
Σεισμικές δονήσεις στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας προκαλεί η διπλή εκλογική αναμέτρηση σε Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και Βερολίνο, επιφέροντας ένα άνευ προηγουμένου πλήγμα στους Χριστιανοδημοκράτες και προσωπικά στον Φρίντριχ Μερτς. Η αποτυχία της παράταξης να διασφαλίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στο κρατίδιο της βορειοανατολικής Γερμανίας επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τα ερωτήματα για τη σταθερότητα και την κατεύθυνση της
ομοσπονδιακής διακυβέρνησης.Ο ίδιος ο καγκελάριος δεν δίστασε να χαρακτηρίσει «καταστροφή» τη συγκεκριμένη εξέλιξη, προχωρώντας σε τοποθέτηση αμέσως μετά την ανακοίνωση των πρώτων εκτιμήσεων. Η αντίδρασή του εκδηλώθηκε προτού ακόμη οριστικοποιηθεί από την καταμέτρηση των ψήφων ότι το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) τίθεται οριστικά εκτός του τοπικού κοινοβουλίου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.
Ιστορικό προηγούμενο στην περιφέρεια της Μέρκελ
Από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το CDU δεν είχε βρεθεί ποτέ εκτός κρατιδιακού κοινοβουλίου. Η ιστορική αυτή παράδοση κατέρρευσε σε μια περιοχή με ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς αποτελεί την πρώην εκλογική περιφέρεια της Άγγελας Μέρκελ.
Με βάση τα επίσημα στοιχεία, οι Χριστιανοδημοκράτες περιορίστηκαν στο 4,9%, μένοντας οριακά κάτω από το εκλογικό όριο του 5% που εξασφαλίζει την είσοδο στη Βουλή. Ο κ. Μερτς, ο οποίος βρισκόταν ήδη υπό ισχυρή αμφισβήτηση τόσο στο εσωτερικό του κόμματος όσο και στις μετρήσεις της κοινής γνώμης, επιχείρησε να διαχειριστεί την κρίση παρεμβαίνοντας ταχύτατα ώστε να ελέγξει τον δημόσιο αντίκτυπο.
Η δημόσια τοποθέτησή του καταγράφηκε μόλις 14 λεπτά μετά την πρώτη πρόβλεψη των αποτελεσμάτων. Προηγουμένως, είχε φροντίσει να λάβει τη συναίνεση της κομματικής ηγεσίας για την παραμονή του στην καγκελαρία και την προώθηση του μεταρρυθμιστικού του σχεδίου. Εντούτοις, η βιασύνη αυτή ερμηνεύτηκε περισσότερο ως μια αγωνιώδης προσπάθεια να δοθεί «γραμμή» στα στελέχη του κόμματος ενόψει των δημόσιων εμφανίσεών τους, παρά ως ένδειξη ισχύος.
Ο γερμανικός Τύπος ανοίγει θέμα ηγεσίας
Το πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης, ARD, σχολίασε χαρακτηριστικά: «Το γεγονός ότι ο Μερτς έκανε δήλωση το βράδυ των κρατιδιακών εκλογών δείχνει την τεράστια εσωτερική πίεση που δέχεται. Θέλει τώρα να διασφαλίσει ότι θα υπάρχουν όσο το δυνατόν λιγότερες εικασίες σχετικά με τον μελλοντικό του ρόλο τις ημέρες που ακολουθούν τις εκλογές (…) Η στρατηγική του: παιχνίδι με τον χρόνο. Δεν υπάρχουν κρατιδιακές εκλογές ως τον Απρίλιο του 2027 και ο Μερτς ελπίζει σε καλύτερα πρωτοσέλιδα από τις επιχειρήσεις, εν μέρει επειδή οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το ειδικό ταμείο αρχίζουν να αποδίδουν».
Στο ίδιο μήκος κύματος, το περιοδικό Der Spiegel υπογράμμισε ότι «Ασφαλώς και τίθεται ζήτημα καγκελάριου», σημειώνοντας ότι η δύσκολη καλοκαιρινή περίοδος των τριών κρατιδιακών εκλογών ολοκληρώθηκε.
Όπως ανέφερε το γερμανικό περιοδικό, «Ο καγκελάριος Μερτς και ο συνασπισμός του έχουν τώρα την ευκαιρία να μεταρρυθμίσουν τη Γερμανία. Θα μπορούσαν να κάνουν τη χώρα ανθεκτική στις κρίσεις. Η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να πάρει μια ανάσα και να επικεντρωθεί στην πραγματική δουλειά: την καλή διακυβέρνηση». Παράλληλα, πρόσθεσε πως «εάν υπάρχουν δυνάμεις εντός CDU που θέλουν να αντικαταστήσουν τον Φρίντριχ Μερτς, δύσκολα μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει, αλλά θα πρέπει να βγουν αμέσως από την κρυψώνα τους και να τον αντικαταστήσουν ή να παραμείνουν εντελώς σιωπηλοί», προειδοποιώντας ότι ένα παρατεταμένο τέλμα στην καγκελαρία κατά τους φθινοπωρινούς μήνες θα ήταν καταστροφικό.
Από την πλευρά της, η οικονομική εφημερίδα Handelsblatt αναρωτήθηκε: «Ο Μερτς αγοράζει χρόνο – αλλά για ποιον λόγο ακριβώς;». Στην ανάλυσή της επεσήμανε: «Οι άνθρωποι θέλουν να λειτουργήσει ξανά σωστά το κράτος και να βελτιωθεί η ζωή τους. Δεν θέλουν να αλλάξουν πολλά. Αυτό προσδιορίζει τον πραγματικό ηττημένο της βραδιάς: τον Φρίντριχ Μερτς. Ο δύο ψηφοφορίες ήταν επίσης μια αναμέτρηση με τις πολιτικές του και πιθανώς με αυτόν ως καγκελάριο. Οι μεγαλύτεροι αντίπαλοί του δεν είναι ούτε οι πρωθυπουργοί των κρατιδίων του CDU, ούτε η AfD. Ο μεγαλύτερος αντίπαλός του είναι η γερμανική ακινησία».
Η Die Welt έκανε λόγο για τον «θάνατο του αστικού κέντρου», επισημαίνοντας ότι η άνοδος της Αριστεράς στο Βερολίνο αποτελεί κρισιμότερο πρόβλημα για την αστική τάξη συγκριτικά με την AfD, με τις ευθύνες να βαρύνουν τα παραδοσιακά κόμματα. Σύμφωνα με την εφημερίδα, «οι φυγόκεντρες δυνάμεις ενισχύονται», ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία το CDU συγκέντρωσε μόλις 2% στις ηλικίες 16-24 ετών και 3% στην ομάδα 25-34 ετών.
Σκληρή κριτική άσκησε και η Süddeutsche Zeitung, σημειώνοντας πως «Η ετυμηγορία του εκλογικού σώματος είναι πλέον σκληρή για όσους δεν προσφέρουν είτε εξαιρετική προσωπικότητα, είτε συναρπαστικό μήνυμα». Η εφημερίδα χαρακτήρισε το CDU «τόσο διασκεδαστικό όσο το ξερό ψωμί και τόσο ζωντανό όσο το νεκρό ψάρι», τονίζοντας ότι η παράταξη, «σκιά του εαυτού του, κατέρρευσε απόψε και κάηκε στο όριο του 5%. Πρόκειται για ταπείνωση που όμοιά της δεν έχει ξαναζήσει αυτός ο πυλώνας του κράτους».
Η Tagesspiegel εστίασε στην «απώλεια εμπιστοσύνης στους βασικούς παράγοντες της ομοσπονδιακής πολιτικής» καθώς και στην «ενίσχυση των άκρων και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος». Αναφορικά με το μέλλον του καγκελάριου, υπογράμμισε: «Το κόμμα του θα χρειαστεί επομένως μια διέξοδο για την απογοήτευσή του. Αυτό θα τον ωθήσει σε ταχύτερες και πιο αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις, ενώ μπορεί σύντομα να αναγκαστεί να παραιτηθεί από την προεδρία του CDU, κίνηση που θα του έδινε την ευκαιρία να κατευνάσει τους επικριτές του και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην καγκελαρία. Αν θέλει ακόμα να την κάνει επιτυχημένη, θα πρέπει να υιοθετήσει πιο αδιάλλακτη στάση απέναντι στον εταίρο του στον συνασπισμό. Αυτό είναι επικίνδυνο. Αλλά δεν έχει πολλά να χάσει».
Την ίδια ώρα, η Bild προειδοποίησε ότι με το ποσοστό κάτω από το 5% «δεν υπάρχουν εγγυήσεις», κάνοντας λόγο για ορατό κίνδυνο μιας «εξέγερσης της βάσης» του κόμματος απέναντι στον Φρίντριχ Μερτς.
Οι ισορροπίες της επόμενης ημέρας
Στο κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, παρά το γεγονός ότι ήρθε δεύτερη πίσω από την AfD, η Μανουέλα Σβέζιγκ του SPD αναμένεται να διατηρήσει την πρωθυπουργία, σχηματίζοντας κυβέρνηση συνεργασίας με την Αριστερά και τους Πράσινους.
Σε όλη την προεκλογική περίοδο, η κυρία Σβέζιγκ εξέφραζε ανοιχτά τη διαφωνία της με τις επιλογές του καγκελάριου, εστιάζοντας στις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα, ακόμη και όταν αυτό την έφερε σε σύγκρουση με τον ομοσπονδιακό υπουργό Οικονομικών και αρχηγό του SPD, Λαρς Κλινγκμπάιλ. Η εκλογική της επικράτηση απέναντι στην πίεση της AfD την καθιστά πλέον την πλέον ισχυρή προσωπικότητα στο εσωτερικό των Σοσιαλδημοκρατών.
Η στάση της είχε προκαλέσει εμφανή αμηχανία στην ηγεσία του SPD, ιδίως όταν υποστήριξε ότι η εκλογική υποχώρηση οφειλόταν στην πολιτική στήριξης της Ουκρανίας και στη διακοπή εισαγωγών ρωσικής ενέργειας – στρατηγική που ακολουθεί επίσημα και το δικό της κόμμα.
Εντελώς διαφορετικό σκηνικό διαμορφώνεται στο Βερολίνο, όπου η Ελίφ Εράλπ ετοιμάζεται να αναλάβει κυβερνήτης-δήμαρχος, ούσα η πρώτη πολιτικός τουρκικής καταγωγής που κατακτά το αξίωμα στη μητρόπολη με τη μεγαλύτερη τουρκική παροικία εκτός Τουρκίας. Η διακυβέρνηση αναμένεται να στηριχθεί σε συνεργασία της Αριστεράς με το SPD και τους Πράσινους.
Ωστόσο, οι πολιτικές της προτάσεις για κοινωνικοποίηση ακινήτων και αναδιάρθρωση της αστυνομίας, σε συνδυασμό με αιτιάσεις περί αντισημιτισμού στον χώρο της, προκαλούν τριβές στις επαφές για τη συγκρότηση συμμαχιών. Το πρώτο «σκάνδαλο» ξέσπασε ήδη τη νύχτα των αποτελεσμάτων για την «Μαμντάνι του Βερολίνου», όπως αποκαλούν πολλοί την κυρία Εράλπ.
Στους πανηγυρισμούς του κόμματος παρέστη ο Ίσα Ρέμο, επικεφαλής της γνωστής οικογένειας Ρέμο, δηλώνοντας ότι «για πρώτη φορά αισθάνεται ότι υποστηρίζεται από κόμμα του Βερολίνου». Εκπρόσωπος της Αριστεράς προσπάθησε να υποβαθμίσει το γεγονός εξηγώντας ότι δεν υπήρχε έλεγχος εισόδου: «Μετά θέλαμε να πιούμε ίσως την τρίτη ή την πέμπτη μπίρα μας χωρίς τα ΜΜΕ. Φαίνεται ότι θα εκλέξουμε δήμαρχο και μόνο αυτό έχει σημασία. Όλα τα άλλα θα τα βρούμε μετά».
Η οικογένεια Ρέμο έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις αρχές για υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος, ναρκωτικών και μεγάλων ληστειών, με κορυφαία την κλοπή του χρυσού νομίσματος 100 κιλών από το Μουσείο Bode το 2017.
Παρ’ όλα αυτά, η Αριστερά στη γερμανική πρωτεύουσα κατέγραψε σαφή επικράτηση, αναδεικνυόμενη σε «κόμμα της νεολαίας», λαμβάνοντας 43% στις ηλικίες 16-24 ετών και 49% στους ψηφοφόρους 25-34 ετών.
Μερτς: «Πρόκειται για καταστροφή και το αποτέλεσμα δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί»
Αναγνωρίζοντας το μέγεθος της εκλογικής υποχώρησης, ο καγκελάριος και πρόεδρος του κόμματος ανέφερε: «Πρόκειται για καταστροφή και το αποτέλεσμα δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί», προσθέτοντας πως «το CDU αγωνίστηκε σκληρά, αλλά στο τέλος, συνετρίβη στην κλιμακούμενη σύγκρουση μεταξύ του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD)».
Σχετικά με την αναμέτρηση στο Βερολίνο, ο κ. Μερτς υποστήριξε ότι ο υποψήφιος του κόμματος, Στέφαν Έβερς, πέτυχε ένα «αξιοπρεπές» αποτέλεσμα, δεδομένου ότι ανέλαβε την ηγεσία της εκστρατείας υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, μετά την απόσυρση του απερχόμενου δημάρχου Κάι Βέγκνερ τον περασμένο Αύγουστο.
Παρά την ήττα, ο Γερμανός καγκελάριος επέμεινε στην ανάγκη υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων: «Αυτό που πρέπει να γίνει τώρα απαιτεί θάρρος, σταθερότητα και υπομονή. Θα το ζητήσω αυτό ως πρόεδρος του CDU και, πάνω απ’ όλα, ως Καγκελάριος της χώρας μας». Κλείνοντας την τοποθέτησή του, υπογράμμισε ότι οι απαιτούμενες αλλαγές προϋποθέτουν προσπάθεια, δηλώνοντας: «Αναλαμβάνω την ευθύνη, επειδή θέλω αυτή η χώρα να προχωρήσει μπροστά».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου