Το άρθρο 16 του Συντάγματος και η προοπτική συνταγματικής κατοχύρωσης της λειτουργίας ιδιωτικών Πανεπιστημίων αποτέλεσαν το επίκεντρο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης κατά τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση στην σημερινή συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής.
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η αναθεώρηση αποτελεί αναγκαία μεταρρύθμιση που θα εκσυγχρονίσει
το εκπαιδευτικό σύστημα και κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι αρνούνται κάθε θεσμική συναίνεση.Από την άλλη πλευρά, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και Ελληνική Λύση, αν και από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, τάχθηκαν κατά της αναθεώρησης του άρθρου 16, υποστηρίζοντας ότι η κυβερνητική πρωτοβουλία πλήττει τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης, υποβαθμίζει τη συνταγματική διαδικασία και εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες.
Οι τοποθετήσεις των εισηγητών και αγορητών ανέδειξαν ότι το άρθρο 16 εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πλέον διαχωριστικές γραμμές του ελληνικού πολιτικού συστήματος, προμηνύοντας ότι η αντιπαράθεση θα συνεχιστεί με ακόμη μεγαλύτερη ένταση και στην Αναθεωρητική Βουλή.
Ακολουθούν οι τοποθετήσεις των εισηγητών και των αγορητών των κομμάτων λίγο πριν την ψηφοφορία επί των άρθρων αναθεώρησης του Συντάγματος.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ (ΝΔ): Όταν ολοκλήρωνα τη διδακτορική μου διατριβή στο συνταγματικό δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου το 1994 δίπλα σε διαπρεπείς παγκοσμίως συνταγματολόγους, δεν φανταζόμουν ότι η ζωή θα μου επιφύλασσε την τύχη και την τιμή να συμμετάσχω μαζί με μεγάλες προσωπικότητες και από την πολιτική και από τη νομική επιστήμη σε όλες τις αναθεωρητικές διαδικασίες που έγιναν από το 2000 μέχρι σήμερα.
Συμμετείχα ως ο νεότερος Βουλευτής στην ευρεία Αναθεώρηση του 2001 μαζί με τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη και τον Προκόπη Παυλόπουλο, όπου με τη συγκατάνευση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του Κώστα Καραμανλή προσφέραμε τότε την πολύτιμη συναίνεση στον Ευάγγελο Βενιζέλο για να προχωρήσει σε σημαντικές συνταγματικές αλλαγές.
Έζησα μαζί με την αείμνηστη Μαριέττα Γιαννάκου, τον Παρασκευά Αυγερινό και τον Δημήτρη Τσάτσο την απόπειρα δημιουργίας Ευρωπαϊκού Συντάγματος το 2003, συνεργαζόμενος με τον Πρόεδρο της Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρώπης, τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζισκάρ ντ’ Εσταίν και τον Πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζουλιάνο Αμάτο στην πολύτιμη εκείνη εμπειρία της απόπειρας δημιουργίας Ευρωπαϊκού Συντάγματος που κατέληξε στη συνθήκη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τη σημερινή Συνθήκη της Λισαβόνας.
Βίωσα στην Αναθεώρηση του 2008 τη συναίνεση που προσέφερε η Αντιπολίτευση για την προστασία στο άρθρο 106 των νησιωτικών, ορεινών και παραμεθόριων περιοχών.
Το 2019, κόντρα στο πολωμένο πολιτικό κλίμα, ως Πρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης παρέλαβα από την προτείνουσα Βουλή που είχε πλειοψηφία ο Αλέξης Τσίπρας και ήταν εισηγητής ο σημερινός Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κώστας Τασούλας, 49 διαφωνίες και με τη συναίνεση του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ, της Ελληνικής Λύσης και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας πετύχαμε τότε εννέα σημαντικές αλλαγές που ήδη εφαρμόζονται με επιτυχία, συμβάλλοντας στη λειτουργικότητα του Συντάγματός μας.
Δυστυχώς, με την εμπειρία όλων αυτών των Αναθεωρήσεων έχω να διαπιστώσω ότι σε αυτήν την αναθεωρητική διαδικασία που ξεκινήσαμε, οι πρωτοβουλίες μας προσκρούουν σ’ ένα τείχος αρνητισμού, καχυποψίας, μικροκομματικής λογικής, αναβλητικότητας, εν τέλει ιδεολογικής φοβικότητας και πολιτικής δειλίας που πηγάζει κυρίως από τη νοοτροπία και την αντίληψη της Αντιπολίτευσης.
Δυστυχώς, επιβεβαιώνεται η σοφή επισήμανση που κάποτε μου είχε κάνει προσωπικά ένας από τους τελευταίους Ευρωπαίους ηγέτες, ο Καγκελάριος της επανενωμένης Γερμανίας Χέλμουτ Κολ, όταν μου έλεγε: «Φοβάμαι τη στιγμή που τα κράτη της Ευρώπης θα τα κυβερνήσει μία γενιά πολιτικών που δεν έζησε τα δεινά του πολέμου και δεν αγωνίστηκε για τη θεμελίωση Συνταγμάτων που εδραιώνουν τη δημοκρατία και προστατεύουν τις ανθρώπινες ελευθερίες».
Αγαπητοί συνάδελφοι, η Νέα Δημοκρατία προσήλθε σ’ αυτήν την Αναθεώρηση με αυτοπεποίθηση και θεσμική λογική, επιδιώκοντας πολιτική συναίνεση και οραματική στρατηγική εθνικής συνεννόησης. Δεν επιδιώκουμε λευκή επιταγή για την Αναθεωρητική Βουλή, όπως ισχυρίζονται φοβικά οι δυνάμεις της Αντιπολίτευσης που δεν τολμούν να ψηφίσουν ούτε καν τις δικές τους προτάσεις, ακόμα κι όταν εμείς τους προσφέραμε την ψήφο μας. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των μη κρατικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.
Ακολουθούμε κάθε γράμμα του Συντάγματος ως προς την αναθεωρητική διαδικασία, όπως έκαναν οι πολιτικές δυνάμεις από το 1975 μέχρι σήμερα και εμπιστευόμαστε τον κυρίαρχο ελληνικό λαό, ο οποίος θα κληθεί να τοποθετηθεί στις επόμενες εκλογές που θα μεσολαβήσουν μέχρι την Αναθεωρητική Βουλή, τον οποίον, όπως φαίνεται, η Αντιπολίτευση τον φοβάται.
Σας απαντούμε με τα λόγια του δικού σας Ευάγγελου Βενιζέλου σε άρθρο του στις 14 Φεβρουαρίου του 2026 στο Βήμα της Κυριακής όταν έλεγε ότι η συρρίκνωση της αναθεώρησης σε ένα μικροκομματικό επικοινωνιακό παίγνιο είναι η μεγαλύτερη απαξίωση των θεσμών.
Δεν τον ακούτε και θα χάσετε κι άλλο.
Παρά το τοξικό πολιτικό κλίμα που καλλιεργούν οι δυνάμεις που επιχειρούν να εμποδίσουν τις θεσμικές εξελίξεις πιστεύω ότι υπάρχει και κάτι θετικό. Το βλέπετε σήμερα. Πέφτουν οι μάσκες που κυριάρχησαν σε μια εποχή που ευτυχώς αφήνουμε πίσω μας και αποκαλύπτονται τα πραγματικά πρόσωπα των πρωταγωνιστών.
Φαίνεται πλέον ποιος είναι πραγματικά προοδευτικός και ποιος εκπροσωπεί τις δυνάμεις της αδράνειας και υπερασπίζεται τη δικτατορία των μετριοτήτων. Επιμένω μαζί με τους συναδέλφους μου της Νέας Δημοκρατίας στην άποψη ότι προοδευτικός δεν είναι αυτός που υπονομεύει τις αλλαγές για λόγους μικροκομματικού συμφέροντος και συντηρητικός φυσικά δεν μπορεί να είναι όποιος αγωνίζεται επίμονα για θετικές αλλαγές κόντρα στις δυνάμεις αδράνειας. Ας προσέξει, λοιπόν, η Αντιπολίτευση τον τρόπο με τον οποίο δολοφονεί τις λέξεις και το περιεχόμενό τους όταν επαναφέρει μία λεξιμαγνεία που δίχασε και καθήλωσε τον ελληνικό λαό στο παρελθόν.
Η Νέα Δημοκρατία δεν θα παρακολουθήσει αυτή την άρνηση και την ιδεοληψία των δήθεν προοδευτικών. Έχουμε διδαχθεί από την ιστορία μας ότι τα τελειότερα συντάγματα στα χέρια ασυνείδητων ή αδιάφορων λειτουργών απέτυχαν ενώ ακόμα και ατελή συντάγματα στα χέρια ευσυνείδητων λειτουργών λειτούργησαν τέλεια. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο εμείς επιμένουμε και θα συνεχίσουμε την προσπάθειά μας και στην Αναθεωρητική Βουλή πιστεύοντας ακράδαντα ότι οι Ελληνίδες και οι Έλληνες στις εκλογές που θα μεσολαβήσουν θα επιβραβεύσουν τη θεσμική και την εθνική μας λογική κόντρα στον συνταγματικό λαϊκισμό της Αντιπολίτευσης.
Σήμερα δημιουργήσαμε μια σπάνια ευκαιρία αξιοποιώντας την εμπειρία των απανωτών κρίσεων που αντιμετωπίσαμε με επιτυχία να σχεδιάσουμε ένα νέο πολιτειακό χάρτη της πατρίδας μας όλοι μαζί υπερβαίνοντας μικροκομματικές διαφορές. Δυστυχώς εσείς δεν ανταποκριθήκατε. Δραπετεύσατε δηλώνοντας 17 «Παρών». Εμείς σας προσπερνούμε και συνεχίζουμε. Θα επιβεβαιώσουμε ιστορικά για ακόμη μία φορά τον ελληνικό λαό ότι η παράταξή μας η Νέα Δημοκρατία από τότε που την ίδρυσε εθνάρχης Κωνσταντίνος Καραμανλής ταυτίστηκε πάντα με τις κορυφαίες επιλογές για την πατρίδα, για το λαό και το έθνος. Το Σύνταγμα, κύριοι συνάδελφοι, δεν είναι ένα στεγανό κουτί για να φυλακίσουμε την ιστορία αλλά το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει στην ιστορία να αναπνέει.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΟΥΔΩΝΗΣ (ΠΑΣΟΚ): Κλείνουμε αυτήν τη διαδικασία στην προτείνουσα Βουλή, μια διαδικασία η οποία δεν είχε τον χρόνο που της άρμοζε και δεν έγινε και στο χρόνο που της άρμοζε και δεν είχε και τον χώρο να αναπτυχθούν οι απόψεις έτσι όπως θα μπορούσαν να αναπτυχθούν. Οφείλουμε, όμως, να κλείσουμε με κάποιες καταληκτικές επισημάνσεις.
Το Σύνταγμα ως φαινόμενο είναι προϊόν του συνταγματισμού και ο συνταγματισμός πριν γίνει μία θεωρία, υπήρξε μια πολιτική ιδεολογία για την οποία δόθηκαν μάχες και μάχες στην ανθρωπότητα. Υπήρχαν εκείνοι που πίστευαν ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να περιορίζονται από γραπτά, αυστηρά, κωδικοποιημένα συντάγματα και υπήρχαν εκείνοι που πίστευαν ότι δεν πρέπει να περιορίζονται οι κυβερνήσεις από συντάγματα.
Γιατί σήμερα ο συνταγματισμός κατέστη πολιτική θεωρία και όχι πολιτικό κίνημα; Γιατί κατέστη θεωρία επιστημονική; Γιατί κέρδισε; Και κέρδισε επειδή κέρδισαν εκείνοι που πίστευαν ότι το Σύνταγμα είναι εκείνο το κείμενο το αυστηρό, το οποίο είναι πάνω από τον τυπικό νόμο και περιορίζει την κυβερνητική αυθαιρεσία. Μια κυβέρνηση η οποία δεν πιστεύει στον περιορισμό των δικών της εξουσιών, αλλά ψάχνει τρόπο να παρακάμψει γραπτές και αυστηρές διατάξεις, προφανώς και είναι ιδιαίτερα προβληματικό το να θέλει να αναθεωρήσει το Σύνταγμα με αυτήν τη νοοτροπία.
Δεν θέλω να πω ότι προέκυψε αυτό από τις συζητήσεις στη Βουλή, γιατί υπήρξαν ανταλλαγές απόψεων από όλα τα κόμματα. Προέκυψε, όμως, από μία και ανατριχιαστική αναφορά του ίδιου του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ο οποίος, σε αυτήν εδώ την Αίθουσα την Παρασκευή, είπε πως θέλει να αναθεωρήσει το Σύνταγμα αν κερδίσει τις εκλογές όπως αυτός κρίνει.
Λέω, λοιπόν, αν έχουμε από τη μία το Σύνταγμα ως ένα κείμενο το οποίο περιορίζει την κρατική και κυβερνητική αυθαιρεσία και κάποιον ο οποίος είναι σήμερα στην Κυβέρνηση και λέει «θέλω να αλλάξω το κείμενο που περιορίζει την αυθαιρεσία μου, όπως εγώ κρίνω, αν κερδίσω τις εκλογές», αυτό συνιστά μια ανατριχιαστική αναίρεση του πυρήνα του συνταγματισμού, δηλαδή του Συντάγματος ως ενός κειμένου περιοριστικού της κρατικής αυθαιρεσίας.
Το Σύνταγμα καλείται να αναθεωρηθεί για να προστατευθεί από καταστρατηγήσεις των διατάξεών του και παραβιάσεις των διατάξεών του που έχουν συμβεί κατά την τελευταία περίοδο, αλλά και να αναθεωρηθεί υπό το πρίσμα κενών τα οποία είχε.
Το Σύνταγμα δεν αλλάζει για να βολέψει αυτούς που κυβερνούν σήμερα. Αυτό συνιστά την αναίρεση του πυρήνα της αναθεωρητικής διαδικασίας και είναι πάρα πολύ κρίσιμο αυτό.
Άκουσα και κάτι ακόμα από τον κ. Μητσοτάκη. Είπε ότι παραβιάζουμε τις διατάξεις του Συντάγματος με τη στάση μας. Εάν είναι ποτέ δυνατόν! Ακόμα και έτσι όπως είναι σήμερα το άρθρο 110 μιλάει για δύο Βουλές. Και μιλάει για εναλλασσόμενες πλειοψηφίες.
Όμως, εμείς λέμε και κάτι ακόμα, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι: Να αναθεωρηθεί το άρθρο 110 και οι μέγιστες δυνατές πλειοψηφίες να επιτυγχάνονται εκ του Συντάγματος αποκλειστικά στη δεύτερη, την Αναθεωρητική Βουλή.
Και υπάρχει ακόμα χρόνος μέχρι την ψηφοφορία, κύριε Στυλιανίδη, να ακούσετε τη λογική του ίδιου του Συντάγματος και της εφαρμογής του, των προηγουμένων Συνταγματικών Αναθεωρήσεων και των πραγμάτων που δεν πήγαν εκεί καλά, να ακούσετε την πρόταση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης που έχει ευήκοα ώτα σε όλες τις παρατάξεις -και στη δική σας, κύριε Στυλιανίδη, και στην Επιτροπή της Αναθεώρησης και στην Ολομέλεια εδώ- και να βάλετε στις προτεινόμενες προς αναθεώρηση ρυθμίσεις το άρθρο 110. Υπάρχει ακόμα χρόνος.
Όλα τα υπόλοιπα είναι προσβλητικά προς το ίδιο το πνεύμα του Συντάγματος και του συνταγματισμού. Γιατί αυτή η πολιτική ιδεολογία του συνταγματισμού που κατέστη επιστημονική θεωρία, αλλά και η λογική πίσω από την ίδια την ύπαρξη των συνταγμάτων, οφείλει να ανανεώνεται. Παραδείγματος χάριν, είδαμε την εποχή του new deal, γνωρίζουμε ιστορικά ότι πήγαμε σε μια άλλη λογική, σε μια ευρύτερη λογική της έννοιας του περιορισμού της κρατικής αυθαιρεσίας.
Αντιστοίχως και σήμερα έχουμε τεράστιες προκλήσεις, για τις οποίες νομίζουμε ότι μιλάμε, αλλά οι προτεινόμενες αλλαγές από τη Νέα Δημοκρατία δεν ανταποκρίνονται στις προκλήσεις αυτές.
Πρέπει να δούμε τι γίνεται με το κομμάτι των δικαιωμάτων, αν και όπως λέμε εμείς, πως πρέπει να μπουν τα δικαιώματα των γυναικών που είναι αυτές που υφίστανται τη μεγαλύτερη πίεση αυτήν τη στιγμή μέσα στο συνταγματικό κείμενο.
Ναι, να μιλήσουμε για τις νέες τεχνολογίες, αλλά να μιλήσουμε με έναν τρόπο δυναμικό και όχι σαν να μπορούμε να τις διατάξουμε να μην υπάρχουν ή να συμμορφώνονται με μια εθνική νομοθεσία.
Και να μιλήσουμε πάνω απ’ όλα για το τι σημαίνει πολυεπίπεδος συνταγματισμός σήμερα, όπως μιλούν όλα τα άλλα κράτη. Τι σημαίνει σήμερα σε ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον;
Αυτές είναι οι μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας στην Αναθεωρητική Βουλή. Γιατί άκουσα τον κ. Φλωρίδη να μιλάει σαν να μην υπάρχει δεύτερη Βουλή, διότι προφανώς αυτό είναι μια απόδειξη ότι κανένας από την Κυβέρνηση, ούτε ο Πρωθυπουργός, ούτε οι Υπουργοί του σκέφτονται πέρα από τον εκλογικό χρόνο. Αυτό, όμως, είναι η αναίρεση του άλλου κομματιού του Συντάγματος, της αυστηρότητάς του. Αν μπορούσε να υπακούει σε εκλογικούς χρόνους, θα μπορούσε να αλλάξει και εύκολα.
Δεν αλλάζει το ίδιο εύκολα με τον κοινό νόμο, γιατί πρέπει να ξεπερνάει τη λογική του εκλογικού κύκλου και πρέπει όχι μόνο να την ξεπερνάει, αλλά και να την ενσωματώνει. Γι’ αυτό ζητήσαμε την καλύτερη δυνατή ενημέρωση του κόσμου και γι’ αυτό μια διαδικασία μέσα στον Ιούλιο και τον Αύγουστο αναιρεί την ουσία της διάταξης περί την Αναθεώρηση του Συντάγματος.
Ζητούμε, λοιπόν, μια διαδικασία με υπερπλειοψηφίες στη δεύτερη Βουλή.
Οι προτάσεις μας, ακόμα και στην κατεύθυνσή τους, είναι στον αντίποδα αυτών της Νέας Δημοκρατίας. Αλλά, ναι, λέμε ότι στην επόμενη Βουλή, με τη μεσολάβηση της ψήφου του ελληνικού λαού, πρέπει να βρεθούν οι μέγιστες δυνατές πλειοψηφίες για να αλλάξει το Σύνταγμα και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της νέας εποχής.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ (ΣΥΡΙΖΑ): Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι πλέον μία διαδικασία αυτή της προτείνουσας Βουλής που βαίνει στο τέλος της.
Θέλω να κάνω μια αρχική επισήμανση. Πριν αναθεωρήσουμε το Σύνταγμα, οφείλουμε να το τηρούμε και δυστυχώς υπάρχει μία Κυβέρνηση η οποία έχει αποδείξει και έχει επιδείξει ότι δεν τηρεί το Σύνταγμα είτε εξ αφορμής της υπόθεσης των υποκλοπών, είτε εξ αφορμής της υπόθεσης των Ανεξάρτητων Αρχών, είτε με άλλες οδυνηρές υποθέσεις που έχουν επιφέρει πολύ σημαντικά τραύματα στο κράτος δικαίου.
Σε αυτήν δε καθαυτή την αναθεωρητική διαδικασία, θέλω να ξεκινήσω σχολιάζοντας την ομιλία του Υπουργού, του συναδέλφου στη δικηγορία κ. Φλωρίδη. Μου έκανε εντύπωση ότι, στην ιδεολογική μετάλλαξη που έχει υποστεί, παραβίασε ακόμη και το «Α κεφαλαίο» της συνταγματικής θεωρίας. Όλοι όσοι διακονήσαμε τη νομική επιστήμη γνωρίζουμε ότι το Σύνταγμα είναι η συμπύκνωση των ταξικών και κοινωνικών σχέσεων. Αυτό είναι το Σύνταγμα, αυτό ήταν και αυτό θα εξακολουθήσει να είναι όσο υπάρχουν τάξεις.
Kαι έρχεται ο κ. Φλωρίδης και εγκαλεί το ΠΑΣΟΚ, διότι εγκατέλειψε -λέει- την παλιομοδίτικη -δεν την είπε παλιομοδίτικη-, την παλαιά θεωρία ότι το Σύνταγμα αποτελεί συμπύκνωση κοινωνικών και ταξικών σχέσεων. Όταν, λοιπόν, ο καθ’ ύλην αρμόδιος Υπουργός μιλάει για το Σύνταγμα με αυτόν τον τρόπο, προσανατολίζει μοιραία και τη συζήτηση σε εξωνομικά και εξωπολιτικά στοιχεία, διότι αν δεν είναι το Σύνταγμα ακριβώς αυτό, τότε τι πάμε να αναθεωρήσουμε; Και μάλιστα ένα Σύνταγμα του ’75, το όποιο Σύνταγμα ήταν πολύ προοδευτικό για την εποχή του και ήταν ένα Σύνταγμα στο οποίο συνέκλιναν οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, μ’ έναν Κωνσταντίνο Καραμανλή κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού, αλλά και μια Αριστερά που έβγαινε με το «φωτοστέφανο» της αντίστασης καθημαγμένη από πολυετείς εξορίες, εκτοπίσεις και εκτελέσεις και αντιλήφθηκαν όλοι εκείνη την εποχή ότι δεν υπάρχει «κολοβή» ελευθερία. Εάν όλοι δεν έχουμε ατομικά δικαιώματα, δεν έχει κανείς. Εάν όλοι δεν συμμετέχουμε στην ελευθερία, δεν συμμετέχει κανείς.
Εκείνο το Σύνταγμα, λοιπόν, με τους αναγκαίους συμβιβασμούς, τις αναγκαίες συγκλίσεις, τις αναγκαίες υποχωρήσεις, θεμελιώνει τη διαρκέστερη περίοδο πολιτικής ομαλότητας της χώρας και είναι το Σύνταγμα που σήμερα καλούμαστε να τροποποιήσουμε.
Αν, λοιπόν, ο κύριος Υπουργός και η κυβερνώσα παράταξη δεν αντιλαμβάνονται το Σύνταγμα με αυτήν την αφετηριακή θέση, δηλαδή ότι αποτελεί συμπύκνωση κοινωνικών και ταξικών συσχετισμών, ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τι συζητάμε.
Δεύτερον, για να ολοκληρώνω σιγά-σιγά, έχουμε πει ότι ακριβώς επειδή η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν γίνεται σε νεκρό χρόνο, αλλά γίνεται σε προεκλογική περίοδο, δεν είναι πρόσφορος ο χρόνος να συζητήσουμε για το Σύνταγμα. Έρχεται η Κυβέρνηση και ενώ η Ολομέλεια αποφασίζει μία δίμηνη προθεσμία, 10 Ιουνίου με 10 Αυγούστου, η κυβερνητική Πλειοψηφία στην Επιτροπή συντέμνει την προθεσμία αυτήν και την κάνει μέχρι 15 Ιουλίου, δηλαδή μέσα στο κατακαλόκαιρο μιλάμε για Συνταγματική Αναθεώρηση ερήμην ουσιαστικά της κοινωνίας και καταλαβαίνουμε ότι και αυτή η κορυφαία κατά τα άλλα διαδικασία εργαλειοποιείται από την Κυβέρνηση για να υπαχθεί στους προεκλογικούς και επικοινωνιακούς της σχεδιασμούς.
Άρα και από θέση αρχής, σε μια Κυβέρνηση που δεν εμπιστευόμαστε, σε μια Κυβέρνηση που καταπατά το Σύνταγμα, σε μια Κυβέρνηση που υπονομεύει τη συνταγματική διαδικασία, είμαστε απέναντι.
Εκτός αυτού, είμαστε απέναντι σε μια Κυβέρνηση η οποία έχει το δικαίωμα με βάση το 110 να αδιαφορήσει για το περιεχόμενο και το εύρος των αναθεωρητέων διατάξεων και να προσδώσει σ’ αυτές όποιο περιεχόμενο θέλει.
Άρα, δηλαδή, αν επιτευχθεί μια πλειοψηφία των 180 και όχι η απλή των 151 ψήφων, ανοίγει διάπλατα η ευχέρεια στην οποιαδήποτε κυβέρνηση να κόψει και να ράψει το Σύνταγμα κατά το δοκούν. Αυτό, όμως, δεν είναι ο στόχος του συντακτικού νομοθέτη. Γι’ αυτό ακριβώς θέλει αυξημένες πλειοψηφίες. Γι’ αυτό ακριβώς ορίζει μία ψηφοφορία τώρα και μία μετά από έναν μήνα, για να μπούμε στην Αναθεωρητική Βουλή με τις αναθεωρητέες διατάξεις, όπου θα απαιτούνται οι αυξημένες πλειοψηφίες.
Μ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, επιβεβαιώνουμε την αρχική μας πρόθεση ακριβώς γιατί θέλουμε να τηρήσουμε το πνεύμα του Συντάγματος, ακριβώς γιατί είναι αναγκαίο σ’ ένα τέτοιο Σύνταγμα να υπάρξουν οι αναγκαίες συναινέσεις και ακριβώς γιατί η Νέα Δημοκρατία δείχνει ότι ούτε τον συνταγματικό νομοθέτη αντιλαμβάνεται ούτε και τη θέση της ως πλειοψηφούσα δύναμη για να πετύχει αυτές τις συναινέσεις.
Όταν έχουμε κομβικά ζητήματα κεφαλαιώδους σημασίας, όπως είναι η συνταγματοποίηση της λιτότητας, τι μας ζητάει η Κυβέρνηση; Να βάλουμε τα χεράκια μας και να βγάλουμε τα ματάκια μας; Όταν έρχεται και αλλάζει το άρθρο 16 που έχει έναν εμβληματικό, συμβολικό και καθόλα αποδεκτό από την πλευρά της Αντιπολίτευσης χαρακτήρα για τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης, τι μας ζητάει η Κυβέρνηση;
Από την άλλη μεριά, όταν βασικά κοινωνικά αγαθά δεν αποκτούν κατοχύρωση συνταγματικής περιωπής, εμείς δικαιολογημένα δεν βλέπουμε με καχυποψία αυτήν την κυβερνητική πρωτοβουλία;
Εμείς ως ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχουμε καταθέσει την άποψή μας, τις θέσεις μας, μολονότι δεν είχαμε τους 50 Βουλευτές για να καταστήσουμε την πρότασή μας συζητητέα. Είναι, όμως, οι αφετηριακές μας αξίες, οι οποίες φωτίζουν αυτήν την παρέμβαση και έτσι θα πορευτούμε.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΚΙΟΚΑΣ (ΚΚΕ): Αν κάτι επιβεβαίωσε η τριήμερη συζήτηση στη Βουλή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση ήταν η εκτίμηση του ΚΚΕ ότι αυτή η Αναθεώρηση προωθεί πολύ σοβαρές, αντιδραστικές και επικίνδυνες αλλαγές σε βάρος των εργατικών λαϊκών δικαιωμάτων. Αυτός ήταν, άλλωστε, και ο βασικός λόγος που η κυβερνητική Πλειοψηφία επιδίωξε να διεξαχθεί μέσα στο καλοκαίρι, σε μια fast track διαδικασία μόλις ενός μήνα, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο οι εργαζόμενοι, ο λαός και η νεολαία θα μείνουν στο σκοτάδι. Σε ό,τι αφορά το ΚΚΕ, κάναμε ό,τι περνάει από το χέρι μας και στη συζήτηση στην Ολομέλεια και στην Επιτροπή και πάνω απ’ όλα με τη συζήτηση έξω από τη Βουλή, προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική ενημέρωση για το πραγματικό περιεχόμενο αυτών των αλλαγών.
Βεβαίως, τη συσκότιση αυτή δεν την επιδίωξε μόνο η Κυβέρνηση. Την υπηρέτησαν από τη δική τους σκοπιά και με τον δικό τους τρόπο και τα άλλα κόμματα της Αντιπολίτευσης, είτε με την αφωνία τους είτε ακόμη και με την ουσιαστική του συμφωνία σε ορισμένα άρθρα της Αναθεώρησης, όπως για παράδειγμα το άρθρο 16, και πάνω απ’ όλα με μία ανούσια κριτική προς την Κυβέρνηση που υποβάθμιζε την πραγματική ουσία των προτάσεών της, όπως για παράδειγμα ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι ένας κυβερνητικός επικοινωνιακός αντιπερισπασμός, ένα προεκλογικό πυροτέχνημα ή ότι οι συναινέσεις θα πρέπει να υπάρξουν στην επόμενη Βουλή και όχι στη σημερινή, θεωρώντας όμως σε κάθε περίπτωση δεδομένη την αναγκαιότητα αυτών των συναινέσεων.
Εμείς ξεκαθαρίσαμε ότι δεν θα δώσουμε καμία συναίνεση σε αυτές τις προτάσεις και σε καμία φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Και αυτό γιατί πρόκειται για προτάσεις που επιδιώκουν να θωρακίσουν την κυρίαρχη πολιτική, την αντιλαϊκή πολιτική σταθερότητα, να αναχαιτίσουν το ρεύμα αμφισβήτησης που υπάρχει και πρέπει ακόμη περισσότερο να δυναμώσει μέσα στον λαό απέναντι στο αστικό πολιτικό σύστημα, στο κράτος το σημερινό, στο σύστημα συνολικότερα.
Ξέρετε πάρα πολύ καλά, άλλωστε, ότι οι εξελίξεις που υπάρχουν με την ένταση των ανταγωνισμών και των πολεμικών συγκρούσεων, με την ενεργό εμπλοκή της χώρας μας σε αυτούς, όπως έδειξε και η προχθεσινή εμπλοκή της πυροβολαρχίας στη Σαουδική Αραβία, με τη στροφή στην πολεμική οικονομία και προετοιμασία και με τον κίνδυνο μιας νέας οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης, θα μεγαλώσουν τα αδιέξοδα, θα οξύνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, θα δημιουργήσουν ακόμη και συνθήκες κλονισμού της εξουσίας σας και γι’ αυτόν τον λόγο σπεύδετε να πάρετε τα μέτρα σας. Κάποιες ομιλίες Βουλευτών ή Υπουργών της Νέας Δημοκρατίας αυτό ομολογούσαν, έστω κι αν προσπαθούσαν να το καλύψουν κάτω από το πέπλο είτε της μάχης κατά του λαϊκισμού, είτε της αντιμετώπισης των νέων σύγχρονων προκλήσεων κ.ο.κ..
Αυτό κάνετε, για παράδειγμα, με τον δημοσιονομικό κόφτη για να συνταγματοποιήσετε τα ματωμένα πλεονάσματα και την ίδια ώρα έρχεστε να θεσπίσετε στο Σύνταγμα νέα φορολογικά προνόμια υπέρ του κεφαλαίου, αφού δίπλα σε αυτά που υπάρχουν, όπως το άρθρο 107 για τη συνταγματικά κατοχυρωμένη φορολογική ασυλία των εφοπλιστών, που κανένα άλλο κόμμα πλην του ΚΚΕ δεν τολμά να θίξει, έρχεστε να προσθέσετε ένα ακόμη που αφορά τη φορολογική ασυλία των στρατηγικών επενδυτών. Αυτό κάνετε με την κατάργηση του διάχυτου συνταγματικού ελέγχου ή με τον προληπτικό έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των νόμων, προκειμένου να υπάρχει μια συμπαγής νομολογία απαρέγκλιτης εφαρμογής της κυρίαρχης πολιτικής.
Μάλιστα, ο κ. Χατζηδάκη σήμερα την ονόμασε ασφάλεια δικαίου και όχι τυχαία. Είναι ακριβώς η ίδια φράση, ασφάλεια δικαίου, που χρησιμοποίησε και το κόμμα Τσίπρα για να δηλώσει ότι δεν θα καταργήσει τον αντισυνταγματικό νόμο Πιερρακάκη για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αυτό κάνετε, επίσης, με την πρότασή σας για την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων με όχημα την ψευδεπίγραφη αξιοκρατία και αποδοτικότητα, αλλά με πραγματικό στόχο τη διαμόρφωση εντελώς πειθαρχημένων εργαζόμενων στην κυρίαρχη πολιτική.
Αυτό κάνετε με τις αλλαγές στο άρθρο 29, που στο όνομα δήθεν της δημοκρατικής λειτουργίας των κομμάτων, όπως εσείς θα την ορίζετε και θα την εννοείτε. Και μάλιστα με τυπικό νόμο, θα τίθενται περιορισμοί στη δράση τους ακόμη και στην εκλογική τους συμμετοχή.
Μάλιστα, πριν λίγο ο κ. Λιβάνιος είπε ότι την αναθεώρηση στο άρθρο 29 την κάνετε για να αποτρέψετε, λέει, φαινόμενα τύπου Χρυσής Αυγής, όπου εγκληματικές οργανώσεις -όχι σκέτο εγκληματικές, ναζιστικές εγκληματικές οργανώσεις, αυτή ήταν η απόφαση του δικαστηρίου- δεν θα λειτουργούν με προκάλυμμα κόμματος. Μα, γι’ αυτό το ζήτημα νομοθετήσατε ήδη δύο φορές. Για ποιον λόγο χρειάζεται αντίστοιχη παρέμβαση και στο Σύνταγμα και μάλιστα το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να κρίνει ποινικά ζητήματα;
Γιατί, κύριε Στυλιανίδη, το ζήτημα της εγκληματικής οργάνωσης είναι ποινικό ζήτημα. Πώς θα κρίνει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο τέτοια θέματα; Γιατί πολύ απλά λέμε εμείς αυτή είναι η απάντηση: Θέλετε να φτιάξετε ένα συνταγματικό πλαίσιο που στο όνομα της θεωρίας των άκρων και της ποινικοποίησης του ριζοσπαστισμού θα βάζετε εμπόδια στην πολιτική δράση κομμάτων και όχι φασιστικών κομμάτων που είναι γέννημα θρέμμα αυτού του συστήματος, αλλά κομμάτων, πολιτικών δυνάμεων που αμφισβητούν το σημερινό σύστημα.
Επίσης, αυτό κάνετε και μέσω της προσπάθειάς σας να αναστηλώσετε το περιβόητο χαμένο κύρος των θεσμών. Και ενώ αναγκαστήκατε κάτω από τη λαϊκή κατακραυγή να θίξετε και το άρθρο 86 και τον διορισμό της ηγεσίας των δικαστηρίων, δεν το κάνατε στη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2019 παρά τις αυτονόητες τότε προτάσεις του ΚΚΕ. Τώρα που το κάνετε διατηρείτε τον πυρήνα συγκεκριμένων διατάξεων.
Από τη δική μας τη μεριά, εμείς δεν φιλοδοξούμε να αποκαταστήσουμε το χαμένο κύρος προς τους θεσμούς ενός σάπιου και άδικου κράτους. Καλούμε τον λαό να αξιοποιήσει αυτήν τη δυνατότητα που έχει να αλλάξει...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΗΤΑΣ (Ελληνική Λύση): Η συζήτηση για την Αναθεώρηση του Συντάγματος ξεσκέπασε πλήρως τις πραγματικές προθέσεις αυτής της παράταξης. Αντί για ένα Σύνταγμα που θα θωρακίζει πραγματικά τη δημοκρατία, θα εγγυάται τη διαφάνεια και θα προστατεύει τον πολίτη, εσείς επιχειρείτε να επιβάλετε ένα σύνταγμα ασπίδα για τα δικά σας λάθη. Εμείς ως φωνή της κοινωνίας που στενάζει δεν θα γίνουμε, λοιπόν, συνένοχοι σε αυτήν τη θεσμική οπισθοδρόμηση.
Έρχομαι αμέσως σε κάποια άρθρα, για να θυμίσω στον κόσμο, να θυμίσουμε το τι ακριβώς φέρατε να ψηφίσουμε.
Το άρθρο 24, εκεί όπου η Κυβέρνηση επιτίθεται σε ένα πρωτοφανές ρεσιτάλ «πράσινης» υποκρισίας. Μας μιλάει για κλιματική αλλαγή, για διαχείριση υδάτινων πόρων, για ΑΠΕ κ.λπ. Ας ξεσκεπάσουμε, λοιπόν, την ατζέντα σας. Η Κυβέρνηση δεν θέλει να προστατεύσει το νερό. Σε μία άλλη Αίθουσα συζητείται ουσιαστικά η ιδιωτικοποίηση του νερού. Φέρνετε νόμο που μαζεύει τις μεγάλες δημόσιες εταιρείες ύδρευσης Αθήνας και Θεσσαλονίκης, τα νερά όλων των γύρω περιοχών. Φτιάχνετε υπερσυγκεντρωτικά σχήματα και ετοιμάζετε μια μελλοντική παράδοση του κοινωνικού αγαθού, του νερού, σε ιδιωτικά συμφέροντα. Και τι άλλο κάνετε; Με το πρόσχημα των ΑΠΕ ετοιμάζεστε να παραδώσετε τα δάση και τα βουνά στους μεγαλοεργολάβους της ενέργειας. Θέλετε να τα ξεπουλήσετε όλα. Για την Κυβέρνηση η κλιματική κρίση δεν είναι απειλή. Είναι η τέλεια ευκαιρία για μπίζνες. Για εμάς το νερό είναι δημόσιο αγαθό και δεν πουλιέται. Γι’ εμάς απαγορεύεται η εγκατάσταση ΑΠΕ σε δάση, σε καμένα δάση, σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, σε βιότοπους και σε περιοχές Natura.
Άρθρο 29, και ενδύεται τώρα εδώ τον μανδύα του τιμητή της δημοκρατίας. Ακούστε. Μας προτείνει με περίσσιο θράσος να τεθεί νόμος για τη λειτουργία των κομμάτων. Δηλαδή θέλει η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία να μπορεί μέσω των νόμων της να ελέγχει την εσωτερική ζωή των πολιτικών της αντιπάλων. Μια παράταξη, ποια παράταξη; Μια παράταξη που έχει καταφέρει το οικονομικό θαύμα να χρωστάει μισό δισεκατομμύριο ευρώ. Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας που χρεοκόπησε το ίδιο, ζητάει τώρα τα κλειδιά της λειτουργίας των άλλων κομμάτων. Δεν πρόκειται να σας τα δώσουμε.
Η δική μας πρόταση για το άρθρο 29 είναι ξεκάθαρη. Πρώτον, οικονομική κάθαρση και διαφάνεια. Απαγορεύεται ρητά η συμμετοχή στις εκλογές οποιουδήποτε κόμματος έχει παντός είδους χρέη. Όποιος δεν μπορεί να διοικήσει το σπίτι του, δεν μπορεί να διοικήσει τη χώρα. Τόσο ξεκάθαρα και τόσο απλά. Δεύτερον, απόλυτη προστασία των εθνικών συμφερόντων. Καμία ανοχή σε μορφώματα που εκφράζουν απόψεις που θίγουν την ιστορία, την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας ή επιχειρούν να ανακινήσουν ανύπαρκτα μειονοτικά ζητήματα.
Άρθρο 44, εκεί που η Κυβέρνηση ξεπερνάει κάθε όριο πολιτικής υποκρισίας. Μας φέρνει δήθεν κανόνες καλής διενέργειας των δημοψηφισμάτων. Ποια δημοψηφίσματα άραγε; Ας μην κοροϊδευόμαστε μέσα σε αυτήν την Αίθουσα.
Εμείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πιστεύουμε στην αδιαμεσολάβητη γνήσια δημοκρατία. Δεν φοβόμαστε την κρίση των πολιτών. Για τον λόγο αυτό η δική μας πρόταση για το άρθρο 44 εισάγει μια πραγματική θεσμική επανάσταση, επιστρέφοντας τη δύναμη εκεί που ανήκει, στην κοινωνία. Προτείνουμε διεξαγωγή δεσμευτικών δημοψηφισμάτων επί παντός θέματος, όταν το ζητήσουν εκατό χιλιάδες Έλληνες. Για την Κυβέρνηση ο λαός είναι ώριμος μόνο μία μέρα κάθε τέσσερα χρόνια, για να της δώσει την εξουσία, τότε μόνο, στις εκλογές. Για εμάς ο λαός είναι ώριμος κάθε μέρα για να αποφασίζει για το μέλλον του. Ιδού η διαφορά μας. Εσείς θέλετε τον πολίτη θεατή και χειροκροτητή. Εμείς θέλουμε τον πολίτη συνδιαμορφωτή και κυρίαρχο.
Πάμε στο άρθρο 51, εκεί όπου η Κυβέρνηση επιχειρεί να αλλοιώσει τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής διαδικασίας. Μας προτείνει την καθιέρωση της επιστολική ψήφου και για τους εκλογείς εντός της επικράτειας. Ας μιλήσουμε καθαρά για το τι πάτε να κάνετε. Θέλετε να αντικαταστήσετε το ιερό παραβάν της δημοκρατίας με το τραπέζι της κουζίνας ή το γραφείο του εργοδότη. Η Κυβέρνηση θέλει να καταργήσει το παραβάν για να ελέγξει την ψήφο. Εμείς θέλουμε το παραβάν για να προστατεύσουμε τον πολίτη. Δεν θα επιτρέψουμε να γίνει η δημοκρατία μας υπηρεσία ντελίβερι. Η ψήφος δεν είναι δέμα για να παραδίδεται με κούριερ. Είναι η κυρίαρχη βούληση του ελληνικού λαού.
Πάμε τώρα στο άρθρο 86. Απλό ερώτημα. Το καταργείτε; Όχι. Τι το κάνετε; Το καμουφλάρετε λίγο, το πειράζετε. Άρθρο 86, η προστασία του υπουργού είναι αυτό. Αποτελεί τη μεγαλύτερη θεσμική πληγή της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας, το άρθρο που στα μάτια του ελληνικού λαού είναι συνώνυμο της συγκάλυψης. Ας μην κρυβόμαστε, λοιπόν, πίσω από το δάχτυλό μας. Η Κυβέρνηση δεν θέλει να καταργήσει το προνόμιο, θέλει απλώς να αλλάξει τη βιτρίνα του.
Εμείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είμαστε ξεκάθαροι. Πλήρης κατάργηση του άρθρου 86. Οι υπουργοί και οι υφυπουργοί πρέπει να δικάζονται από την τακτική δικαιοσύνη. Τέρμα πια στις δύο ταχύτητες πολιτών. Στη δημοκρατία μας δεν υπάρχουν πατρίκιοι και πληβείοι.
Το άρθρο 100 το έχουμε κουβεντιάσει πολλές φορές εδώ μέσα, Συνταγματικό Δικαστήριο, εκεί που η Κυβέρνηση επιχειρεί μια δήθεν μεταρρύθμιση. Μας προτείνει έναν ελεγμένο προληπτικό έλεγχο που στην πραγματικότητα θέλει να εγκλωβίσει στη δικαιοσύνη στις σκοπιμότητες της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Θέλει ένα δικαστήριο «πλυντήριο».
Εμείς δεν φοβόμαστε τις μεγάλες τομές. Η δική μας πρόταση αλλάζει τον χάρτη της δικαιοσύνης, ένα πραγματικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Δεν μπορεί η παρανομία της Κυβέρνησης να παράγει δίκαιο.
Αυτές είναι οι πολύ μεγάλες διαφορές που έχουμε. Αυτές είναι οι δικές μας προτάσεις, οι οποίες είναι σε πλήρη σύγκρουση με τις δικές σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου