Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Β΄ Κυριακὴ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 2,1-12) -4 Μαρτίου 2018

Προθυμοι για βοηθεια στον πλησιον μας

Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων· καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβατον, ἐφ᾽ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο» (Μᾶρκ. 2,3-4)

Ἡ εἴδησις, ἀγαπητοί μου, ὅτι ὁ Ἰησοῦς «εἰσ­ῆλθε πάλιν εἰς Καπερναούμ» (Μᾶρκ. 2,1), ὅτι ἐ­πανῆλθε στὸ κέντρο τῆς Γαλιλαίας, δια­δόθηκε ἀστρα­­πι­αῖα μέσα στὴν πόλι, κι ἀμέσως λα­ὸς πο­λύς, ποὺ διψοῦσε ν᾿ ἀκούσῃ τὴν θεία διδασκαλία, τρέχει μὲ πόθο ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ Θεῖος Διδάσκαλος.
Γνωρίζουμε ὅτι ὅπου εἶνε ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶνε ἡ Ἐκκλησία.
 Καὶ σήμερα οἱ πιστοὶ συγ­­κεν­τρώνονται στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ βροῦν τὸν Κύριο. 
Μποροῦμε λοιπὸν νὰ ποῦμε ὅτι καὶ τότε τὸ σπίτι ἐκεῖνο, στὸ ὁποῖο βρισκόταν ὁ Χριστός, μὲ τὴ
συρροὴ τῶν ἀνθρώπων γύρω του μεταβλήθηκε ἔτσι σὲ ἐκκλησία.
Διδάσκει ὁ Ἰησοῦς κι ὁ λαὸς ἀκούει· καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἔρχονται ὅλο καὶ περισσότεροι. 

Τὸ σπίτι γεμίζει ἀ­σφυκτικὰ σὲ τέτοιο σημεῖο λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, «ὥστε μηκέτι χω­ρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν» (ἔ.ἀ. 2,2), δὲν μπορεῖ νὰ εἰσ­χωρήσῃ πλέον κανείς, ὄχι στὸ δωμάτιο ποὺ βρίσκεται ὁ Χριστὸς καὶ διδάσκει ἀλλ᾽ οὔ­τε κἂν στὴν εἴσοδο. Ὅλοι θέλουν ν᾽ ἀ­­κούσουν τὰ ῥή­ματα ἐκεῖνα τῆς αἰωνίου ζω­ῆς ποὺ εἶνε γλυκύτερα κι ἀπ᾽ τὸ μέλι, ὅλοι προσπαθοῦν ν᾽ ἀντικρύσουν ἔστω κι ἀπὸ μακριὰ τὴ μορφὴ τοῦ προσώπου του.
 
Ἕνας ὅμως ἄνθρωπος μέσα στὸ πλῆθος ἐ­κεῖνο ἔχει καὶ μιὰ ἄλ­λη μεγαλύτερη ἀνάγκη.  
Αὐτὸς δὲν θά ᾽θελε μόνο νὰ τὸν ἀκούσῃ καὶ νὰ τὸν δῇ· θέλει καὶ νὰ τοῦ ζητήσῃ τὴ θεραπεία του ἀπὸ μιὰ βαρειὰ καὶ ἀγιάτρευτη ἀ­σθένεια ποὺ τὸν ταλαιπωρεῖ· εἶ­νε ἕνας «παρα­λυτικός».
 Καὶ τώρα βέβαια αὐτός, μὲ τέτοια κοσμοσυρροή, δὲν μπορεῖ οὔτε ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν δῇ. Πῶς νὰ τοῦ μιλήσῃ γιὰ τὴν ἀνάγκη του, πῶς νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ;

Φοβερὴ ἀσθένεια ἡ παραλυσία. 
Ποιός ξέρει πόσο καιρὸ τὸν εἶχε καθηλώσει στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου. Περίλυπος ἔβλεπε νὰ περνᾶ­νε ἔτσι μέρες, νύχτες, βδομάδες, μῆνες, χρόνια ὁλόκληρα· εἶχε πιὰ ἀ­πελπιστῆ. 
Ξαφνικὰ ὅ­μως μαθαίνει ὅτι κάποιος, ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Να­ζαρέτ, ἔχει τὴ δύναμι νὰ θεραπεύῃ τοὺς ἀ­σθενεῖς· γιάτρεψε πολλοὺς ἄλλους, θὰ μποροῦ­σε λοιπὸν νὰ γιατρέψῃ κι αὐ­τόν. 
Ἡ ἐλπίδα του ἀναπτερώνεται.
Πῶς ὅμως –παράλυτος αὐτός– νὰ κινηθῇ, πῶς νὰ πάῃ νὰ συναντήσῃ τὸν Ἰησοῦ; 
Πόδια ἔχει καὶ πόδια δὲν ἔχει. Μένει ἐκεῖ ἀσάλευτος. Καὶ φοβᾶται ὁ δυστυχὴς πὼς ἡ εὐκαιρία αὐτὴ θὰ χαθῇ. Τί κρίμα!
 
Ἀλλὰ νά· ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι τρέχουν νὰ συν­αντήσουν τὸν Ἰησοῦ, τέσσαρις πονετικοὶ ἄν­τρες σταματοῦν. 
Βλέπουν τὴ θλιβερὴ κατά­στασι τοῦ ἀνήμπορου αὐτοῦ ἀνθρώπου, τὸν σπλαχνίζονται, συνεννοοῦνται μεταξύ τους καὶ ἀποφασίζουν· ἀναλαμβάνουν νὰ τὸν μετα­φέρουν αὐτοὶ μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ.
Καλὴ ἡ ἀπόφασί τους, μὰ καθόλου εὔκολο αὐτὸ ποὺ ἐπιχειροῦν. 
Ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ κιόλας συ­ναντοῦν ἐμ­πόδια μεγάλα. 
Ἐμπόδιο ὁ ὄχλος ποὺ φράζει τὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ, ἐμπόδιο ἡ ἀδιαφο­ρία τῶν πολλῶν ποὺ δὲν σκέπτονται τὴν ἀ­νάγκη τοῦ παραλύτου, ἐμπόδιο ἡ φιλαυ­τία τους ποὺ δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ παραμερίσουν, νὰ κάνουν μιὰ θυσία γιὰ τὸν ἄλλο.
Οἱ τέσσερις ὅμως αὐτοὶ εὐλογημένοι ἄν­τρες δὲν ἀποκάμνουν, δὲν «τὸ βάζουν κάτω». Βάζουν τὸ μυαλὸ νὰ δουλέψῃ, ἐπινοοῦν τρόπο καὶ καταστρώνουν σχέδιο τολμηρό, πρωτάκουστο· θὰ τὸν κατεβάσουν μπροστὰ στὸ Χριστό, μέσα ἐκεῖ στὸ δωμάτιο ποὺ μιλάει, ἀνοίγοντας ἀπὸ πάνω τὴ στέγη!
Αὐτὸ βέβαια ἀπαιτεῖ τώρα πρόσθετο κόπο, μὰ αὐ­τοὶ δὲν σταματοῦν μπρο­στὰ σὲ τίποτα. Καὶ τότε μόνο ἡσυχάζουν, ὅ­ταν βλέπουν τὸν παράλυτο νὰ σηκώ­νεται μπροστὰ σὲ ὅλους ὑγιὴς καὶ νὰ φεύγῃ φορτωμένος μάλιστα τὸ κρεβάτι του.
Ἡ προθυμία, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἔδειξαν οἱ τέσσερις αὐ­τοὶ ἄνθρωποι γιὰ τὴν ἐξυπηρέτη­σι ἑνὸς δυστυχισμένου συνανθρώπου τους, ἂς γίνῃ παράδειγμα σὲ ὅλους μας. 
Γιατὶ ἡ ζωὴ ἀνακυκλώνεται καὶ τὰ περιστατικὰ ἐπαναλαμ­βάνονται· ἔτσι βρισκόμαστε κ᾽ ἐ­μεῖς πολλὲς φορὲς μπροστὰ σὲ παρόμοιες περιπτώσεις δυστυχίας.
 Ἀκοῦμε τὶς θλιβερὲς φωνὲς τοῦ πό­νου ἀδελφῶν μας, βλέπουμε τὰ δάκρυά τους, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι κάποια λύπη βαθειὰ τυραννεῖ καὶ θλίβει τὴν καρδιά τους. 
Τί πρέπει νὰ κάνουμε λοιπόν; 
νὰ ἀδιαφορήσουμε καὶ νὰ προσπεράσουμε ἄσπλαχνα, ὅπως ὁ ὄχλος σήμερα ἢ ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς γνωστῆς ἐκείνης παραβο­λῆς (βλ. Λουκ. 10,30-37); 
ἢ μήπως νὰ ἐκ­μεταλλευθοῦμε τὴν κατάστασι καὶ νὰ τὴ δοῦ­με ἰδιοτελῶς, ὡς εὐκαιρία δικοῦ μας πλουτισμοῦ; 
ἢ τέλος νὰ μιμηθοῦμε τὸν κα­λὸ Σαμαρείτη καὶ τοὺς τέσσερις σπουδαίους ἄντρες τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου;
Ὄχι –βέβαια– ν᾿ ἀδιαφορήσουμε, ὅπως ἔ­καναν οἱ πολ­λοὶ τοῦ ὄχλου, ποὺ συνωστίζον­ταν γύρω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ δίχως νὰ παραμερίζουν λίγο, ὥστε ν᾽ ἀνοιχθῇ μιὰ δίοδος γιὰ νὰ περάσῃ ὁ παραλυτικός· ὄχι νὰ κλείνουμε τὰ σπλάχνα καὶ τὴν καρδιά μας καὶ ἀδιάφοροι νὰ συνεχίζουμε τὸ δρόμο μας, χωρὶς νὰ ῥίχνου­με οὔτε ἕνα βλέμμα συμπαθείας στοὺς τραυματίες τῆς ζωῆς, ποὺ μένουν πληγωμένοι στὴ μέση τοῦ δρόμου ἀδύναμοι νὰ σύρουν τὰ βήματά τους. Ὄχι –πολὺ περισσότερο– νὰ θελήσουμε νὰ ἐκμεταλλευθοῦμε τὴ δυστυχία τους, ὄχι νὰ πατήσουμε ἐπάνω στὰ πτώματά τους, γιὰ ν᾽ ἀνεβοῦμε ἐμεῖς πιὸ ψηλὰ καὶ ν᾽ ἀ­ποκτήσουμε δύναμι μεγαλύτερη.
 Ἀλλὰ τί πρέ­πει λοιπὸν νὰ κάνουμε; 
Τὰ καθήκοντά μας στὸ ζήτημα αὐτὸ τὰ ὑπαγορεύει σαφῶς ἡ συμ­περιφορὰ τῶν τεσσάρων.
πρῶτα νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ πλησιάσουμε, ὅπως αὐτοί, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ὁ δυστυχισμένος. 

Δὲν θὰ τὸν παρηγορήσουμε ἁ­πλῶς μὲ λίγα λόγια χριστιανικῆς ἀγάπης, ἀλλὰ καὶ θ᾿ ἀναλάβουμε κάθε κόπο γιὰ νὰ τὸν ἀνακουφίσουμε, ὅπως ἔκαναν καὶ οἱ τέσσερις συνοδοὶ τοῦ παραλυτικοῦ.
Θὰ χτυπήσουμε κατόπιν γι᾿ αὐτὸν πόρτες καὶ ἄλλων, ἂν ἐμεῖς μόνοι μας δὲν μποροῦ­­με νὰ τὸν βοηθήσουμε. Θὰ ζητήσουμε λοι­πὸν καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἄλλων. 
Γιατὶ ὅπως ὁ ἕνας δὲν μποροῦσε μόνος του νὰ σηκώσῃ καὶ νὰ μεταφέ­ρῃ τὸν παραλυτικὸ μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ, ἀλ­λὰ χρειάστηκε γι᾽ αὐτὸ καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἄλλων τριῶν συντρόφων του, τὸ ἴδιο κ᾽ ἐ­μεῖς πολλὲς φορὲς δὲν μποροῦμε μόνοι μας νὰ προσφέρουμε ἀποτελεσματικὴ βοήθεια σὲ δυστυχισμένους, ἐὰν δὲν καλέσουμε σὲ βοήθεια καὶ ἄλλους. Μόνοι μας δὲν μποροῦ­με, μαζὶ μὲ ἄλλους μποροῦμε.
 
Ἔπειτα, πρέπει νὰ συνοδεύσουμε τὸν δο­κι­μαζόμενο ὣς τὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του. 
Ὄχι νὰ τὸν «πετάξουμε» στὸ ὀρφανοτροφεῖο ἢ στὸ γηροκομεῖο ἢ στὸ ἄσυλο τῶν ἀνιάτων ἢ στὸ νοσοκομεῖο, κ᾽ ἔπειτα νὰ τὸ βάλουμε στὰ πόδια θεω­ρώντας ὅτι τὸ χρέος μας τελείωσε, χωρὶς νὰ ἐν­διαφερώμαστε πιὰ γι᾿ αὐτόν, χω­ρὶς νὰ τὸν ἐ­πισκεπτώμαστε. 
Οἱ τέσσερις αὐ­τοὶ δὲν ἔκαναν ἔτσι. Δὲν ἄφησαν τὸν παραλυτικὸ ἔξω ἀπ᾽ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ποὺ βρισκόταν ὁ Ἰησοῦς, ἀλλ᾿ ἀγωνίστηκαν νὰ τὸν βάλουν μέσα στὸ σπίτι κ᾽ ἐκεῖ νὰ συναντήσῃ τὸν Θεραπευτή. Δὲν ἄφησαν δηλαδὴ τὸ καλὸ ἡμιτελές, δὲν ἄφησαν τὴ δουλειὰ στὴ μέση, ἀλλὰ προσπάθησαν καὶ ἔφεραν τὸ καλὸ εἰς πέρας, παρὰ τὰ ἐμπόδια ποὺ συνάντησαν. Αὐτὸ λοιπὸν νὰ κάνουμε κ᾽ ἐμεῖς.
 
Ἡ προθυμία μας γιὰ βοήθεια στὸν ἄλλο ἂς μὴ σταματᾷ μπροστὰ στὸ πρῶτο ἐμπόδιο ποὺ θὰ συναντήσουμε. 
Θὰ βρεθοῦν ἀσφαλῶς πολ­λοὶ ποὺ θὰ παρεξ­ηγήσουν τὸ ἔργο τῆς ἀγάπης μας· ἄλλοι δὲν θὰ μᾶς νιώσουν, καὶ ἄλλοι μὲ τὶς κακίες τους θὰ σταθοῦν μπροστά μας φραγμός· κι αὐτὰ θὰ εἶνε γιὰ μᾶς δοκιμαστήριο τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἀντοχῆς μας στὴν ἐρ­γασία τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Κυρίου. 
Ἀλλ᾿ ἐμεῖς ἂς μιμηθοῦμε καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ τοὺς τέσσερις συνοδοὺς τοῦ πα­ραλυτικοῦ· ἡ προθυμία μας γιὰ τὸ καλὸ πρέπει νά ᾽νε τόση, ὥστε, καὶ ἂν ὅλους τοὺς δρόμους μᾶς τοὺς κλείνουν, ἐμεῖς νὰ προσπαθοῦμε νὰ βροῦμε ἄλλο νέο τρόπο –ὅπως οἱ τέσσερις ποὺ «ἀπεστέγασαν τὴν στέγην» κι ἀπὸ ᾽κεῖ κατέβασαν τὸν παραλυτικό–, καὶ ἔτσι νὰ κατορθώσουμε νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸ καλό.
 
Ὁ Κύριος, ἀγαπητοί μου, ποὺ θὰ βλέπῃ τὴν προθυμία, τὴν ἀδελφικὴ συνεργασία, τὸν κόπο, τὴν ἐπιμονή, τὴν ἐπινοητικότητά μας γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ καλό, θὰ μᾶς φωτίζῃ πάντοτε, ὥστε καὶ νέους δρόμους ἀγαθοεργίας νὰ βρίσκουμε, καὶ νέες δυνάμεις θὰ μᾶς χαρίζῃ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Ἴδιος θὰ ἔρχεται νὰ μᾶς εὐ­λογῇ καὶ νὰ ἐπιστεγάζῃ μὲ θαυμαστὸ τρόπο κάθε ἔργο ποὺ θὰ ἀναλαμβάνουμε γιὰ τὴ βο­ήθεια τοῦ πλησίον καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
 
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
/Αρθρο ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός» (Μεσολόγγι, φ. 201/1-3-1939, σσ. 22-23)


 augoustinos-kantiotis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου