(Στη διάλεξη αυτή αναλύουμε ένα υπόδειγμα ενδογενούς ανάπτυξης και ισοζυγίου πληρωμών για μια μικρή ανοικτή οικονομία.)
Η βασική διαφορά μεταξύ μίας κλειστής και μίας ανοικτής οικονομίας είναι ότι σε μία ανοικτή οικονομία υπάρχει η δυνατότητα δανεισμού από ή προς το εξωτερικό, και έτσι δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ισότητα μεταξύ εγχώριων αποταμιεύσεων και επενδύσεων.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετρά το βαθμό στον οποίο η χώρα δαπανά
λιγότερα ή περισσότερα από όσα παράγει.
Στο βαθμό που το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι πλεονασματικό, η χώρα συσσωρεύει περιουσιακά στοιχεία από το εξωτερικό, και καθίσταται καθαρός δανειστής σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου.
Στο βαθμό που το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειμματικό, η χώρα αποσυσσωρεύει περιουσιακά στοιχεία από το εξωτερικό, και καθίσταται καθαρός χρεώστης σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου.
Υποθέτουμε μία οικονομία η οποία αποτελείται από ανταγωνιστικές επιχειρήσεις που παράγουν ένα διεθνώς εμπορεύσιμο αγαθό. Οι τιμές του προϊόντος αυτού είναι ενιαίες σε όλον το κόσμο, και προσδιορίζονται από το νόμο της μιας τιμής.
Υπάρχει πλήρης κινητικότητα κεφαλαίων, και τα επιτόκια προσδιορίζονται από την ακάλυπτη ισοδυναμία των επιτοκίων.
Το υπόδειγμα είναι ένα υπόδειγμα ενδογενούς μεγέθυνσης, στο οποίο όμως οι επενδύσεις προκαλούν κόστος προσαρμογής.
Ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης εξαρτάται μόνο από παράγοντες που επηρεάζουν την επενδυτική συμπεριφορά των επιχειρήσεων, και όχι από τις αποταμιεύσεις.
Μόνο τα διεθνή επιτόκια και παράγοντες που επηρεάζουν την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου και το κόστος προσαρμογής των επενδύσεων επηρεάζουν το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.
Η πλευρά της ζήτησης (αποταμιεύσεις) δεν παίζει ρόλο στον προσδιορισμό της οικονομικής μεγέθυνσης, καθώς έχουμε υποθέσει μία μικρή ανοικτή οικονομία με πλήρη κινητικότητα του κεφαλαίου.
Στο βαθμό που η ζήτηση για επενδύσεις ξεπερνά τις εγχώριες αποταμιεύσεις, υπάρχει εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό.
Η πλευρά της ζήτησης προσδιορίζει το ισοζύγιο πληρωμών και τη θέση της χώρας ως καθαρού πιστωτή ή χρεώστη στην παγκόσμια οικονομία.
Μία αύξηση του ποσοστού διαχρονικής προτίμησης, ή του λόγου του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ, οδηγεί βραχυχρόνια σε αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης σε σχέση με την προηγούμενη πορεία της.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χειροτερεύει. Ακολούθως, η ιδιωτική κατανάλωση αρχίζει να μειώνεται σε σχέση με το ΑΕΠ, καθώς τα νοικοκυριά αποσυσσωρεύουν περιουσιακά στοιχεία από το εξωτερικό, και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σταδιακά βελτιώνεται. Μακροχρόνια, ο λόγος της ιδιωτικής κατανάλωσης προς το συνολικό προϊόν μειώνεται, όπως μειώνεται και η καθαρή θέση της χώρας στο εξωτερικό.
Μία αύξηση του λόγου της δημόσιας κατανάλωσης προς το συνολικό προϊόν οδηγεί βραχυχρόνια σε μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία όμως είναι μικρότερη από ό,τι χρειάζεται για μακροχρόνια ισορροπία. Κατά συνέπεια, υπάρχει επιδείνωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Κατόπιν, ο λόγος της ιδιωτικής κατανάλωσης προς το συνολικό προϊόν συνεχίζει να μειώνεται, όπως μειώνεται σταδιακά και η καθαρή θέση της χώρας στο εξωτερικό.
Στη νέα μακροχρόνια ισορροπία, η ιδιωτική κατανάλωση είναι μικρότερη ως ποσοστό του εισοδήματος, και η καθαρή θέση της χώρας στο εξωτερικό είναι μειωμένη.
απο το alogoskoufis.wordpress.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου