καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον.
καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.
καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους.
καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ.
εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!
ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου.
οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.
καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.
εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.
εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας,
καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,
ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.
῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν,
καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.
ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν.
ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν.
ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ·
ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν.
ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν·
εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
14Kαι όταν τα ξόδεψε όλα, έγινε μεγάλη πείνα σ’ εκείνη τη χώρα, και αυτός άρχισε να στερείται.
15Tότε, πήγε και προσκολλήθηκε σε έναν από τους πολίτες εκείνης τής χώρας· ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του για να βόσκει γουρούνια. 16Kαι επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλιά του από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν τα γουρούνια· και κανένας δεν έδινε σ’ αυτόν τίποτε.
17Όταν δε ήρθε στον εαυτό του, είπε: Πόσοι μισθωτοί τού πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, και εγώ χάνομαι από την πείνα! 18Aφού σηκωθώ, θα πάω στον πατέρα μου, και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου· 19και δεν είμαι πια άξιος να ονομαστώ γιος σου· κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου.
20Kαι αφού σηκώθηκε, ήρθε στον πατέρα του. Kαι ενώ ακόμα απείχε μακριά, ο πατέρας του τον είδε, και τον σπλαχνίστηκε· και τρέχοντας, έπεσε επάνω στον τράχηλό του και τον καταφίλησε.
21Kαι ο γιος είπε σ’ αυτόν: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, και δεν είμαι πια άξιος να ονομαστώ γιος σου.
22Kαι ο πατέρας είπε στους δούλους του: Φέρτε έξω τη στολή την πρώτη, και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι στο χέρι του, και υποδήματα στα πόδια.
23Kαι φέρνοντας το σιτευτό μοσχάρι, σφάξτε το, και καθώς θα φάμε, ας ευφρανθούμε·
24επειδή, αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός, και ξανάζησε· και ήταν χαμένος, και βρέθηκε. Kαι άρχισαν να ευφραίνονται.
25O πιο μεγάλος του γιος, όμως, ήταν στο χωράφι· και καθώς ερχόταν, και πλησίασε στο σπίτι, άκουσε όργανα και χορούς.
26Kαι προσκαλώντας έναν από τους δούλους, ρωτούσε τι είναι αυτά.
27Kαι εκείνος είπε σ’ αυτόν ότι: Ήρθε ο αδελφός σου· και ο πατέρας σου έσφαξε το μοσχάρι το σιτευτό, επειδή τον απόλαυσε ξανά υγιή.
28Kαι οργίστηκε, και δεν ήθελε να μπει μέσα. Bγήκε, λοιπόν, έξω ο πατέρας του, και τον παρακαλούσε.
29Kαι εκείνος απαντώντας είπε στον πατέρα: Δες, τόσα χρόνια σε δουλεύω, και εντολή ποτέ σου δεν παρέβηκα· και σ’ εμένα ποτέ ούτε ένα κατσικάκι δεν μου έδωσες, για να ευφρανθώ μαζί με τους φίλους μου·
30και όταν ήρθε αυτός ο γιος σου, αυτός που κατέφαγε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν το μοσχάρι το σιτευτό.
31Kαι εκείνος τού είπε: Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου· και όλα τα δικά μου είναι δικά σου·
32έπρεπε, όμως, να ευφρανθούμε και να χαρούμε, επειδή αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός, και ξανάζησε· και ήταν χαμένος, και βρέθηκε.
1. Αλληγορική Αναδιήγηση
Είμαι ο νεώτερος υιός.
Όχι μόνο γιατί έφυγα, αλλά γιατί νόμισα πως η ζωή αρχίζει μακριά από τον Πατέρα. Δεν Του είπα ότι δεν Τον θέλω. Του είπα κάτι χειρότερο: ότι θέλω τα δώρα Του χωρίς Εκείνον. Ότι μπορώ να ζήσω, να χαρώ, να υπάρξω, χωρίς να Τον κοιτώ στα μάτια.
Μου τα έδωσε.
Και αυτό είναι το πρώτο μυστήριο που δεν κατάλαβα τότε: ο Πατέρας δεν κρατά με το ζόρι. Αφήνει. Όχι από αδιαφορία, αλλά από πόνο που σέβεται την ελευθερία. Και έφυγα. Με τα χέρια γεμάτα και την καρδιά άδεια.
Στη χώρα τη μακρινή δεν υπήρχε Πατέρας. Υπήρχε μόνο κατανάλωση. Έδωσα, σκόρπισα, χάρηκα, ξέχασα. Και όσο ξεχνούσα, τόσο νόμιζα πως ζω. Μέχρι που τέλειωσαν όλα. Όχι μόνο τα χρήματα. Τέλειωσε η ψευδαίσθηση ότι κάποιος θα με κρατήσει όταν δεν έχω τίποτα να δώσω.
Και βρέθηκα μόνος.
Μόνος με χοίρους. Μόνος με πείνα. Μόνος με σκέψεις. Κανείς δεν μου έδινε. Γιατί στον κόσμο χωρίς Πατέρα, η αγάπη έχει αντάλλαγμα. Και τότε… ήρθε η στιγμή που δεν ήξερα αν ήταν φως ή απελπισία: ήρθα εις εμαυτόν.
Θυμήθηκα.
Όχι πρώτα τον Πατέρα, αλλά τους μισθίους Του. Θυμήθηκα πως ακόμη και οι δούλοι Του ζουν καλύτερα από μένα. Και είπα να επιστρέψω. Όχι ως υιός. Δεν τολμούσα. Αλλά ως εργάτης. Να δουλέψω για να αξίζω. Να σκύψω για να με ανεχτεί.
Και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.
Με λόγια έτοιμα. Με ταπεινώσεις προετοιμασμένες. Με το κεφάλι χαμηλά. Αλλά δεν πρόλαβα να φτάσω.
Γιατί Εκείνος με είδε πρώτος.
Όχι όταν πλησίασα. Όχι όταν χτύπησα. Όταν ήμουν ακόμη μακριά. Και έτρεξε. Ο Πατέρας έτρεξε. Αυτό δεν το χωρά η λογική μου. Δεν περίμενε εξήγηση. Δεν άκουσε το σχέδιό μου. Με αγκάλιασε. Με φίλησε. Με έντυσε.
Και εγώ μιλούσα ακόμη για αμαρτίες, ενώ Εκείνος μιλούσε για στολή. Εγώ μιλούσα για αναξιότητα, κι Εκείνος για δαχτυλίδι. Εγώ για μισθωτό, κι Εκείνος για υιό. Γιατί δεν γύρισα για να αποκατασταθώ. Γύρισα για να αναστηθώ.
Και τότε άρχισε η χαρά.
Αλλά όχι για όλους.
Γιατί υπάρχει κι άλλος υιός μέσα μου. Ο πρεσβύτερος. Αυτός που δεν έφυγε ποτέ, αλλά δεν μπήκε ποτέ μέσα στην αγάπη. Αυτός που υπηρέτησε, αλλά δεν αγάπησε. Που έμεινε, αλλά δεν χάρηκε. Που μέτρησε τα χρόνια και ξέχασε τη σχέση.
Και ο Πατέρας βγήκε και σε αυτόν.
Γιατί ο Πατέρας δεν έχει μόνο έναν χαμένο υιό. Έχει δύο. Ο ένας έξω από το σπίτι. Ο άλλος έξω από τη χαρά. Και τους θέλει και τους δύο μέσα.
Και εγώ, καθώς ακούω αυτή την παραβολή, δεν ξέρω πια ποιος είμαι.
Ο άσωτος που γύρισε;
Ο πρεσβύτερος που θυμώνει;
Ή μήπως και οι δύο;
Ξέρω μόνο αυτό:
ότι υπάρχει Πατέρας που τρέχει,
που αγκαλιάζει,
που βγαίνει έξω και για τον θυμωμένο,
και που λέει:
«τέκνον… πάντα τα εμά σά εστιν».
Και αν αυτό είναι αλήθεια,
τότε ίσως μπορώ κι εγώ να μπω στο σπίτι.
2. Κήρυγμα
Αδελφοί μου,
σήμερα δεν σας μιλώ για μια ιστορία. Σας μιλώ για ένα σπίτι. Για ένα σπίτι που δεν έκλεισε ποτέ, ακόμη κι όταν τα παιδιά του έφυγαν. Για έναν Πατέρα που δεν κράτησε λογαριασμό αδικιών, αλλά κράτησε τα μάτια Του στον δρόμο.
Η παραβολή του Ασώτου δεν αρχίζει με την αμαρτία. Αρχίζει με την ελευθερία. Ο Πατέρας δίνει. Δεν αρπάζει. Δεν εκβιάζει την αγάπη. Και αυτό είναι το πρώτο δύσκολο μάθημα: ο Θεός δεν μας κρατά κοντά Του με φόβο, αλλά με σεβασμό. Μας αφήνει να φύγουμε, ακόμη κι αν ξέρει ότι θα πονέσουμε.
Ο νεώτερος υιός φεύγει γιατί μπερδεύει την αγάπη με την ιδιοκτησία. Νομίζει πως η ζωή είναι τα δώρα και όχι η σχέση. Και ποιος από εμάς δεν το έκανε αυτό; Ποιος δεν ζήτησε από τον Θεό πράγματα χωρίς να θέλει την παρουσία Του; Ποιος δεν είπε σιωπηλά: «δώσε μου και άσε με ήσυχο»;
Και ο δρόμος της μακρινής χώρας είναι πάντα ο ίδιος. Στην αρχή μοιάζει ελευθερία. Μετά γίνεται σπατάλη. Και στο τέλος, πείνα. Όχι μόνο στο σώμα. Πείνα ψυχής. Πείνα για βλέμμα, για νόημα, για κάποιον να πει «είσαι δικός μου».
Και τότε έρχεται εκείνη η φράση που καίει και σώζει μαζί: «εις εαυτόν δε ελθών». Η μετάνοια δεν αρχίζει με τύψεις. Αρχίζει με μνήμη. Να θυμηθείς ποιος ήσουν πριν χαθείς. Να θυμηθείς ότι υπάρχει Πατέρας. Ότι υπάρχει σπίτι.
Ο άσωτος ξεκινά να επιστρέψει με σχέδιο ταπείνωσης. Θέλει να γίνει μισθωτός. Θέλει να πληρώσει. Αλλά ο Θεός δεν σώζει με μισθό. Σώζει με αγκαλιά. Δεν περιμένει να τελειώσει η απολογία. Τρέχει. Και αυτό είναι σκάνδαλο για τη λογική μας: ο Πατέρας τρέχει προς τον ένοχο.
Αδελφοί μου, εδώ είναι η φωτιά του Ευαγγελίου:
ο Θεός δεν σε αφήνει να γονατίσεις μπροστά Του για να σε ανυψώσει.
Σε ανυψώνει για να μπορέσεις να σταθείς μπροστά Του.
Στολή, δαχτυλίδι, υποδήματα. Όχι για να ξεχαστεί το παρελθόν, αλλά για να αποκατασταθεί η ταυτότητα. «Ο υιός μου». Όχι «ο πρώην». Όχι «ο αποτυχημένος». Ο υιός μου.
Και όμως, η παραβολή δεν τελειώνει στη χαρά. Γιατί υπάρχει και ο πρεσβύτερος. Ο υιός που έμεινε, αλλά δεν έμαθε να χαίρεται. Που υπηρέτησε, αλλά δεν αγάπησε. Που ζούσε στο σπίτι, αλλά με καρδιά έξω από αυτό. Και ο Πατέρας βγαίνει και σε εκείνον. Γιατί η αγάπη Του δεν έχει στρατόπεδα.
Αδελφοί μου, η φωτιά του Πατέρα καίει δύο πράγματα:
την αμαρτία του ασώτου
και τη σκληρότητα του δικαίου.
Και η παρηγοριά είναι μία:
όποιος κι αν είσαι σήμερα,
όπου κι αν στέκεσαι,
ο Πατέρας σε περιμένει.
Με ανοιχτά χέρια.
Και αν φοβάσαι να μπεις στο σπίτι,
θυμήσου:
δεν επιστρέφεις για να κριθείς,
επιστρέφεις για να αναστηθείς.
Αμήν.
3. Εσωτερικός Μονόλογος – με ερωτήσεις
Γιατί έφυγα;
Τι ήταν αυτό που μου έλειπε τόσο, ώστε να ζητήσω τα δώρα και να αφήσω το πρόσωπο;
Πίστεψα άραγε πως η ζωή αρχίζει μακριά από τον Πατέρα;
Ή μήπως απλώς κουράστηκα να με βλέπει;
Γιατί Του ζήτησα την ουσία;
Τι ήθελα να αποδείξω;
Ότι μπορώ μόνος; Ότι δεν Τον χρειάζομαι;
Και γιατί, όταν μου την έδωσε, δεν ένιωσα χαρά αλλά βιασύνη να φύγω;
Τι έψαχνα στη μακρινή χώρα;
Ελευθερία ή λήθη;
Χαρά ή αναισθησία;
Και γιατί όλα όσα έμοιαζαν ζωή έγιναν τόσο γρήγορα σπατάλη;
Πότε ακριβώς άρχισε η πείνα;
Όταν τελείωσαν τα χρήματα;
Ή όταν τελείωσαν τα βλέμματα που με ήθελαν;
Και γιατί κανείς δεν μου έδινε, ενώ εγώ είχα δώσει τόσα για να με δεχτούν;
Πώς βρέθηκα να ταΐζω χοίρους;
Πότε έπεσα τόσο χαμηλά χωρίς να το καταλάβω;
Ή μήπως δεν έπεσα∙ απλώς αποκαλύφθηκα;
Και γιατί ζήλεψα ακόμη και την τροφή τους;
Τι σημαίνει «ήρθα εις εμαυτόν»;
Επέστρεψα στον εαυτό μου ή στον Πατέρα μου;
Μήπως ο αληθινός εαυτός μου ήταν πάντα παιδί Του;
Και γιατί το θυμήθηκα μόνο μέσα στην πείνα;
Γιατί, όταν σκέφτηκα να γυρίσω, δεν τόλμησα να πω «υιός»;
Γιατί διάλεξα τον ρόλο του μισθωτού;
Φοβήθηκα την αγάπη ή την ελευθερία της;
Μήπως ήταν πιο ασφαλές να πληρώνω παρά να αγαπιέμαι;
Και γιατί ετοίμασα λόγια;
Να ελέγξω άραγε τη συνάντηση;
Να περιορίσω την αγκαλιά;
Να θέσω όρους στην επιστροφή;
Γιατί δεν πρόλαβα να τα πω;
Γιατί Εκείνος έτρεξε;
Γιατί με είδε πριν Τον δω;
Και πώς γίνεται η αγκαλιά να έρθει πριν την εξομολόγηση;
Γιατί μιλούσα για αμαρτία κι Εκείνος για στολή;
Γιατί εγώ για αναξιότητα κι Εκείνος για δαχτυλίδι;
Πώς γίνεται να αποκαθίσταται η ταυτότητα πριν διορθωθεί το παρελθόν;
Τι είναι αυτή η χαρά που δεν ζήτησα;
Γιατί με τρομάζει λίγο;
Μήπως γιατί δεν την κέρδισα;
Μήπως γιατί δεν την ελέγχω;
Και τώρα που ακούω μουσικές, γιατί σκέφτομαι τον πρεσβύτερο;
Μήπως είμαι κι αυτός;
Μήπως έμεινα κοντά αλλά μακριά από τη χαρά;
Μήπως υπηρέτησα χωρίς να γίνω παιδί;
Γιατί θυμώνω όταν ο Πατέρας χαίρεται;
Γιατί μετρώ χρόνια και όχι σχέση;
Γιατί ζητώ δικαιοσύνη εκεί που προσφέρεται έλεος;
Και γιατί ο Πατέρας βγαίνει κι έξω;
Γιατί δεν διαλέγει πλευρά;
Μήπως γιατί δεν θέλει κανέναν χαμένο, ούτε τον άσωτο της μακρινής χώρας ούτε τον άσωτο της αυλής;
Ποιος είμαι τελικά;
Αυτός που έφυγε;
Αυτός που έμεινε;
Ή αυτός που καλείται να μπει στη χαρά;
Και αν όλα τα ερωτήματα οδηγούν εδώ,
μήπως η μόνη απάντηση είναι να μπω στο σπίτι;
Όχι ως μισθωτός.
Όχι ως δικαιωμένος.
Αλλά ως παιδί που γύρισε.
1. Αλληγορική Αναδιήγηση
Είμαι ο νεώτερος υιός.
Όχι μόνο γιατί έφυγα, αλλά γιατί νόμισα πως η ζωή αρχίζει μακριά από τον Πατέρα. Δεν Του είπα ότι δεν Τον θέλω. Του είπα κάτι χειρότερο: ότι θέλω τα δώρα Του χωρίς Εκείνον. Ότι μπορώ να ζήσω, να χαρώ, να υπάρξω, χωρίς να Τον κοιτώ στα μάτια.
Μου τα έδωσε.
Και αυτό είναι το πρώτο μυστήριο που δεν κατάλαβα τότε: ο Πατέρας δεν κρατά με το ζόρι. Αφήνει. Όχι από αδιαφορία, αλλά από πόνο που σέβεται την ελευθερία. Και έφυγα. Με τα χέρια γεμάτα και την καρδιά άδεια.
Στη χώρα τη μακρινή δεν υπήρχε Πατέρας. Υπήρχε μόνο κατανάλωση. Έδωσα, σκόρπισα, χάρηκα, ξέχασα. Και όσο ξεχνούσα, τόσο νόμιζα πως ζω. Μέχρι που τέλειωσαν όλα. Όχι μόνο τα χρήματα. Τέλειωσε η ψευδαίσθηση ότι κάποιος θα με κρατήσει όταν δεν έχω τίποτα να δώσω.
Και βρέθηκα μόνος.
Μόνος με χοίρους. Μόνος με πείνα. Μόνος με σκέψεις. Κανείς δεν μου έδινε. Γιατί στον κόσμο χωρίς Πατέρα, η αγάπη έχει αντάλλαγμα. Και τότε… ήρθε η στιγμή που δεν ήξερα αν ήταν φως ή απελπισία: ήρθα εις εμαυτόν.
Θυμήθηκα.
Όχι πρώτα τον Πατέρα, αλλά τους μισθίους Του. Θυμήθηκα πως ακόμη και οι δούλοι Του ζουν καλύτερα από μένα. Και είπα να επιστρέψω. Όχι ως υιός. Δεν τολμούσα. Αλλά ως εργάτης. Να δουλέψω για να αξίζω. Να σκύψω για να με ανεχτεί.
Και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.
Με λόγια έτοιμα. Με ταπεινώσεις προετοιμασμένες. Με το κεφάλι χαμηλά. Αλλά δεν πρόλαβα να φτάσω.
Γιατί Εκείνος με είδε πρώτος.
Όχι όταν πλησίασα. Όχι όταν χτύπησα. Όταν ήμουν ακόμη μακριά. Και έτρεξε. Ο Πατέρας έτρεξε. Αυτό δεν το χωρά η λογική μου. Δεν περίμενε εξήγηση. Δεν άκουσε το σχέδιό μου. Με αγκάλιασε. Με φίλησε. Με έντυσε.
Και εγώ μιλούσα ακόμη για αμαρτίες, ενώ Εκείνος μιλούσε για στολή. Εγώ μιλούσα για αναξιότητα, κι Εκείνος για δαχτυλίδι. Εγώ για μισθωτό, κι Εκείνος για υιό. Γιατί δεν γύρισα για να αποκατασταθώ. Γύρισα για να αναστηθώ.
Και τότε άρχισε η χαρά.
Αλλά όχι για όλους.
Γιατί υπάρχει κι άλλος υιός μέσα μου. Ο πρεσβύτερος. Αυτός που δεν έφυγε ποτέ, αλλά δεν μπήκε ποτέ μέσα στην αγάπη. Αυτός που υπηρέτησε, αλλά δεν αγάπησε. Που έμεινε, αλλά δεν χάρηκε. Που μέτρησε τα χρόνια και ξέχασε τη σχέση.
Και ο Πατέρας βγήκε και σε αυτόν.
Γιατί ο Πατέρας δεν έχει μόνο έναν χαμένο υιό. Έχει δύο. Ο ένας έξω από το σπίτι. Ο άλλος έξω από τη χαρά. Και τους θέλει και τους δύο μέσα.
Και εγώ, καθώς ακούω αυτή την παραβολή, δεν ξέρω πια ποιος είμαι.
Ο άσωτος που γύρισε;
Ο πρεσβύτερος που θυμώνει;
Ή μήπως και οι δύο;
Ξέρω μόνο αυτό:
ότι υπάρχει Πατέρας που τρέχει,
που αγκαλιάζει,
που βγαίνει έξω και για τον θυμωμένο,
και που λέει:
«τέκνον… πάντα τα εμά σά εστιν».
Και αν αυτό είναι αλήθεια,
τότε ίσως μπορώ κι εγώ να μπω στο σπίτι.
2. Κήρυγμα
Αδελφοί μου,
σήμερα δεν σας μιλώ για μια ιστορία. Σας μιλώ για ένα σπίτι. Για ένα σπίτι που δεν έκλεισε ποτέ, ακόμη κι όταν τα παιδιά του έφυγαν. Για έναν Πατέρα που δεν κράτησε λογαριασμό αδικιών, αλλά κράτησε τα μάτια Του στον δρόμο.
Η παραβολή του Ασώτου δεν αρχίζει με την αμαρτία. Αρχίζει με την ελευθερία. Ο Πατέρας δίνει. Δεν αρπάζει. Δεν εκβιάζει την αγάπη. Και αυτό είναι το πρώτο δύσκολο μάθημα: ο Θεός δεν μας κρατά κοντά Του με φόβο, αλλά με σεβασμό. Μας αφήνει να φύγουμε, ακόμη κι αν ξέρει ότι θα πονέσουμε.
Ο νεώτερος υιός φεύγει γιατί μπερδεύει την αγάπη με την ιδιοκτησία. Νομίζει πως η ζωή είναι τα δώρα και όχι η σχέση. Και ποιος από εμάς δεν το έκανε αυτό; Ποιος δεν ζήτησε από τον Θεό πράγματα χωρίς να θέλει την παρουσία Του; Ποιος δεν είπε σιωπηλά: «δώσε μου και άσε με ήσυχο»;
Και ο δρόμος της μακρινής χώρας είναι πάντα ο ίδιος. Στην αρχή μοιάζει ελευθερία. Μετά γίνεται σπατάλη. Και στο τέλος, πείνα. Όχι μόνο στο σώμα. Πείνα ψυχής. Πείνα για βλέμμα, για νόημα, για κάποιον να πει «είσαι δικός μου».
Και τότε έρχεται εκείνη η φράση που καίει και σώζει μαζί: «εις εαυτόν δε ελθών». Η μετάνοια δεν αρχίζει με τύψεις. Αρχίζει με μνήμη. Να θυμηθείς ποιος ήσουν πριν χαθείς. Να θυμηθείς ότι υπάρχει Πατέρας. Ότι υπάρχει σπίτι.
Ο άσωτος ξεκινά να επιστρέψει με σχέδιο ταπείνωσης. Θέλει να γίνει μισθωτός. Θέλει να πληρώσει. Αλλά ο Θεός δεν σώζει με μισθό. Σώζει με αγκαλιά. Δεν περιμένει να τελειώσει η απολογία. Τρέχει. Και αυτό είναι σκάνδαλο για τη λογική μας: ο Πατέρας τρέχει προς τον ένοχο.
Αδελφοί μου, εδώ είναι η φωτιά του Ευαγγελίου:
ο Θεός δεν σε αφήνει να γονατίσεις μπροστά Του για να σε ανυψώσει.
Σε ανυψώνει για να μπορέσεις να σταθείς μπροστά Του.
Στολή, δαχτυλίδι, υποδήματα. Όχι για να ξεχαστεί το παρελθόν, αλλά για να αποκατασταθεί η ταυτότητα. «Ο υιός μου». Όχι «ο πρώην». Όχι «ο αποτυχημένος». Ο υιός μου.
Και όμως, η παραβολή δεν τελειώνει στη χαρά. Γιατί υπάρχει και ο πρεσβύτερος. Ο υιός που έμεινε, αλλά δεν έμαθε να χαίρεται. Που υπηρέτησε, αλλά δεν αγάπησε. Που ζούσε στο σπίτι, αλλά με καρδιά έξω από αυτό. Και ο Πατέρας βγαίνει και σε εκείνον. Γιατί η αγάπη Του δεν έχει στρατόπεδα.
Αδελφοί μου, η φωτιά του Πατέρα καίει δύο πράγματα:
την αμαρτία του ασώτου
και τη σκληρότητα του δικαίου.
Και η παρηγοριά είναι μία:
όποιος κι αν είσαι σήμερα,
όπου κι αν στέκεσαι,
ο Πατέρας σε περιμένει.
Με ανοιχτά χέρια.
Και αν φοβάσαι να μπεις στο σπίτι,
θυμήσου:
δεν επιστρέφεις για να κριθείς,
επιστρέφεις για να αναστηθείς.
Αμήν.
3. Εσωτερικός Μονόλογος – με ερωτήσεις
Γιατί έφυγα;
Τι ήταν αυτό που μου έλειπε τόσο, ώστε να ζητήσω τα δώρα και να αφήσω το πρόσωπο;
Πίστεψα άραγε πως η ζωή αρχίζει μακριά από τον Πατέρα;
Ή μήπως απλώς κουράστηκα να με βλέπει;
Γιατί Του ζήτησα την ουσία;
Τι ήθελα να αποδείξω;
Ότι μπορώ μόνος; Ότι δεν Τον χρειάζομαι;
Και γιατί, όταν μου την έδωσε, δεν ένιωσα χαρά αλλά βιασύνη να φύγω;
Τι έψαχνα στη μακρινή χώρα;
Ελευθερία ή λήθη;
Χαρά ή αναισθησία;
Και γιατί όλα όσα έμοιαζαν ζωή έγιναν τόσο γρήγορα σπατάλη;
Πότε ακριβώς άρχισε η πείνα;
Όταν τελείωσαν τα χρήματα;
Ή όταν τελείωσαν τα βλέμματα που με ήθελαν;
Και γιατί κανείς δεν μου έδινε, ενώ εγώ είχα δώσει τόσα για να με δεχτούν;
Πώς βρέθηκα να ταΐζω χοίρους;
Πότε έπεσα τόσο χαμηλά χωρίς να το καταλάβω;
Ή μήπως δεν έπεσα∙ απλώς αποκαλύφθηκα;
Και γιατί ζήλεψα ακόμη και την τροφή τους;
Τι σημαίνει «ήρθα εις εμαυτόν»;
Επέστρεψα στον εαυτό μου ή στον Πατέρα μου;
Μήπως ο αληθινός εαυτός μου ήταν πάντα παιδί Του;
Και γιατί το θυμήθηκα μόνο μέσα στην πείνα;
Γιατί, όταν σκέφτηκα να γυρίσω, δεν τόλμησα να πω «υιός»;
Γιατί διάλεξα τον ρόλο του μισθωτού;
Φοβήθηκα την αγάπη ή την ελευθερία της;
Μήπως ήταν πιο ασφαλές να πληρώνω παρά να αγαπιέμαι;
Και γιατί ετοίμασα λόγια;
Να ελέγξω άραγε τη συνάντηση;
Να περιορίσω την αγκαλιά;
Να θέσω όρους στην επιστροφή;
Γιατί δεν πρόλαβα να τα πω;
Γιατί Εκείνος έτρεξε;
Γιατί με είδε πριν Τον δω;
Και πώς γίνεται η αγκαλιά να έρθει πριν την εξομολόγηση;
Γιατί μιλούσα για αμαρτία κι Εκείνος για στολή;
Γιατί εγώ για αναξιότητα κι Εκείνος για δαχτυλίδι;
Πώς γίνεται να αποκαθίσταται η ταυτότητα πριν διορθωθεί το παρελθόν;
Τι είναι αυτή η χαρά που δεν ζήτησα;
Γιατί με τρομάζει λίγο;
Μήπως γιατί δεν την κέρδισα;
Μήπως γιατί δεν την ελέγχω;
Και τώρα που ακούω μουσικές, γιατί σκέφτομαι τον πρεσβύτερο;
Μήπως είμαι κι αυτός;
Μήπως έμεινα κοντά αλλά μακριά από τη χαρά;
Μήπως υπηρέτησα χωρίς να γίνω παιδί;
Γιατί θυμώνω όταν ο Πατέρας χαίρεται;
Γιατί μετρώ χρόνια και όχι σχέση;
Γιατί ζητώ δικαιοσύνη εκεί που προσφέρεται έλεος;
Και γιατί ο Πατέρας βγαίνει κι έξω;
Γιατί δεν διαλέγει πλευρά;
Μήπως γιατί δεν θέλει κανέναν χαμένο, ούτε τον άσωτο της μακρινής χώρας ούτε τον άσωτο της αυλής;
Ποιος είμαι τελικά;
Αυτός που έφυγε;
Αυτός που έμεινε;
Ή αυτός που καλείται να μπει στη χαρά;
Και αν όλα τα ερωτήματα οδηγούν εδώ,
μήπως η μόνη απάντηση είναι να μπω στο σπίτι;
Όχι ως μισθωτός.
Όχι ως δικαιωμένος.
Αλλά ως παιδί που γύρισε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου