριες πιέσεις τιμολόγησης |
| Το εργασιακό κόστος συνδέεται με πληθωριστικές πιέσεις, αλλά λιγότερο από τα κέρδη | Το αφήγημα ότι «φταίνε οι μισθοί» δεν επαρκεί για την ελληνική περίπτωση |
| Στην Ελλάδα, η αύξηση των κερδών συνδέεται κυρίως με τις υπηρεσίες και μετά με τη βιομηχανία | Η ελληνική ακρίβεια έχει έντονο χαρακτήρα υπηρεσιών, λόγω τουρισμού, εστίασης, μεταφορών και καθημερινών υπηρεσιών |
| Η αύξηση των κερδών στις υπηρεσίες σχετίζεται και με αύξηση markups μετά το 2020 | Υπάρχει ένδειξη ότι ορισμένοι κλάδοι απέκτησαν μεγαλύτερη τιμολογιακή δύναμη |
| Η αντοχή απέναντι σε νέα σοκ απαιτεί παραγωγικότητα, καινοτομία και καλύτερη προσαρμογή της οικονομίας | Τα επιδόματα και οι προσωρινοί έλεγχοι δεν λύνουν τη ρίζα του προβλήματος |
- Economic Bulletin 60, Τράπεζα της Ελλάδος, Δεκέμβριος 2024.
Ο δεύτερος πίνακας είναι ίσως ακόμη πιο σημαντικός από τον πρώτο. Ο πρώτος δείχνει το σύμπτωμα: οι τιμές παραμένουν ψηλά. Ο δεύτερος δείχνει τη διάγνωση: η ακρίβεια έχει εσωτερικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής, οι οποίοι δεν εξαντλούνται στην ενέργεια, στα εισαγόμενα προϊόντα ή στους μισθούς.
Η κρυφή αναδιανομή εισοδήματος
Η ακρίβεια λειτουργεί σαν αόρατος φόρος. Δεν περνά από τη Βουλή, δεν εμφανίζεται στον προϋπολογισμό, δεν έχει πολιτικό κόστος με την κλασική έννοια. Όμως παίρνει εισόδημα από τους πολλούς και το μεταφέρει εκεί όπου υπάρχει τιμολογιακή δύναμη.
Ο εργαζόμενος που παίρνει μια αύξηση 4% αλλά βλέπει το ενοίκιο, τα τρόφιμα και τις υπηρεσίες να ανεβαίνουν περισσότερο, δεν γίνεται πλουσιότερος. Απλώς χάνει πιο αργά. Η επιχείρηση με ισχυρή θέση στην αγορά μπορεί να περάσει το κόστος και κάτι παραπάνω. Το νοικοκυριό δεν μπορεί να περάσει πουθενά το δικό του κόστος. Το απορροφά.
Έτσι εξηγείται και το ελληνικό παράδοξο: η οικονομία αναπτύσσεται, ο τουρισμός σπάει ρεκόρ, οι επενδύσεις αυξάνονται, οι τράπεζες επιστρέφουν στην κερδοφορία, το Χρηματιστήριο ανεβαίνει, αλλά μεγάλο μέρος της κοινωνίας νιώθει ότι δεν συμμετέχει στην ανάκαμψη. Δεν είναι ψευδαίσθηση. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο ΑΕΠ και στο διαθέσιμο εισόδημα.
Αν η ανάπτυξη περνά μέσα από υψηλές τιμές και αυξημένα περιθώρια, αλλά όχι μέσα από παραγωγικότητα και πραγματικούς μισθούς, τότε η ανάκαμψη γίνεται λογιστική, όχι κοινωνική.
Γιατί δεν αρκεί να πέσει ο πληθωρισμός
Υπάρχει μια ακόμη παρεξήγηση. Όταν λέμε ότι ο πληθωρισμός πέφτει, δεν σημαίνει ότι πέφτουν οι τιμές. Σημαίνει ότι αυξάνονται πιο αργά. Για τον καταναλωτή, όμως, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Αν ένα προϊόν από τα 2 ευρώ πήγε στα 3 και μετά αυξάνεται «μόνο» 2%, δεν έχει επιστρέψει στα 2. Έχει μείνει ακριβό.
Αυτό εξηγεί γιατί η επίσημη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν φτάνει μέχρι την τσέπη. Η στατιστική βλέπει ρυθμούς μεταβολής. Το νοικοκυριό βλέπει επίπεδα τιμών. Και τα επίπεδα τιμών στην Ελλάδα έχουν ανέβει απότομα σε μια περίοδο κατά την οποία οι μισθοί δεν κάλυψαν πλήρως την απώλεια αγοραστικής δύναμης.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα πέσει ο πληθωρισμός. Είναι ποιος θα απορροφήσει το κόστος της προηγούμενης ανόδου. Θα το απορροφήσουν οι επιχειρήσεις με μικρότερα περιθώρια; Θα το απορροφήσει το κράτος με μειώσεις φόρων; Θα το απορροφήσουν οι εργαζόμενοι με χαμηλότερη πραγματική κατανάλωση; Μέχρι στιγμής, μεγάλο μέρος το απορροφούν τα νοικοκυριά.
Το νέο κοινωνικό ρήγμα
Η ακρίβεια δεν πλήττει όλους το ίδιο. Για τα υψηλά εισοδήματα είναι ενόχληση. Για τη μεσαία τάξη είναι συμπίεση. Για τα χαμηλά εισοδήματα είναι απειλή αξιοπρέπειας. Όταν το κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών ανεβαίνει, το πρώτο που κόβεται δεν είναι πάντα η πολυτέλεια. Είναι η ποιότητα ζωής.
Η οικογένεια περιορίζει εξόδους. Ο νέος μένει περισσότερο στο πατρικό. Ο εργαζόμενος μεταθέτει ιατρικές δαπάνες. Ο ενοικιαστής αλλάζει περιοχή. Ο μικρομεσαίος βλέπει τον τζίρο να κρατιέται, αλλά το καθαρό περιθώριο να πιέζεται από κόστη. Η ακρίβεια δεν είναι απλώς οικονομικό φαινόμενο. Είναι μηχανισμός κοινωνικής κόπωσης.
Και σε πολιτικό επίπεδο, αυτή η κόπωση είναι επικίνδυνη. Γιατί όταν οι πολίτες ακούνε ότι «η οικονομία πάει καλά» αλλά οι ίδιοι νιώθουν φτωχότεροι, αρχίζει να χάνεται η εμπιστοσύνη στους δείκτες, στους θεσμούς και τελικά στην ίδια την οικονομική πολιτική.
Το πραγματικό δίλημμα
Η Ελλάδα δεν μπορεί να λύσει την ακρίβεια μόνο με επιδόματα. Ούτε μόνο με ελέγχους. Ούτε μόνο με επικοινωνιακές παρεμβάσεις. Χρειάζεται κάτι βαθύτερο: παραγωγικότητα, ανταγωνισμό, διαφάνεια τιμών, μείωση στρεβλώσεων, πραγματική ενίσχυση εισοδημάτων και άνοιγμα αγορών που σήμερα λειτουργούν με υπερβολική τιμολογιακή άνεση.
Το ερώτημα είναι αν η χώρα θέλει να συγκρουστεί με τις αιτίες ή να διαχειρίζεται τα συμπτώματα. Γιατί αν δεν αλλάξει η δομή της αγοράς, κάθε νέο εξωτερικό σοκ —ενεργειακό, γεωπολιτικό, κλιματικό ή εμπορικό— θα γίνεται αφορμή για νέο γύρο ανατιμήσεων. Και κάθε φορά οι τιμές θα ανεβαίνουν πιο γρήγορα απ’ όσο πέφτουν.
Η ελληνική ακρίβεια δεν είναι πια μόνο το αποτύπωμα μιας διεθνούς κρίσης. Είναι καθρέφτης μιας οικονομίας που αναπτύσσεται, αλλά δεν έχει λύσει τα βαθιά της προβλήματα: χαμηλή παραγωγικότητα, ασθενή ανταγωνισμό, εξάρτηση από υπηρεσίες, άνιση κατανομή της ανάπτυξης και υπερβολική ανοχή στην τιμολογιακή δύναμη.
Γι’ αυτό και το θέμα δεν είναι αν «τελείωσε» ο πληθωρισμός. Το θέμα είναι αν η Ελλάδα θα σταματήσει να παράγει ακρίβεια από μέσα της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου