Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Pfizergate: Τα χαμένα μηνύματα φον ντερ Λάιεν–Μπουρλά και οι σκιές πάνω από το μεγαλύτερο συμβόλαιο εμβολίων της ΕΕ

Μίζες δεν έχουν αποδειχθεί και καμία δικαστική απόφαση δεν έχει κρίνει ότι η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δωροδοκήθηκε από τη Pfizer. Εκείνο που έχει αποδειχθεί είναι ότι μια συμφωνία δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ προετοιμάστηκε μέσα από απευθείας επικοινωνίες, ότι τα επίμαχα μηνύματα δεν διασώθηκαν και ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέτυχε επανειλημμένα να δώσει πειστικές εξηγήσεις.

Η υπόθεση που έχει επικρατήσει να αποκαλείται «Pfizergate» βρίσκεται εδώ και χρόνια στο κέντρο μιας έντονης πολιτικής, θεσμικής και δικαστικής αντιπαράθεσης. 

Στη μία πλευρά βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία υποστηρίζει ότι μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης ενήργησε γρήγορα και αποτελεσματικά για να εξασφαλίσει εμβόλια για εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους.

 Στην άλλη πλευρά βρίσκονται ευρωβουλευτές, δημοσιογράφοι, θεσμικά όργανα και πολίτες που θεωρούν ότι μια τόσο μεγάλη οικονομική συμφωνία δεν μπορεί να παραμένει καλυμμένη από χαμένα μηνύματα, απόρρητες ρήτρες και απαντήσεις που μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν μπορεί σήμερα να αποδειχθεί ότι υπήρξε χρηματισμός. Δεν υπάρχει δημοσιοποιημένο στοιχείο που να αποδεικνύει μεταφορά χρημάτων, προσωπικό οικονομικό όφελος ή οποιαδήποτε άλλη μορφή δωροδοκίας της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν από τη Pfizer ή τον διευθύνοντα σύμβουλό της, Αλβέρτο Μπουρλά. 

Το βασικό ερώτημα είναι γιατί οι κρίσιμες επικοινωνίες που συνδέθηκαν με τη μεγαλύτερη σύμβαση εμβολίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι πλέον διαθέσιμες και γιατί οι ευρωπαϊκοί θεσμοί χρειάστηκαν δικαστικές αποφάσεις για να αναγνωρίσουν ότι οι εξηγήσεις της Επιτροπής δεν ήταν επαρκείς.

Το συμβόλαιο των 1,8 δισεκατομμυρίων δόσεων

Την άνοιξη του 2021, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρισκόταν αντιμέτωπη με καθυστερήσεις στις παραδόσεις εμβολίων, έντονο ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο και μεγάλη πολιτική πίεση για την επιτάχυνση της εμβολιαστικής εκστρατείας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής άρχισε να επικοινωνεί απευθείας με τον Αλβέρτο Μπουρλά.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Pfizer, Αλβέρτος Μπουρλά, στο Νταβός. Ελβετία, 25 Μαΐου 2022. (Fabrice Coffrini/AFP μέσω Getty Images)



Οι επικοινωνίες περιελάμβαναν τηλεφωνικές συνομιλίες και γραπτά μηνύματα. Λίγο αργότερα, στις 19 Μαΐου 2021, η Επιτροπή υπέγραψε με τις Pfizer και BioNTech το μεγαλύτερο συμβόλαιο εμβολίων που είχε συνάψει μέχρι τότε: 900 εκατομμύρια δόσεις για τα έτη 2022 και 2023, με δικαίωμα αγοράς ακόμη 900 εκατομμυρίων. Συνολικά, η συμφωνία μπορούσε να φθάσει τις 1,8 δισεκατομμύρια δόσεις.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο κατέγραψε ότι έως το τέλος του 2021 η Επιτροπή είχε υπογράψει, για λογαριασμό των κρατών-μελών, συμβόλαια συνολικής εκτιμώμενης αξίας 71 δισεκατομμυρίων ευρώ, εξασφαλίζοντας έως 4,6 δισεκατομμύρια δόσεις από διαφορετικούς κατασκευαστές. Η αγορά της Pfizer αποτελούσε το μεγαλύτερο και σημαντικότερο τμήμα αυτού του χαρτοφυλακίου.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνώρισε ότι η κεντρική ευρωπαϊκή προμήθεια εξασφάλισε τελικά επαρκή αριθμό δόσεων και προστάτευσε τα μικρότερα κράτη-μέλη από έναν ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό μεταξύ τους. 
Παρατήρησε, όμως, ότι η Επιτροπή δεν αξιολόγησε επαρκώς την απόδοση ολόκληρης της διαδικασίας και ότι δεν μπορούσε να προσδιοριστεί με σαφήνεια πόσο αποτελεσματικές ήταν ορισμένες παρεμβάσεις της στην αύξηση της παραγωγής.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι, σύμφωνα με τους ελεγκτές, οι βασικές παράμετροι των συμβολαίων — όπως η τιμή, ο αριθμός των δόσεων και η κατανομή της ευθύνης — συμφωνήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά το ανεπίσημο, προκαταρκτικό στάδιο των διαπραγματεύσεων, προτού ξεκινήσει η τυπική διαδικασία της πρόσκλησης υποβολής προσφοράς.

Στην περίπτωση του τρίτου συμβολαίου με τις Pfizer–BioNTech, οι προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν απευθείας από την πρόεδρο της Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο σημείωσε ότι ήταν η μοναδική σύμβαση στην οποία η κοινή διαπραγματευτική ομάδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συμμετείχε σε αυτό το αρχικό στάδιο, παρά την προβλεπόμενη διαδικασία. 

Στις 9 Απριλίου 2021, οι όροι που είχαν διαμορφωθεί παρουσιάστηκαν στο αρμόδιο διοικητικό όργανο των κρατών-μελών, το οποίο ενέκρινε την έναρξη της επίσημης διαδικασίας.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μιλάει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο. Γαλλία, 8 Ιουνίου 2021. (Jean-Francois Badias/Pool μέσω Reuters)


Οι ελεγκτές ζήτησαν από την Επιτροπή πληροφορίες για το ποιοι επιστημονικοί σύμβουλοι είχαν ερωτηθεί, τι εισηγήσεις είχαν δοθεί, πότε έγιναν οι συζητήσεις και ποιοι ακριβώς όροι είχαν συμφωνηθεί στο προκαταρκτικό στάδιο. Όπως αναφέρεται στην έκθεσή τους, οι πληροφορίες αυτές δεν τους παραδόθηκαν.

Τα μηνύματα που υπήρχαν, αλλά δεν υπάρχουν

Η ύπαρξη των επικοινωνιών δεν αποτελεί θεωρία. Ο ίδιος ο Αλβέρτος Μπουρλά είχε περιγράψει δημοσίως τις επαφές του με τη φον ντερ Λάιεν, ενώ δημοσιεύματα αναφέρονταν στην «προσωπική διπλωματία» που άσκησε η πρόεδρος της Επιτροπής για την επίτευξη της συμφωνίας.

Όταν δημοσιογράφος ζήτησε επίσημα πρόσβαση στα μηνύματα, η Επιτροπή απάντησε ότι δεν είχε εντοπίσει έγγραφα που να εμπίπτουν στο αίτημα. 

Το πρόβλημα ήταν ότι η έρευνα του γραφείου της προέδρου περιορίστηκε στα έγγραφα που είχαν ήδη καταχωριστεί στο επίσημο σύστημα αρχειοθέτησης. Τα γραπτά μηνύματα, λόγω της υποτιθέμενα «εφήμερης» φύσης τους, συνήθως δεν καταγράφονταν.

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έκρινε ότι αυτή η διαδικασία συνιστούσε κακοδιοίκηση. Η Επιτροπή, όπως διαπιστώθηκε, δεν είχε ζητήσει από το γραφείο της προέδρου να αναζητήσει τα ίδια τα μηνύματα, αλλά μόνο να εντοπίσει καταχωρισμένα έγγραφα που πληρούσαν τα εσωτερικά κριτήρια αρχειοθέτησης. Κατά συνέπεια, δεν εξετάστηκε ποτέ αν τα μηνύματα υπήρχαν και αν έπρεπε να δοθούν στη δημοσιότητα.

Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε να πραγματοποιηθεί νέα, ουσιαστική αναζήτηση. Η Επιτροπή δεν διευκρίνισε αν πράγματι αναζήτησε τα μη καταχωρισμένα μηνύματα ούτε αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δεν πραγματοποιήθηκε μια τέτοια έρευνα. Η διαπίστωση κακοδιοίκησης παρέμεινε.

Ακολούθησε η δικαστική προσφυγή των New York Times και της δημοσιογράφου τους κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στις 14 Μαΐου 2025, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την απόφαση με την οποία η Επιτροπή είχε αρνηθεί την πρόσβαση στα μηνύματα.

Το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι τα μηνύματα περιείχαν παράνομους όρους, δωροδοκίες ή αποδείξεις διαφθοράς. Αποφάνθηκε, όμως, ότι η Επιτροπή δεν είχε δώσει εύλογη και πειστική εξήγηση για το γεγονός ότι δεν τα κατείχε. Οι απαντήσεις της χαρακτηρίστηκαν ασαφείς και μεταβαλλόμενες, ενώ δεν διευκρινίστηκε επαρκώς πού και πώς αναζητήθηκαν τα μηνύματα, αν είχαν διαγραφεί, αν είχαν χαθεί ή γιατί δεν είχαν διατηρηθεί.

Το δικαστήριο απέρριψε στην πράξη την αντίληψη ότι μια ευρωπαϊκή υπηρεσία μπορεί απλώς να δηλώνει πως δεν διαθέτει ένα έγγραφο, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό υπήρξε, χωρίς να δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για την τύχη του.
Η επίσημη γραμμή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η επίσημη θέση της Επιτροπής είναι ότι οι προσωπικές επικοινωνίες της φον ντερ Λάιεν με τον Μπουρλά δεν υποκατέστησαν τη θεσμική διαδικασία και δεν αποτέλεσαν οι ίδιες το συμβόλαιο. Κατά την Επιτροπή, οι τελικοί όροι εξετάστηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες και εγκρίθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο στο οποίο εκπροσωπούνταν τα κράτη-μέλη.

Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η απευθείας επικοινωνία μεταξύ πολιτικών ηγετών και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων ήταν αναμενόμενη μέσα σε μια πρωτοφανή διεθνή κρίση, όταν κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο διεκδικούσαν τις ίδιες περιορισμένες ποσότητες εμβολίων. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή, το αποτέλεσμα πρέπει να κριθεί και από το γεγονός ότι εξασφαλίστηκαν μεγάλες ποσότητες εμβολίων σε μια περίοδο κατά την οποία υπήρχε πραγματικός κίνδυνος ελλείψεων.

Μετά την ήττα της στο Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή αποφάσισε να μην ασκήσει έφεση. Στις 28 Ιουλίου 2025 εξέδωσε νέα απόφαση, με αριθμό C (2025)5429, επιμένοντας ότι δεν διαθέτει τα ζητούμενα μηνύματα, αλλά παρέχοντας αναλυτικότερη αιτιολόγηση.

Σύμφωνα με τη νέα εξήγηση, ο προσωπάρχης της προέδρου έλεγξε το κινητό τηλέφωνο και την εφαρμογή Signal που χρησιμοποιούσε η φον ντερ Λάιεν, χωρίς να εντοπίσει μηνύματα που να ανταποκρίνονται στο αίτημα.
 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα μηνύματα αφορούσαν κυρίως τον προγραμματισμό τηλεφωνικών επικοινωνιών και ότι, αν περιείχαν ουσιαστικές πληροφορίες σχετικές με τη λήψη αποφάσεων, θα έπρεπε να είχαν καταχωριστεί.


Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, μαζί με τον Ευρωπαίο Επίτροπο για τη Γειτονία και τη Διεύρυνση Όλιβερ Βαρχέλι, μετά από συνεδρίαση του Σώματος των Ευρωπαίων Επιτρόπων σχετικά με τη γνωμοδότησή του για το καθεστώς υποψήφιας χώρας της Ουκρανίας προς την ΕΕ. Βρυξέλλες, 17 Ιουνίου 2022. (Yves Herman/Reuters)



Παράλληλα έγινε γνωστό ότι τα τηλέφωνα που χρησιμοποιούνταν την επίμαχη περίοδο είχαν αντικατασταθεί και ότι δεν είχαν διατηρηθεί αντίγραφα ασφαλείας. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και μετά τη δικαστική απόφαση, το περιεχόμενο των συνομιλιών ενδέχεται να μην μπορεί πλέον να ανακτηθεί.

Η απάντηση αυτή λύνει το διοικητικό ζήτημα για την Επιτροπή: τα μηνύματα δεν θεωρήθηκαν αρκετά σημαντικά ώστε να αρχειοθετηθούν και σήμερα δεν βρίσκονται στην κατοχή της. Δεν απαντά, όμως, στο πολιτικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν επικοινωνίες που συνέπεσαν με τις προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις του μεγαλύτερου συμβολαίου της πανδημίας να θεωρήθηκαν τόσο ασήμαντες ώστε να μην διατηρηθούν;

Οι καταγγελίες για διαφθορά και τι έχει πραγματικά κριθεί

Το γεγονός ότι υπάρχει αδιαφάνεια δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απόδειξη δωροδοκίας. Οι όροι «μίζα» και «χρηματισμός» προϋποθέτουν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία: οικονομική συναλλαγή, προσφορά ανταλλάγματος, προσωπικό όφελος ή συνεννόηση για παράνομη εύνοια. Τέτοια στοιχεία δεν έχουν παρουσιαστεί δημοσίως.

Το 2023, ο Βέλγος Φρεντερίκ Μπαλντάν κατέθεσε ποινική καταγγελία εναντίον της φον ντερ Λάιεν, της Pfizer και του Αλβέρτου Μπουρλά, διατυπώνοντας ισχυρισμούς για κατάχρηση εξουσίας, καταστροφή δημόσιων εγγράφων, σύγκρουση συμφερόντων και διαφθορά. 

Η καταγγελία κρίθηκε απαράδεκτη από τα βελγικά δικαστήρια και, τον Οκτώβριο του 2025, το βελγικό Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε τις σχετικές προσφυγές.

Η απόφαση αυτή είναι σημαντική, αλλά χρειάζεται σωστή ανάγνωση. 
Η καταγγελία δεν απορρίφθηκε ύστερα από πλήρη εξέταση και δικαστική απόφαση που να αποδεικνύει ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή.
 Κρίθηκε απαράδεκτη, δηλαδή δεν προχώρησε σε δίκη επί της ουσίας. Συνεπώς, δεν αποτελεί ούτε απόδειξη ενοχής ούτε δικαστική πιστοποίηση ότι κάθε υποψία ήταν αβάσιμη.

Ξεχωριστά από αυτή την υπόθεση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει επιβεβαιώσει ότι διερευνά την προμήθεια εμβολίων κατά της COVID-19 στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Η EPPO ανακοίνωσε την έρευνα το 2022 και διευκρίνισε το 2024 ότι δεν μπορούσε να δημοσιοποιήσει περισσότερες πληροφορίες, ώστε να μη διακινδυνεύσει το αποτέλεσμά της. Μέχρι την τελευταία δημόσια ενημέρωση δεν είχαν ανακοινωθεί κατηγορίες εναντίον της φον ντερ Λάιεν ή του Μπουρλά.

Αυτό είναι το ακριβές σημείο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση: υπάρχει έρευνα, υπάρχουν θεσμικά ευρήματα αδιαφάνειας και κακοδιοίκησης, υπάρχουν δικαστικές ήττες της Επιτροπής σε ζητήματα πρόσβασης στα έγγραφα, αλλά δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να αποδεικνύει χρηματισμό.

Το επιχείρημα των επικριτών

Οι επικριτές δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι υπήρξε βαλίτσα με χρήματα για να διατυπώσουν σοβαρό ζήτημα δημοκρατικής λογοδοσίας. 

Υποστηρίζουν ότι όταν ένα δημόσιο πρόσωπο διαπραγματεύεται απευθείας με τον επικεφαλής μιας εταιρείας, όταν ακολουθεί ένα συμβόλαιο τεράστιας οικονομικής αξίας και όταν οι σχετικές επικοινωνίες εξαφανίζονται, το βάρος της πλήρους εξήγησης πρέπει να βρίσκεται στην πλευρά της εξουσίας.

Επισημαίνουν επίσης ότι δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο τεχνικό λάθος αρχειοθέτησης. 
Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής διαπίστωσε κακοδιοίκηση.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο δεν έλαβε τα έγγραφα που ζήτησε για τις προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις.
 Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν έδωσε πειστική εξήγηση. Και όταν η Επιτροπή έχασε στο δικαστήριο, δεν δημοσιοποίησε τα μηνύματα, αλλά εξέδωσε νέα απόφαση εξηγώντας αναλυτικότερα γιατί δεν τα έχει.

Το 2024, σε διαφορετική αλλά συναφή υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Επιτροπή είχε αποκρύψει παρανόμως ορισμένες πληροφορίες από τα συμβόλαια των εμβολίων, μεταξύ άλλων στοιχεία σχετικά με τις δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων των διαπραγματευτών και ορισμένες συμβατικές ρήτρες.

Τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους, γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εισηγήθηκε να απορριφθεί η έφεση της Επιτροπής σε εκείνη την υπόθεση, υπογραμμίζοντας ότι η διαφάνεια στη διαπραγμάτευση των συμβολαίων εμβολίων αποτελεί συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και ότι η στάση της Επιτροπής δυσχεραίνει τη λογοδοσία. Η εισήγηση δεν αποτελεί τελική δικαστική απόφαση, αλλά προσθέτει ακόμη ένα θεσμικό βάρος στην κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι συμβάσεις.

Η πολιτική πίεση κορυφώθηκε τον Ιούλιο του 2025, όταν κατατέθηκε πρόταση μομφής κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με βασικό θέμα και τη μη δημοσιοποίηση των μηνυμάτων.

 Η πρόταση απορρίφθηκε με 360 ψήφους κατά, 175 υπέρ και 18 αποχές. Η φον ντερ Λάιεν διατήρησε τη θέση της, χωρίς όμως να κλείσει η συζήτηση για τη διαφάνεια.

Τι ξέρουμε και τι εξακολουθεί να λείπει

Ξέρουμε ότι η φον ντερ Λάιεν και ο Μπουρλά επικοινωνούσαν την περίοδο κατά την οποία διαμορφωνόταν το μεγαλύτερο συμβόλαιο εμβολίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ξέρουμε ότι οι προκαταρκτικοί όροι παρουσιάστηκαν στα κράτη-μέλη μετά τις απευθείας επαφές τους. Ξέρουμε ότι η κοινή διαπραγματευτική ομάδα δεν συμμετείχε στο αρχικό στάδιο της συγκεκριμένης συμφωνίας. 
Ξέρουμε ότι οι ελεγκτές δεν έλαβαν τα σχετικά έγγραφα και ότι τα γραπτά μηνύματα δεν διατηρήθηκαν.

Ξέρουμε επίσης ότι δύο διαφορετικοί ευρωπαϊκοί θεσμοί — ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και το Γενικό Δικαστήριο — έκριναν προβληματικό τον χειρισμό της Επιτροπής. 
Η πρώτη μίλησε για κακοδιοίκηση. 
Το δεύτερο ακύρωσε την απόφαση άρνησης πρόσβασης επειδή η Επιτροπή δεν είχε εξηγήσει πειστικά γιατί δεν κατείχε τα έγγραφα.

Δεν ξέρουμε τι ακριβώς έγραφαν τα μηνύματα.
Δεν γνωρίζουμε αν περιείχαν μόνο διευθετήσεις τηλεφωνικών κλήσεων, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ή αν συζητήθηκαν τιμές, ποσότητες, ευθύνες και άλλοι συμβατικοί όροι. Δεν γνωρίζουμε γιατί, εφόσον ήταν πράγματι ασήμαντα, η Επιτροπή δεν μπόρεσε εξαρχής να δώσει μια σταθερή, σαφή και τεκμηριωμένη εξήγηση για την τύχη τους.

Και, κυρίως, δεν διαθέτουμε δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δόθηκαν μίζες. Η απουσία τέτοιων αποδείξεων απαγορεύει την παρουσίαση της δωροδοκίας ως γεγονότος. Δεν υποχρεώνει, όμως, τον πολίτη να θεωρήσει φυσιολογική την εξαφάνιση των εγγράφων ή να αποδεχθεί ότι μια συμφωνία δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ μπορεί να προετοιμάζεται με προσωπικά μηνύματα που δεν αφήνουν θεσμικό ίχνος.

Η υπόθεση «Pfizergate» δεν είναι μέχρι σήμερα αποδεδειγμένο σκάνδαλο δωροδοκίας. Είναι, όμως, αποδεδειγμένο σκάνδαλο διαφάνειας. Και σε μια δημοκρατία, η αδιαφάνεια δεν αποδεικνύει από μόνη της την ενοχή· δημιουργεί, όμως, ακριβώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι υποψίες μπορούν να επιβιώνουν για χρόνια.

Το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είναι μόνο όσα αποκαλύφθηκαν. Είναι κυρίως όσα, λόγω των επιλογών της ίδιας, ενδέχεται να μην μπορέσουν να αποκαλυφθούν ποτέ.

ΣΤΑΘΗΣ ΒΕΡΓΗΣ

https://theepochtimes.gr/pfizergate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου