Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Κίνα Vs Αμερική

Διαχειριζόμενοι την επόμενη σύγκρουση των πολιτισμών

Περίληψη:
Οι εντάσεις μεταξύ αμερικανικών και κινεζικών αξιών, παραδόσεων και φιλοσοφιών θα επιδεινώσουν τις θεμελιώδεις διαρθρωτικές πιέσεις που συμβαίνουν κάθε φορά που μια αναδυόμενη δύναμη, όπως η Κίνα, απειλεί να μετατοπίσει μια καθιερωμένη δύναμη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο GRAHAM ALLISON είναι ο καθηγητής Διακυβέρνησης στην έδρα Douglas Dillon στην Σχολή Διακυβέρνησης Κένεντι του πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Αυτό το δοκίμιο είναι προσαρμοσμένο από
το βιβλίο του Destined for War: Can America and China Escape Thucydides’s Trap? [1] (Houghton Mifflin Harcourt, 2017).

Καθώς οι Αμερικανοί αφυπνίζονται με μια ανερχόμενη Κίνα που τώρα ανταγωνίζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε πεδίο, πολλοί αναζητούν παρηγοριά στην πεποίθηση ότι καθώς η Κίνα γίνεται πλουσιότερη και ισχυρότερη, θα ακολουθήσει τα βήματα της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και άλλων χωρών που έχουν υποστεί βαθιές μεταμορφώσεις και αναδύθηκαν ως προωθημένες φιλελεύθερες δημοκρατίες.
Από αυτή την άποψη, το μαγικό κοκτέιλ της παγκοσμιοποίησης, του καταναλωτισμού που βασίζεται στην αγορά και της ενσωμάτωσης στην διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες [2], θα οδηγήσουν τελικά την Κίνα να γίνει δημοκρατική εγχωρίως και να εξελιχθεί σε αυτό που είχε περιγράψει κάποτε ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Ζέλικ, σε «υπεύθυνο εταίρο» [3] στο εξωτερικό.

29042018-1.jpg
O πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, στο Αμβούργο της Γερμανίας, τον Ιούλιο του 2017. SAUL LOEB/REUTERS
—————————————————————————————-
Ο Samuel Huntington διαφώνησε.
Στο δοκίμιό του «Η σύγκρουση των πολιτισμών; [4]», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό αυτό το 1993, ο πολιτικός επιστήμονας ισχυρίστηκε ότι, μακράν του να διαλυθούν μέσα σε μια παγκόσμια φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, τα πολιτισμικά ρήγματα θα ήταν ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό του μεταψυχροπολεμικού κόσμου.

Το επιχείρημα του Χάντινγκτον μνημονεύεται σήμερα κυρίως για την πρόγνωσή του στην επισήμανση του χάσματος ανάμεσα στους «Δυτικούς και ισλαμιστικούς πολιτισμούς» -ένα ρήγμα που αποκαλύφθηκε πιο έντονα από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου [2001] και τις συνέπειές τους.

 Όμως ο Χάντινγκτον είδε το χάσμα ανάμεσα στον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ Δυτικό πολιτισμό και τον κινεζικό πολιτισμό, εξίσου βαθύ, διαρκές και επακόλουθο.
Όπως έλεγε, «Ακριβώς η αντίληψη ότι θα μπορούσε να υπάρξει ένας “καθολικός πολιτισμός” είναι μια Δυτική ιδέα, σε άμεση αντίθεση με την ιδιαιτερότητα των περισσότερων ασιατικών κοινωνιών και την έμφαση που δίνουν σε αυτό που διακρίνει έναν λαό από έναν άλλο».
Τα χρόνια έκτοτε έχουν ενισχύσει την υπόθεση του Huntington. Οι προσεχείς δεκαετίες μόνο θα την ενισχύσουν περαιτέρω.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενσαρκώνουν αυτό που ο Χάντιγκτον θεωρούσε ως Δυτικό πολιτισμό.
Και οι εντάσεις μεταξύ αμερικανικών και κινεζικών αξιών, παραδόσεων και φιλοσοφιών θα επιδεινώσουν τις θεμελιώδεις διαρθρωτικές πιέσεις που συμβαίνουν κάθε φορά που μια αναδυόμενη δύναμη, όπως η Κίνα, απειλεί να μετατοπίσει μια καθιερωμένη δύναμη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο λόγος που οι μετατοπίσεις αυτές συχνά οδηγούν σε σύγκρουση είναι η «παγίδα του Θουκυδίδη» [5], που πήρε το όνομά της από τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό ο οποίος παρατήρησε την επικίνδυνη δυναμική ανάμεσα σε μια ανερχόμενη Αθήνα και την κυβερνώσα Σπάρτη. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, «Η άνοδος της Αθήνας, και ο φόβος που αυτή ενστάλαξε στην Σπάρτη, έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο».
Οι ανερχόμενες δυνάμεις, κατανοητά, νοιώθουν μια αυξανόμενη αίσθηση δικαιώματος και απαιτούν μεγαλύτερη επιρροή και σεβασμό.
Οι καθιερωμένες δυνάμεις, που αντιμετωπίζουν αμφισβητίες, τείνουν να γίνονται φοβισμένες, ανασφαλείς και αμυντικές.
 Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι παρεξηγήσεις μεγεθύνονται, η συμπάθεια παραμένει άπιαστη και τα γεγονότα και οι ενέργειες τρίτων που διαφορετικά θα ήταν πράγματα ασήμαντα ή διαχειρίσιμα, μπορούν να προκαλέσουν πολέμους στους οποίους οι πρωταγωνιστές δεν θέλησαν ποτέ να πολεμήσουν.

Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας [6], οι κίνδυνοι [της παγίδας] του Θουκυδίδη εντείνονται από την πολιτισμική ασυμβατότητα μεταξύ των δύο χωρών, γεγονός που επιδεινώνει τον ανταγωνισμό τους και καθιστά δυσκολότερη την προσέγγιση. Αυτή η αναντιστοιχία παρατηρείται ευκολότερα στις βαθιές διαφορές μεταξύ των αμερικανικών και κινεζικών αντιλήψεων περί το κράτος, την οικονομία, τον ρόλο των ατόμων, των σχέσεων μεταξύ των εθνών και της φύσης του χρόνου.
Οι Αμερικανοί βλέπουν την κυβέρνηση ως απαραίτητο κακό και πιστεύουν ότι η τάση του κράτους προς την τυραννία και την κατάχρηση εξουσίας πρέπει να αποτελεί φόβητρο και να περιορίζεται.
 Για τους Κινέζους, η κυβέρνηση είναι ένα απαραίτητο αγαθό, ο θεμελιώδης πυλώνας που εξασφαλίζει την τάξη και εμποδίζει το χάος.

Στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς αμερικανικού τύπου, η κυβέρνηση θεσπίζει και επιβάλλει τους κανόνες˙ η κρατική ιδιοκτησία και η κυβερνητική παρέμβαση στην οικονομία εμφανίζονται ενίοτε αλλά είναι ανεπιθύμητες εξαιρέσεις.
Στην κρατικά καθοδηγούμενη οικονομία της Κίνας, η κυβέρνηση καθορίζει στόχους για την ανάπτυξη, επιλέγει και επιδοτεί τις βιομηχανίες για ανάπτυξη, προωθεί τους εθνικούς πρωταθλητές και αναλαμβάνει σημαντικά μακροπρόθεσμα οικονομικά σχέδια για την προώθηση των συμφερόντων του έθνους.
Ο κινεζικός πολιτισμός δεν εξυμνεί τον αμερικάνικου στυλ ατομικισμό, ο οποίος μετρά την κοινωνία από το πόσο καλά προστατεύει τα δικαιώματα και προάγει την ελευθερία των ατόμων.
 Πράγματι, ο κινεζικός όρος για τον «ατομικισμό» -grenzhuyi- υποδηλώνει μια εγωιστική ανησυχία για τον εαυτό κάποιου επί της κοινότητας.
Το ισοδύναμο της Κίνας «δώσε μου ελευθερία ή δώσε μου θάνατο» θα ήταν «δώσε μου μια αρμονική κοινότητα ή δώσε μου θάνατο». Για την Κίνα, η τάξη είναι η υψηλότερη αξία και η αρμονία προκύπτει από μια ιεραρχία στην οποία οι συμμετέχοντες υπακούν στο πρώτο πρόσταγμα του Κομφούκιου: Γνωρίζετε την θέση σας.
Η άποψη αυτή ισχύει όχι μόνο για την εγχώρια κοινωνία αλλά και για τις παγκόσμιες υποθέσεις, όπου η άποψη της Κίνας θεωρεί ότι η νόμιμη θέση της Κίνας βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας˙ άλλα κράτη πρέπει να διευθετηθούν ως δευτερεύοντες υποτελείς. Η αμερικανική άποψη είναι κάπως διαφορετική. Από τουλάχιστον το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αποτρέψει την ανάδυση ενός «ανταγωνιστή από ομοτίμους» που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ. Αλλά οι μεταπολεμικές αμερικανικές αντιλήψεις για την διεθνή τάξη υπογράμμισαν επίσης την ανάγκη για ένα παγκόσμιο σύστημα βασισμένο σε κανόνες, που θα συγκρατεί ακόμη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τέλος, οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι σκέφτονται τον χρόνο και βιώνουν το πέρασμά του με διαφορετικό τρόπο. 
Οι Αμερικανοί τείνουν να επικεντρώνονται στο παρόν και συχνά υπολογίζουν σε ώρες ή ημέρες.
Οι Κινέζοι, από την άλλη πλευρά, είναι περισσότερο ιστορικά-διατεθειμένοι και συχνά σκέφτονται με δεκαετίες, ακόμη και αιώνες.
Φυσικά, αυτές είναι σαρωτικές γενικεύσεις που κατ’ ανάγκην είναι αφαιρετικές και δεν αντανακλούν πλήρως τις πολυπλοκότητες της αμερικανικής και της κινεζικής κοινωνίας. Αλλά παρέχουν επίσης σημαντικές υπενθυμίσεις ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Κίνα πρέπει να έχουν κατά νου να επιδιώκουν να διαχειριστούν αυτόν τον ανταγωνισμό χωρίς πόλεμο.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ

Οι πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας επιδεινώνονται από ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό που μοιράζονται και οι δύο χώρες: Ένα σύμπλεγμα εξαιρετικής υπεροχής.
 Η καθεμιά [χώρα] θεωρεί εαυτήν ως εξαιρετική [7], χωρίς ομότιμους.
Αλλά μπορεί να υπάρχει μόνο ένα «νούμερο ένα».
Ο Lee Kuan Yew, πρώην πρωθυπουργός της Σιγκαπούρης, είχε αμφιβολίες για την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να προσαρμοστούν σε μια ανερχόμενη Κίνα.
«Για να εκτοπιστεί η Αμερική, όχι στον κόσμο αλλά μόνο στον δυτικό Ειρηνικό, από έναν ασιατικό λαό που από μακρού χρόνου [της] είναι απεχθής και απορρίπτεται με περιφρόνηση ως παρακμιακός, αδύναμος, διεφθαρμένος και ανήμπορος, είναι πολύ δύσκολο να το δεχτεί συναισθηματικά», είπε σε μια συνέντευξη το 1999. «Η αίσθηση της πολιτιστικής υπεροχής των Αμερικανών θα κάνει την προσαρμογή αυτή πιο δύσκολη».

29042018-2.jpg
Στρατιώτες του κινεζικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού σε παρέλαση στην Αυτόνομη Περιοχή της Μογγολίας, τον Ιούλιο του 2017. CHINA DAILY / REUTERS
———————————————————————————–
Με κάποιους τρόπους, η κινεζική ιδιαιτερότητα [στμ: από το exceptionalism, εξεψιοναλισμός] είναι πιο σαρωτική από την αντίστοιχη αμερικανική. «Η κινεζική αυτοκρατορία είδε τον εαυτό της ως το κέντρο του πολιτισμένου σύμπαντος», γράφει ο ιστορικός Χάρι Γκέλερ στο βιβλίο του, του 2001, Nations Out of Empires [8].
Κατά την διάρκεια της αυτοκρατορικής εποχής, «ο Κινέζος μελετητής-γραφειοκράτης δεν σκεπτόταν καθόλου την “Κίνα” ή τον “κινεζικό πολιτισμό” με την σύγχρονη έννοια. Για αυτόν, υπήρχαν ο λαός του Χαν και, πέρα από αυτόν, μόνο βαρβαρότητα. Ό, τι δεν ήταν πολιτισμένο ήταν, εξ ορισμού, βάρβαρο».

Μέχρι σήμερα, οι Κινέζοι είναι πολύ υπερήφανοι για τα πολιτιστικά επιτεύγματά τους. «Το έθνος μας είναι ένα μεγάλο έθνος», δήλωσε ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, σε ομιλία του το 2012. «Κατά την διάρκεια της πολιτιστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας που ξεπερνά τα 5.000 χρόνια, το κινεζικό έθνος έχει συμβάλει ανεξίτηλα στον πολιτισμό και την εξέλιξη της ανθρωπότητας». Ο Xi ισχυρίστηκε στο βιβλίο του «Η διακυβέρνηση της Κίνας» [9], ότι «ο συνεχής κινεζικός πολιτισμός δεν ισούται με τίποτα στην γη, αλλά είναι ένα μοναδικό επίτευγμα στην παγκόσμια ιστορία».

Οι Αμερικανοί, επίσης, θεωρούν τον εαυτό τους ως την εμπροσθοφυλακή του πολιτισμού, ειδικά όταν πρόκειται για την πολιτική εξέλιξη. Ένα πάθος για την ελευθερία κατοχυρώνεται στο κεντρικό έγγραφο της αμερικανικής πολιτικής πίστης, την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, που διακηρύσσει ότι «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι» και ότι «είναι προικισμένοι από τον Δημιουργό τους με ορισμένα αναφαίρετα Δικαιώματα».
Η Διακήρυξη εξειδικεύει ότι αυτά τα δικαιώματα περιλαμβάνουν την «ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας» και ισχυρίζεται εμφατικά ότι αυτά δεν είναι θέματα συζήτησης αλλά μάλλον «αυτονόητες» αλήθειες.
 Όπως έγραψε ο Αμερικανός ιστορικός Richard Hofstadter: «Είναι η μοίρα μας ως έθνος να μην έχουμε ιδεολογίες, αλλά να είμαστε μια [ιδεολογία]».

 Σε αντιδιαστολή, η τάξη είναι η κεντρική πολιτική αξία για τους Κινέζους –και η τάξη προκύπτει από την ιεραρχία. Η ατομική ελευθερία, όπως το αντιλαμβάνονται οι Αμερικανοί, διαταράσσει την ιεραρχία˙ από την κινεζική άποψη, [αυτό] προσκαλεί το χάος.

ΚΑΝΤΕ Ο,ΤΙ ΛΕΩ … ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΚΑΝΩ;

Αυτές οι φιλοσοφικές διαφορές βρίσκουν έκφραση στην έννοια της διακυβέρνησης κάθε χώρας. Αν και κινητοποιούντο από μια βαθιά δυσπιστία για την εξουσία, οι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών [10] αναγνώρισαν ότι η κοινωνία απαιτούσε διακυβέρνηση.
 Διαφορετικά, ποιος θα προστατεύσει τους πολίτες από ξένες απειλές ή παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους από εγκληματίες εγχωρίως;

Πάλεψαν, ωστόσο, με ένα δίλημμα: Μια κυβέρνηση αρκετά ισχυρή για να εκτελέσει τις βασικές της λειτουργίες θα μπορούσε να τείνει προς την τυραννία.
Για να διαχειριστούν αυτή την πρόκληση, σχεδίασαν μια κυβέρνηση «διαχωρισμένων θεσμών που μοιράζονται την εξουσία», όπως το περιέγραψε ο ιστορικός Richard Neustadt. Αυτό σκόπιμα παρήγαγε συνεχή αγώνα μεταξύ του εκτελεστικού, του νομοθετικού και του δικαστικού κλάδου, γεγονός που οδήγησε σε καθυστερήσεις, αδιέξοδα ή ακόμα και δυσλειτουργίες. Παράλληλα, παρέσχε επίσης ελέγχους και ισορροπίες (checks and balances) έναντι των καταχρήσεων.

Η κινεζική αντίληψη της κυβέρνησης και ο ρόλος της στην κοινωνία δύσκολα θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί.
 Όπως επισήμανε ο Lee, «Η ιστορία και οι πολιτιστικές επιδόσεις της χώρας δείχνουν ότι όταν υπάρχει ένα ισχυρό κέντρο (Πεκίνο ή Ναντζίνγκ), η χώρα είναι ειρηνική και ευημερούσα.
 Όταν το κέντρο είναι αδύναμο, τότε οι επαρχίες και οι περιοχές τους διευθύνονται από μικρούς πολέμαρχους».
Ως εκ τούτου, το είδος ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης στο οποίο οι Αμερικανοί αντιστέκονται αντιπροσωπεύει για τους Κινέζους τον κύριο παράγοντα που προωθεί την τάξη και το κοινό καλό στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Για τους Αμερικανούς, η δημοκρατία είναι η μόνη δίκαιη μορφή διακυβέρνησης: Οι Αρχές αντλούν τη νομιμοποίησή τους από την συγκατάθεση των κυβερνωμένων. Αυτή δεν είναι η επικρατούσα άποψη στην Κίνα, όπου είναι σύνηθες να πιστεύεται ότι η κυβέρνηση κερδίζει ή χάνει την πολιτική νομιμοποίηση με βάση την απόδοσή της.
Σε μια προκλητική ομιλία του TED Talk που πραγματοποιήθηκε το 2013, ο επενδυτής κεφαλαίων Eric Li [11], που έχει ως έδρα του την Σαγκάη, αμφισβήτησε την υποθετική υπεροχή της δημοκρατίας. «Με ρώτησαν μια φορά, “Το κόμμα δεν ψηφίστηκε από εκλογές. Πού είναι η πηγή της νομιμοποίησης;”, εξιστόρησε.
 ‘Είπα, “Τι λέτε για την ικανότητα;”».
Συνέχισε υπενθυμίζοντας στο ακροατήριό του ότι το 1949, όταν ανέλαβε την εξουσία το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, «η Κίνα ήταν βυθισμένη στον εμφύλιο πόλεμο, διαμελισμένη από την ξένη επιθετικότητα και το μέσο προσδόκιμο ζωής ήταν τα 41 χρόνια. 
Σήμερα [η Κίνα] είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μια ατμομηχανή της βιομηχανίας, και οι άνθρωποί της ζουν σε αυξανόμενη ευημερία».

29042018-3.jpg
Ο Henry Kissinger και ο Mao Zedong στο Πεκίνο, το 1975.
———————————————————————————
Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο έχουν επίσης σαφώς διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά την προώθηση των θεμελιωδών πολιτικών τους αξιών σε διεθνές επίπεδο. Οι Αμερικανοί πιστεύουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία είναι καθολικές φιλοδοξίες, απαιτώντας μόνο το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών (και μερικές φορές μια νεοϊμπεριαλιστική ώθηση) για να υλοποιηθούν παντού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως έγραψε ο Χάντινγκτον στο επόμενο βιβλίο του, Η Σύγκρουση των Πολιτισμών, είναι «ένα ιεραποστολικό έθνος», που οδηγείται από την πεποίθηση ότι «οι μη Δυτικοί λαοί θα πρέπει να δεσμευτούν στις Δυτικές αξίες … και θα πρέπει να ενσωματώσουν αυτές τις αξίες στα θεσμικά τους όργανα».
Οι περισσότεροι Αμερικανοί πιστεύουν ότι τα δημοκρατικά δικαιώματα θα ωφελήσουν τους πάντες, οπουδήποτε στον κόσμο.

Κατά την διάρκεια των δεκαετιών, η Ουάσινγκτον έχει ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει να προωθήσει την αιτία της δημοκρατίας -ακόμη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιχειρήσει να την επιβάλει σε εκείνους που δεν την έχουν αγκαλιάσει οι ίδιοι.
Αντίθετα, παρόλο που οι Κινέζοι πιστεύουν ότι οι άλλοι μπορούν να κοιτάξουν προς αυτούς, να θαυμάσουν τις αρετές τους και ακόμη και να προσπαθήσουν να μιμηθούν την συμπεριφορά τους, οι ηγέτες της Κίνας δεν προσηλύτισαν εξ ονόματος της προσέγγισής τους.
 Όπως σημείωσε και ο Αμερικανός διπλωμάτης Henry Kissinger [12], η αυτοκρατορική Κίνα «δεν εξήγαγε τις ιδέες της, αλλά άφησε άλλους να έρθουν να τις αναζητήσουν». 
Και χωρίς να αποτελέσει έκπληξη, οι Κινέζοι ηγέτες ήταν βαθιά καχύποπτοι για τις προσπάθειες των ΗΠΑ να τους προσηλυτίσουν στην αμερικανική πίστη.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Deng Xiaoping, ο οποίος ηγήθηκε της Κίνας από το 1978 έως το 1989 και ξεκίνησε τη διαδικασία οικονομικής φιλελευθεροποίησης της χώρας, παραπονέθηκε σε έναν φιλοξενούμενο αξιωματούχο ότι οι Δυτικές συζητήσεις για τα «ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία και την δημοκρατία αποσκοπούν αποκλειστικά στην προστασία των συμφερόντων των ισχυρών και πλούσιων χωρών, οι οποίες εκμεταλλεύονται την δύναμή τους για να φοβερίσουν τις αδύναμες χώρες, και οι οποίες επιδιώκουν την ηγεμονία και ασκούν πολιτικές ισχύος».

ΑΡΓΗ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΗ ΣΚΕΨΗ

Η αμερικανική και η κινεζική αίσθηση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος είναι θεμελιωδώς διαφορετική.
 Οι Αμερικανοί εκθείασαν με υπερηφάνεια την χώρα τους όταν έγινε 241 ετών τον Ιούλιο˙ οι Κινέζοι αρέσκονται να σημειώνουν ότι η ιστορία τους εκτείνεται σε πέντε χιλιετίες. 
Οι ηγέτες των ΗΠΑ συχνά αναφέρονται στο «αμερικανικό πείραμα» και οι ενίοτε τυχαίες πολιτικές τους αντικατοπτρίζουν αυτή την στάση. Η Κίνα, αντιθέτως, θεωρεί τον εαυτό της ως ένα προσάρτημα του σύμπαντος: Υπήρχε πάντα˙ και πάντα θα υπάρχει.
Λόγω της εκτατικής αίσθησης που έχουν για τον χρόνο, οι Κινέζοι ηγέτες φροντίζουν να διακρίνουν το οξύ από το χρόνιο και το επείγον από το απλώς σημαντικό. Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος ένα πολιτικό ηγέτη των ΗΠΑ να προτείνει ότι ένα μείζον πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής πρέπει να τεθεί στο λεγόμενο ράφι για μια γενιά. Αυτό, όμως, συνέβη ακριβώς με τον Deng το 1979, όταν καθοδήγησε την κινεζική πλευρά στις διαπραγματεύσεις με την Ιαπωνία για τα επίμαχα νησιά Diaoyu / Senkaku και δέχτηκε μια ενδεχόμενη αντί για μια άμεση λύση στην διαμάχη.

29042018-4.jpg
Μια προτομή του Θουκυδίδη, του 1ου αιώνα.
—————————————————————————————
Πάντα πιο ευαίσθητοι στις απαιτήσεις του κύκλου των ειδήσεων και της λαϊκής κοινής γνώμης, οι πολιτικοί των ΗΠΑ απευθύνονται στο Twitter ή ανακοινώνουν παρηχητικά σχέδια πολιτικής με bullet-points, τα οποία υπόσχονται γρήγορες λύσεις. Αντίθετα, οι Κινέζοι ηγέτες είναι στρατηγικά υπομονετικοί: Όσο οι τάσεις κινούνται προς όφελός τους, είναι άνετοι στο να περιμένουν για κάποιο πρόβλημα.
Οι Αμερικανοί θεωρούν τους εαυτούς τους ως λύτες προβλημάτων.
Αντανακλώντας το βραχυπρόθεσμο, βλέπουν τα προβλήματα ως διακριτά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν τώρα, ώστε να μπορούν να προχωρήσουν στα επόμενα.
Ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος και ιστορικός Gore Vidal [13] κάποτε αποκάλεσε την χώρα του «Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας» -ένας τόπος όπου κάθε ιδέα είναι μια καινοτομία και κάθε κρίση είναι άνευ προηγουμένου. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την βαθιά ιστορική και θεσμική μνήμη των Κινέζων, οι οποίοι συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει τίποτα νέο κάτω από τον ήλιο.
Πράγματι, οι Κινέζοι ηγέτες τείνουν να πιστεύουν ότι πολλά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν και αντί γι’ αυτό πρέπει να τύχουν διαχείρισης.
Βλέπουν τις προκλήσεις ως μακροπρόθεσμες και επαναλαμβανόμενες˙ τα θέματα που αντιμετωπίζουν σήμερα προέκυψαν από διαδικασίες που έχουν εξελιχθεί κατά την διάρκεια του περασμένου έτους, της δεκαετίας ή του αιώνα.
Οι πολιτικές δράσεις που πραγματοποιούν σήμερα απλώς θα συμβάλουν στην εξέλιξη αυτή. Για παράδειγμα, από το 1949 η Ταϊβάν κυβερνάται από αυτούς που το Πεκίνο θεωρεί απατεώνες Κινέζους εθνικιστές.
Αν και οι Κινέζοι ηγέτες επιμένουν ότι η Ταϊβάν παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της Κίνας, έχουν ακολουθήσει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που συνεπάγεται την ενίσχυση των οικονομικών και κοινωνικών περιπλοκών για να απορροφήσουν αργά-αργά το νησί.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ;

Η πολιτισμική σύγκρουση που θα κάνει πιο δύσκολο για την Ουάσινγκτον και το Πεκίνο να ξεφύγουν από την «παγίδα του Θουκυδίδη», προκύπτει από τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις τους για την παγκόσμια τάξη [14].
Η μεταχείριση της Κίνας προς τους ίδιους της τους πολίτες παρέχει το σενάριο για τις σχέσεις της με ασθενέστερους γείτονες στο εξωτερικό.
Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα διατηρεί την τάξη επιβάλλοντας μια αυταρχική ιεραρχία που απαιτεί τον σεβασμό και την συμμόρφωση των πολιτών.
 Η διεθνής συμπεριφορά της Κίνας αντικατοπτρίζει παρόμοιες προσδοκίες τάξης: 
Σε μια αυθόρμητη στιγμή κατά την διάρκεια μιας συνάντησης του Συνδέσμου των Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (Association of Southeast Asian Nations, ASEAN) το 2010, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Yang Jiechi, απάντησε στις καταγγελίες για την κινεζική επιθετικότητα στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας λέγοντας στους περιφερειακούς ομολόγους του και την υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χίλαρι Κλίντον, ότι «η Κίνα είναι μια μεγάλη χώρα και άλλες χώρες είναι μικρές χώρες, και αυτό είναι απλώς ένα γεγονός».
Αντίθετα, οι Αμερικανοί ηγέτες επιδιώκουν έναν διεθνή κανόνα δικαίου, ο οποίος είναι κατ’ ουσίαν ένας διευρυμένος αμερικανικός εσωτερικός κανόνας δικαίου. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζουν επίσης τις πραγματικότητες της ισχύος στην παγκόσμια Χομπσιανή ζούγκλα, όπου είναι καλύτερα να είσαι το λιοντάρι παρά το αρνί.
 Η Ουάσιγκτον προσπαθεί συχνά να συμβιβάσει αυτή την ένταση απεικονίζοντας έναν κόσμο στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένας καλόπιστος ηγεμόνας, ενεργώντας ως ο νομοθέτης, ο αστυνομικός, ο δικαστής και το δικαστήριο του κόσμου.
Η Ουάσιγκτον παροτρύνει άλλες δυνάμεις να αποδεχθούν την διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, στην οποία προεδρεύει. Αλλά μέσα από τα κινέζικα μάτια, φαίνεται σαν οι Αμερικανοί να φτιάχνουν τους κανόνες και οι άλλοι να υπακούν στις εντολές της Ουάσιγκτον. Ο στρατηγός Martin Dempsey [15], πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων, εξοικειώθηκε με την προβλέψιμη δυσαρέσκεια που αυτό προξενούσε στην Κίνα. «Ένα από τα πράγματα που με εντυπωσίασε με τους Κινέζους είναι ότι κάθε φορά που θα είχα μια συζήτηση μαζί τους σχετικά με τα διεθνή πρότυπα ή τους διεθνείς κανόνες συμπεριφοράς, θα αναφέρονταν αναπόφευκτα στο ότι αυτοί οι κανόνες έγιναν όταν εκείνοι απουσίαζαν από την παγκόσμια σκηνή», παρατήρησε ο Dempsey σε συνέντευξή του στο Foreign Affairs πέρυσι.

ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΣΟΥ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες ως η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η μαζική επιρροή της Ουάσινγκτον στις παγκόσμιες υποθέσεις κατέστησε ζωτικής σημασίας για τις ελίτ και τους ηγέτες σε άλλα έθνη να κατανοήσουν τον αμερικανικό πολιτισμό και την αμερικανική προσέγγιση στην στρατηγική.
Οι Αμερικανοί, από την άλλη πλευρά, αισθάνονταν συχνά ότι έχουν την πολυτέλεια να μην χρειάζεται να σκεφτούν πάρα πολύ για τις κοσμοθεωρίες των ανθρώπων αλλού –μια έλλειψη ενδιαφέροντος που ενθαρρύνεται από την πίστη πολλών αμερικανικών ελίτ, ότι ο υπόλοιπος κόσμος έχει σιγά-σιγά αλλά σίγουρα γίνει όλο και περισσότερο όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτως ή άλλως.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η άνοδος της Κίνας [16] αμφισβήτησε αυτή την αδιαφορία. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι πρέπει να βελτιώσουν την κατανόησή τους για την Κίνα -και ιδιαίτερα για την κινεζική στρατηγική σκέψη. Ειδικότερα, οι πολιτικοί των ΗΠΑ έχουν αρχίσει να βλέπουν διακριτά χαρακτηριστικά στον τρόπο που σκέφτονται οι Κινέζοι ομόλογοί τους για την χρήση της στρατιωτικής δύναμης. Για να αποφασίσουν εάν, πότε και πώς θα επιτεθούν σε αντιπάλους τους, οι Κινέζοι ηγέτες είναι ως επί το πλείστον λογικοί και ρεαλιστές. Πέρα όμως από αυτό, οι Αμερικανοί πολιτικοί και αναλυτές έχουν εντοπίσει πέντε υποθέσεις και προτιμήσεις που προσφέρουν περαιτέρω ενδείξεις για την πιθανή στρατηγική συμπεριφορά της Κίνας στις αντιπαραθέσεις.
Πρώτον, τόσο στον πόλεμο όσο και στην ειρήνη, η κινεζική στρατηγική κατευθύνεται άκαμπτα από την realpolitik και χωρίς επιβάρυνση από οποιαδήποτε σοβαρή ανάγκη να δικαιολογήσει την κινεζική συμπεριφορά από πλευράς διεθνούς δικαίου ή ηθικών κανόνων. Αυτό επιτρέπει στην κινεζική κυβέρνηση να είναι αδίστακτα ευέλικτη, καθώς αισθάνεται λίγους περιορισμούς από προηγούμενες λογικές και είναι σε μεγάλο βαθμό απρόσβλητη από τις επικρίσεις περί ασυνέπειας.

Έτσι, για παράδειγμα, όταν ο Κίσινγκερ έφτασε στην Κίνα το 1971 για να ξεκινήσει μυστικές συνομιλίες για μια αμερικανο-κινεζική προσέγγιση, διαπίστωσε ότι οι συνομιλητές του δεν δεσμεύονταν από την ιδεολογία και ήταν άγρια ​​ευθείς για τα εθνικά συμφέροντα της Κίνας.
Ενώ ο Κίσινγκερ και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον θεώρησαν απαραίτητο να δικαιολογήσουν τον συμβιβασμό στον οποίον έφτασαν τελικά για να τερματίσουν τον πόλεμο στο Βιετνάμ ως «ειρήνη με τιμή», ο Κινέζος ηγέτης Μάο Τσε Τουνγκ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να προσποιηθεί ότι με την εδραίωση σχέσεων με τις καπιταλιστικές Ηνωμένες Πολιτείες για να ενισχύσει την θέση της κομμουνιστικής Κίνας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης ενίσχυε με κάποιο τρόπο ένα μεγαλύτερο σοσιαλιστικό διεθνές κίνημα.
Ακριβώς όπως η πρακτική προσέγγιση της Κίνας στην διεθνή πολιτική δίνει αναμφισβήτητα στην Κίνα ένα πλεονέκτημα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, το ίδιο κάνει και η εμμονικά ολιστική στρατηγική κοσμοθεωρία της Κίνας.
Οι Κινέζοι σχεδιαστές βλέπουν τα πάντα ως συνδεδεμένα με οτιδήποτε άλλο.
Το εξελισσόμενο περιβάλλον στο οποίο συμβαίνει μια στρατηγική κατάσταση καθορίζει αυτό που οι Κινέζοι ονομάζουν shi.
Αυτός ο όρος δεν έχει άμεση αγγλική μετάφραση, αλλά μπορεί να αποδοθεί ως η «δυνητική ενέργεια» ή «συγκυρία» που είναι εγγενής σε οποιαδήποτε περίσταση σε μια δεδομένη στιγμή. Περιλαμβάνει την γεωγραφία και το έδαφος, τον καιρό, την ισορροπία δυνάμεων, την έκπληξη, το ηθικό και πολλά άλλα στοιχεία.
 «Ο κάθε παράγοντας επηρεάζει τους άλλους», όπως έγραψε ο Κίσινγκερ στο βιβλίο του, On China, το 201, «δίνοντας υπόσταση σε λεπτές αλλαγές στην συγκυρία και στο σχετικό πλεονέκτημα». Έτσι, ένας επιδέξιος Κινέζος στρατηγιστής ξοδεύει τον περισσότερο χρόνο υπομονετικά «παρατηρώντας και καλλιεργώντας αλλαγές στο στρατηγικό τοπίο» και κινείται μόνο όταν όλα βρίσκονται στην βέλτιστη ευθυγράμμιση. Μετά, χτυπά γρήγορα. Για έναν παρατηρητή, το αποτέλεσμα φαίνεται αναπόφευκτο.

29042018-5.jpg
Ανεφοδιασμός αμερικανικού βομβαρδιστικού πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό, τον Αύγουστο του 2017. U.S. AIR FORCE / AIRMAN 1ST CLASS GERALD WILLIS / HANDOUT VIA REUTERS
———————————————————————————
Ο πόλεμος για τους Κινέζους στρατηγιστές είναι πρωτίστως ψυχολογικός και πολιτικός. Στην κινεζική σκέψη, η αντίληψη του αντιπάλου για τα επί τόπου γεγονότα μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με τα ίδια τα γεγονότα. Για την αυτοκρατορική Κίνα, η δημιουργία και η διατήρηση της εικόνας ενός τόσο ανώτερου πολιτισμού που αντιπροσώπευε «το κέντρο του σύμπαντος» χρησίμευσε για να αποτρέψει τους εχθρούς από την αμφισβήτηση της κινεζικής κυριαρχίας. Σήμερα, η αφήγηση της αναπόφευκτης ανόδου της Κίνας και της μη αναστρέψιμης παρακμής των Ηνωμένων Πολιτειών παίζουν παρόμοιο ρόλο.
Παραδοσιακά, οι Κινέζοι έχουν επιδιώξει τη νίκη όχι σε μια αποφασιστική μάχη, αλλά μέσα από βαθμιαίες κινήσεις σχεδιασμένες για να βελτιώσουν σταδιακά την θέση τους.
 Ο David Lai, ειδικός στις ασιατικές στρατιωτικές υποθέσεις, επεσήμανε την προσέγγιση αυτή συγκρίνοντας το Δυτικό παιχνίδι σκάκι με το κινέζικο ισοδύναμό του, το weiqi (συχνά αναφέρεται ως go). Στο σκάκι, οι παίκτες προσπαθούν να κυριαρχήσουν στο κέντρο του πεδίου και να κατακτήσουν τον αντίπαλο. Στο weiqi, οι παίκτες προσπαθούν να περικυκλώσουν τον αντίπαλο.
 Εάν ο μάστερ του σκακιού βλέπει πέντε ή έξι κινήσεις μπροστά, ο μάστερ του Weiqi βλέπει 20 ή 30. Παρακολουθώντας κάθε διάσταση της ευρύτερης σχέσης με έναν αντίπαλο, ο Κινέζος στρατηγός αντιστέκεται στην πρόωρη πρόοδο προς τη νίκη, αλλά στοχεύει στην οικοδόμηση σταδιακού πλεονεκτήματος.
 «Στην Δυτική παράδοση, δίνεται μεγάλη έμφαση στην χρήση βίας˙ η τέχνη του πολέμου περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στα πεδία μάχης˙ και ο τρόπος της διεξαγωγής του πολέμου είναι η βία στην βία», έγραψε ο Lai σε μια ανάλυση για το Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών του Πολεμικού Κολεγίου του Στρατού των ΗΠΑ, το 2004.
Αντίθετα, «η φιλοσοφία πίσω από το go . . . είναι να ανταγωνιστεί για το σχετικό κέρδος παρά να επιδιώξει την πλήρη εξολόθρευση των δυνάμεων του αντιπάλου».
Σε μια σοφή υπενθύμιση, ο Lai προειδοποιεί ότι «είναι επικίνδυνο να παίζεις go με τη νοοτροπία του σκακιού».

ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Η Ουάσινγκτον θα έκανε καλά για να λάβει υπόψη της αυτήν την προειδοποίηση. Τα επόμενα χρόνια, οποιοσδήποτε αριθμός σημείων ανάφλεξης θα μπορούσε να προκαλέσει κρίση στις σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, συμπεριλαμβανομένων περαιτέρω εδαφικών διαφορών στην θάλασσα της Νότιας Κίνας [17] και εντάσεων σχετικά με το ανθηρό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας. Δεδομένου ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον μια ακόμη δεκαετία ή και περισσότερο για να μπορέσουν οι στρατιωτικές ικανότητες της Κίνας να ταιριάξουν πλήρως με εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών, οι Κινέζοι θα είναι προσεκτικοί και συνετοί για οποιαδήποτε θανατηφόρα χρήση βίας κατά Αμερικανών.
Το Πεκίνο θα μεταχειριστεί την στρατιωτική δύναμή του ως δευτερεύον μέσο στην εξωτερική πολιτική του, η οποία δεν επιδιώκει νίκη στη μάχη, αλλά την επίτευξη εθνικών στόχων.
Θα ενισχύσει τις διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με τους γείτονές του, θα εμβαθύνει την εξάρτησή τους από την Κίνα και θα χρησιμοποιήσει οικονομική μόχλευση για να ενθαρρύνει (ή να προωθήσει) την συνεργασία σε άλλα θέματα.
Παρόλο που η Κίνα θεωρεί παραδοσιακά τον πόλεμο ως έσχατη λύση, εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μακροχρόνιες τάσεις δεν κινούνται προς όφελός της και ότι χάνει διαπραγματευτική ισχύ, θα μπορούσε να ξεκινήσει μια περιορισμένη στρατιωτική σύγκρουση για να προσπαθήσει να αντιστρέψει τις τάσεις.
Την τελευταία φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν εξαιρετικά υψηλούς κινδύνους [της παγίδας] του Θουκυδίδη, ήταν κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου -ειδικά κατά την διάρκεια της πυραυλικής κρίσης της Κούβας.
Ανταποκρινόμενος στην κρίση λίγους μήνες μετά την εκλογική νίκη του, ο Αμερικανός πρόεδρος John F. Kennedy εντόπισε ένα ανθεκτικό μάθημα: «Πάνω απ’ όλα, ενώ υπερασπίζουμε τα ζωτικά μας συμφέροντα, οι πυρηνικές δυνάμεις πρέπει να αποτρέπουμε τις αντιπαραθέσεις που φέρνουν έναν αντίπαλο στην επιλογή είτε μιας ταπεινωτικής υποχώρησης είτε ενός πυρηνικού πολέμου». Παρά την σκληρή γραμμή της Μόσχας, ο Σοβιετικός γενικός γραμματέας Νικίτα Χρουστσόφ κατέληξε τελικά στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να συμβιβαστεί για τα πυρηνικά όπλα στην Κούβα. Ομοίως, οι Κίσινγκερ και Νίξον αργότερα ανακάλυψαν ότι ο Κινέζος ιδεολόγος Μάο ήταν αρκετά έμπειρος στο να παραχωρήσει έδαφος όταν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Κίνας.

Ο Xi και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, έχουν αμφότεροι κάνει μαξιμαλιστικούς ισχυρισμούς, ειδικά όταν πρόκειται για την Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Αλλά και οι δύο είναι διαπραγματευτές.
 Όσο καλύτερα η διοίκηση του Trump κατανοεί το πώς το Πεκίνο βλέπει τον ρόλο της Κίνας στον κόσμο και τα βασικά συμφέροντα της χώρας, τόσο καλύτερα προετοιμασμένη θα είναι για να διαπραγματευτεί.
Το πρόβλημα παραμένει η ψυχολογική προβολή: Ακόμη και οι έμπειροι αξιωματούχοι του Υπουργείου Εξωτερικών πολύ συχνά υποθέτουν λανθασμένα ότι τα ζωτικά συμφέροντα της Κίνας αντικατοπτρίζουν εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι αξιωματούχοι που επεξεργάζονται τώρα την προσέγγιση της διοίκησης του Trump στην Κίνα θα ήταν συνετό να διαβάσουν τον αρχαίο Κινέζο φιλόσοφο Sun-tzu:
«Αν γνωρίζετε τον εχθρό και γνωρίζετε τον εαυτό σας, δεν χρειάζεται να φοβάστε το αποτέλεσμα εκατό μαχών. Εάν γνωρίζετε τον εαυτό σας, αλλά όχι τον εχθρό, για κάθε νίκη που κερδίζετε, θα υποστείτε και μια ήττα. Αν δεν γνωρίζετε ούτε τον εχθρό ούτε τον εαυτό σας, θα υποκύπτετε σε κάθε μάχη».

*Το δοκίμιο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2017 – Ιανουάριος 2018) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.
Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-08-15/china-vs-america
Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Destined-War-America-Escape-Thucydidess/dp/054493…
[2] https://www.foreignaffairs.com/anthologies/2017-02-23/what-was-liberal-o…
[3] https://www.ncuscr.org/sites/default/files/migration/Zoellick_remarks_no…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/1993-06-01/clash-c…
[5] http://www.belfercenter.org/thucydides-trap/overview-thucydides-trap
[6] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/how-china-and-americ…
[7] https://www.wsj.com/articles/new-challenge-to-u-s-power-chinese-exceptio…
[8] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2001-11-01/nations…
[9] https://www.amazon.com/Xi-Jinping-Governance-English-Language/dp/1602204098
[10] https://www.foreignaffairs.com/regions/united-states
[11] https://www.foreignaffairs.com/authors/eric-x-li
[12] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2012-03-01/future-us-chine…
[13] https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2016-02-16/empire-…
[14] https://www.foreignaffairs.com/articles/2016-12-12/world-order-20
[15] https://www.foreignaffairs.com/interviews/2016-08-01/notes-chairman
[16] https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/2008-01-01/rise-china-and-f…
[17] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-06-13/course-correction

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου