Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Δημόσιο χρέος: Η άλλη όψη της πρόωρης αποπληρωμής των 13 δισ. ευρώ

Μία ακόμη πρόωρη αποπληρωμή δημοσίου χρέους προανήγγειλε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την περασμένη εβδομάδα.

Ειδικότερα, κάνοντας λόγο για μία «σημαντική εξέλιξη» και για «εθνική απελευθέρωση», ανακοίνωσε ότι μέσα στο 2026 η Ελλάδα θα προχωρήσει σε πρόωρη αποπληρωμή δημοσίου χρέους ύψους 13 δισ. ευρώ, με περισσότερες λεπτομέρειες να αναμένονται στη ΔΕΘ. Έχει προηγηθεί, όπως

υπενθυμίζει ο πρωθυπουργός, η πρόωρη αποπληρωμή ακόμη 36 δισ. ευρώ από το 2019 έως σήμερα.

«Όσο πιο γρήγορα μειώνουμε το χρέος αυτό, τόσο περισσότερο “ανασαίνει” το κράτος. Και όταν το κράτος δεν “πνίγεται” από τις οφειλές του, μπορεί να στηρίξει καλύτερα τους πολίτες, να έχει καλύτερους όρους δανεισμού για τις επιχειρήσεις και, τελικά, να δημιουργήσει συνθήκες ευημερίας για όλους. Κυρίως, όμως, είναι θέμα δικαιοσύνης για τις επόμενες γενιές. Δεν μπορούμε να φορτώνουμε στα παιδιά μας λογαριασμούς που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν», διαβάζουμε παρακάτω στην ανάρτηση.

Η «ακτινογραφία» των 13 δισ. ευρώ που προεξοφλούνται

Ζητήσαμε από τον Γρηγόρη Ζαρωτιάδη, τακτικό καθηγητή του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ, περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη «σύσταση» του χρέους που πρόκειται να αποπληρωθεί φέτος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, η κυβέρνηση έχει ήδη προεξοφλήσει 6,94 δισ. ευρώ από το διμερές δάνειο με την Ευρωζώνη τον περασμένο Ιούνιο και σχεδιάζει την πρόσθετη αποπληρωμή 2,5 δισ. ευρώ επίσης από δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Επιπλέον, θα αποπληρωθούν 1,2 δισ. ευρώ από έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, καθώς και ένα ομόλογο ύψους 2,2 δισ. ευρώ που λήγει το 2027.

«Το μεσοσταθμικό επιτόκιο των εν λόγω δανείων είναι ιδιαιτέρως χαμηλό, της τάξεως του 1,5%, τη στιγμή που το πρόγραμμα δανεισμού για φέτος επιβαρύνεται με επιτόκια που αγγίζουν το 4%», συμπληρώνει.

«Η εμμονή στην αποπληρωμή μπορεί να αποβεί αυτοκαταστροφική»

Στο ερώτημα αν θα συνέφερε περισσότερο τη χώρα μας να χρησιμοποιήσει για τις τρέχουσες ανάγκες της τα χρήματα που κατευθύνονται σε πρόωρες αποπληρωμές, δεδομένου και ότι εξακολουθεί να δανείζεται για μικρά διαστήματα από τις αγορές, με αρκετά υψηλά επιτόκια, ο κ. Ζαρωτιάδης απαντά:

«Η εν λόγω στρατηγική χρηματοδότησης των αναγκών του κρατικού προϋπολογισμού εντάσσεται σε μια συνολική λογική που καταδικάζει εν γένει το δημόσιο χρέος και θέλει τον μεγαλύτερο δυνατό περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας του δημοσίου τομέα. Στον αντίποδα, βρίσκεται πράγματι η άποψη ότι οι διαρθρωτικές επενδύσεις και τα κοινωνικά αγαθά οφείλουν να είναι στην ευθύνη ενός αποτελεσματικά λειτουργούντος δημοσίου τομέα. Σε αυτήν την περίπτωση η διατήρηση ενός βιώσιμου χρέους, δηλαδή ενός χρέους του οποίου η εξυπηρέτηση συνάδει με την τάση μεγέθυνσης και την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας, προς χρηματοδότηση της αναπτυξιακής πολιτικής, της έρευνας και της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν είναι καθόλου κακό, τουναντίον συνιστά ένα απαραίτητο εργαλείο. Ως εκ τούτου, με την προϋπόθεση όμως της ορθής, αναπτυξιακής και κοινωνικά προσανατολισμένης χρήσης των κρατικών διαθεσίμων, μια τέτοια πολιτική είναι σαφώς προτιμότερη από αυτήν της πρόωρης αποπληρωμής, πόσο μάλλον όταν η τελευταία σημαίνει επιδείνωση του μέσου επιτοκίου».

Η στρατηγική της κυβέρνησης για πρόωρη αποπληρωμή του χρέους ενδέχεται να «σκοντάψει» και στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, προσθέτει ο κ. Ζαρωτιάδης:

«Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας βαίνει μειούμενη, όχι μόνο λόγω της διατήρησης υψηλής φορολόγησης στην παραγωγή υπεραξίας, αλλά λόγω των διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας που επιμένουν, των ελλιπών υποδομών, της –μάλλον σκόπιμης– εμμονής σε ολιγοπωλιακές λογικές στην ενέργεια και της πολύ χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας. Όταν, λοιπόν, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου επιστρέφει στο -15% του ΑΕΠ της χώρας, η διατήρηση της πολιτικής της πρόωρης αποπληρωμής μπορεί να αποβεί αυτοκαταστροφική».

Φέρνει η μείωση του χρέους φθηνότερο δανεισμό για την αγορά;

Στο μήνυμά του, ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι ο ιαπωνικός οίκος αξιολόγησης R&I αναβάθμισε πρόσφατα τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, «εκτιμώντας ότι –παρά τις πληθωριστικές πιέσεις που επικρατούν διεθνώς και λόγω των εντάσεων στη Μέση Ανατολή– θα διατηρηθούν ισχυροί οι ρυθμοί ανάπτυξης το 2026 χάρη στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική μας πολιτική».

Είναι, λοιπόν, η ταχεία μείωση του χρέους ένα κρίσιμο σκαλοπάτι προς μία υψηλότερη επενδυτική βαθμίδα;

«Όπως προανέφερα, το ποσοστό του χρέους του δημοσίου ως προς το ΑΕΠ δεν είναι το μόνο κριτήριο για την αξιολόγηση των διεθνών οίκων. Εξίσου σημαντικά είναι οι προοπτικές της οικονομικής μεγέθυνσης, η διεθνής ανταγωνιστικότητα και, ιδιαιτέρως σημαντικό στην περίπτωσή μας, το χρέος που συσσωρεύεται στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις», απαντά ο κ. Ζαρωτιάδης.

«Βεβαίως είναι αλήθεια ότι οι διεθνείς αξιολογήσεις βαίνουν διαρκώς βελτιούμενες. Θα ήθελα, όμως, ως προς αυτό να προσέξουμε τα εξής: Πρώτον, με την είσοδό της στην Ευρωζώνη το 2001, η ελληνική οικονομία εκτινάχθηκε και διατηρήθηκε στο Α+ και Α έως και το 2009, γεγονός το οποίο μας δείχνει με πόση προσοχή πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τις εν λόγω αξιολογήσεις. Παρόλη τη συνεχή βελτίωση των μοντέλων στα οποία βασίζονται, υπόκεινται αναπόφευκτα σε κάθε λογής πολιτικοοικονομικές παραπλανήσεις και σκοπιμότητες. Δεύτερον, με την πολυδιαφημιζόμενη “έξοδο από τα μνημόνια” το 2018, οι βαθμίδες πήραν ξανά την ανιούσα, για να φτάσουν έως σήμερα στο ΒΒΒ, δηλαδή στο επίπεδο του 1998…», σχολιάζει με νόημα.

Οδηγεί, όμως, η ταχύτερη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους σε μειωμένο κόστος δανεισμού για τράπεζες και εξωστρεφείς, μεγάλες επιχειρήσεις; Λόγω της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, η απάντηση είναι θετική κυρίως για τις πρώτες και όχι τόσο για τις δεύτερες, σύμφωνα με τον καθηγητή:

«Όπως άλλωστε αποδεικνύουν οι εξελίξεις στην εσωτερική χρηματοπιστωτική αγορά τα τελευταία χρόνια, αν και η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους και οι καλύτερες αξιολογήσεις –με όλες βεβαίως τις προαναφερόμενες σημειώσεις– οδηγούν υπό όρους σε βελτίωση της ευκολίας άντλησης κεφαλαίων και άρα και στη μείωση του κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, με το ιδιωτικό χρέος να αυξάνεται και τον εγχώριο τραπεζικό κλάδο να παραμένει ολιγοπωλιακός και να δρα κερδοσκοπικά εις βάρος της εγχώριας παραγωγής, το κόστος δανεισμού των ελληνικών τραπεζών και των μεγάλων ολιγοπωλίων βελτιώνεται, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο για τον ιδιωτικό τομέα στο σύνολό του».

Όσον αφορά το αν, βάσει της εικόνας που έχει από την αγορά, οι ελληνικές τράπεζες προτιμούν να δανείζουν το κράτος αντί για τις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις, σχολιάζει:

«Οι ελληνικές τράπεζες προτιμούν να κερδοσκοπούν εις βάρος της εγχώριας οικονομίας. Θα παρομοίαζα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ως μια υπερτροφική καρδιά. Χωρίς αυτήν η οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια η υπερτροφία της μπορεί να αποβεί μοιραία για όλους και όλες…».

Η «κρυφή» εξάρτηση από τα repos και ο κίνδυνος για τα ασφαλιστικά ταμεία

Ο κ. Ζαρωτιάδης εκφράζει τους προβληματισμούς του και για την… αβάντα με την οποία το ελληνικό δημόσιο δανείζεται από τα ταμειακά διαθέσιμα δημόσιων φορέων (π.χ. ΕΦΚΑ) –κοινώς από τον ίδιο του τον εαυτό– μέσα από βραχυπρόθεσμους τίτλους (repos):

«Τα repos είναι βραχυπρόθεσμος εσωτερικός δανεισμός από τα διαθέσιμα φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, κυρίως από τα ασφαλιστικά ταμεία αλλά και άλλους οργανισμούς. Στην τελευταία περίοδο διακυβέρνησης, το ύψος αυτού του δανεισμού εκτιμάται κοντά στα 65 δισ. ευρώ!

» Το θετικό της τακτικής αυτής είναι ότι τα χρήματα αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στο κατά Μάαστριχτ ενοποιημένο χρέος. Καθώς, όμως, είναι –σε σχετικά μεγέθη– πολλαπλάσια των αντίστοιχων στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ, αυτό οδηγεί σε εύλογη αμφισβήτηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας του κρατικού προϋπολογισμού. Με πολύ απλά λόγια, στην περίπτωση μιας νέας κρίσης χρέους, αυτή η οικονομική πολιτική μπορεί να συμπαρασύρει με απρόβλεπτες συνέπειες το σύνολο του ελληνικού δημοσίου τομέα».

Το ορόσημο του 2032: Η επιστροφή των «παγωμένων» τόκων των 25 δισ.

Σε έξι χρόνια, στο τέλος το 2032, η Ελλάδα θα υποδεχτεί, τουλάχιστον δημοσιονομικά, έναν παλιό γνωστό από το μνημονιακό παρελθόν της, αφού το δημόσιο χρέος θα επιβαρυνθεί ξαφνικά με ένα ποσό της τάξης των 25 δισ. ευρώ, καθώς θα προστεθούν σε αυτό οι τόκοι δανείων του 2013 που «πάγωσαν», για δύο δεκαετίες σχεδόν, στο πλαίσιο ρυθμίσεων ελάφρυνσης του χρέους με τους Ευρωπαίους δανειστές της.

Καθώς το τέλος αυτής της περιόδου χάριτος δεν είναι πια και τόσο μακριά, η στρατηγική της κυβέρνησης είναι να ρίξει το ποσοστό του δημοσίου χρέους επί του ΑΕΠ ακόμη και κάτω από το στόχο, που είναι στο 100% του ΑΕΠ, προκειμένου να συνεχίσει να απορροφά χωρίς πρόβλημα κεφάλαια από τις διεθνείς χρηματαγορές.

«Όμως, η πιστοληπτική ικανότητα μιας χώρας και του κράτους της δεν προσδιορίζεται μόνο από το ύψος του εν λόγω ποσοστού, αλλά, κυρίως, από τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της, τη διατηρησιμότητα ικανών ποσοστών μεγέθυνσης και βεβαίως τη διεθνή χρηματοπιστωτική συγκυρία. Ο κίνδυνος συνίσταται στο ότι οι προοπτικές αυτών των στοιχείων προβληματίζουν, αν μη τι άλλο», αντιτείνει ο κ. Ζαρωτιάδης.

Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνο το πόσα θα χρωστά η Ελλάδα το 2032 αλλά και το σε τι είδους οικονομία θα ζουν οι πολίτες της μέχρι τότε. «Τελικά, υπάρχει χειροπιαστό όφελος για τους Έλληνες από την πρόωρη αποπληρωμή δανείων;», ρωτάμε, κλείνοντας, τον καθηγητή.

«Με ένα σκέπασμα ενός μέτρου αποκλείεται να σκεπάσεις ένα σώμα ενήλικου ανθρώπου», λέει με νόημα. «Η στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής σε μια οικονομία που διατηρεί, δυστυχώς, τα σημαντικότατα διαρθρωτικά της προβλήματα και συντηρεί μια αντιαναπτυξιακή τάξη ολιγαρχών που συνδέεται προκλητικά με την αστικοδημοκρατικά νομιμοποιημένη πολιτική εξουσία, η διατήρηση υπερβολικών πλεονασμάτων –υπερβολικών με την έννοια ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική δυναμική της εγχώριας παραγωγής– οδηγεί σε αύξηση του ιδιωτικού χρέους, μείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και, κυρίως, επιδείνωση της κοινωνικής αδικίας».

theopinion.gr/reportaz/dimosio-chreos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου