Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Μέτρα για μείωση των τιμών σε βασικά είδη


Μέτρα για το... ξεφούσκωμα των τιμών των τροφίμων και άλλων βασικών καταναλωτικών αγαθών ετοιμάζεται να πάρει η κυβέρνηση.
Σχετική πρωτοβουλία έχει αναλάβει ο υπουργός Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού Γιώργος Σταθάκης, αναθέτοντας στον γενικό γραμματέα Εμπορίου Αντώνη Παπαδεράκη την προετοιμασία νομοθετικής ρύθμισης που θα καθιστά υποχρεωτική την αναγραφή στα τιμολόγια των
εκπτώσεων που κάνουν οι προμηθευτές στους λιανεμπόρους κατά την πώληση των προϊόντων τους.

Σχετική εξαγγελία έκανε προχθές το βράδυ και ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, απαριθμώντας σειρά παρεμβάσεων που θα λάβει η κυβέρνηση για την ενίσχυση του ανταγωνισμού και το άνοιγμα των αγορών.
Μία από αυτές είναι και το ακανθώδες ζήτημα των «καθαρών» τιμών.
Αφορά ουσιαστικά τις συναλλαγές ανάμεσα στους προμηθευτές και τις αλυσίδες λιανικού εμπορίου και για την ακρίβεια τις παροχές που δίνουν οι πρώτοι στους δεύτερους μετά τη χονδρική πώληση των προϊόντων.

 Οι παροχές

Το πλαίσιο αυτής της συνεργασίας δεν είναι τόσο διαφανές, λένε πληροφορίες, καθώς οι τιμές χονδρικής είναι φουσκωμένες... ώστε να δίνονται οι παροχές στο λιανικό εμπόριο. Οι παροχές είναι οι εκπτώσεις, τα πιστωτικά σημειώματα, οι επιπλέον δωρεάν παλέτες με προϊόντα κ.λπ. Είναι ουσιαστικά «δώρα» που κάνουν οι επιχειρήσεις παραγωγής ή οι πολυεθνικές στα καταστήματα για μία καλύτερη θέση των προϊόντων τους στο «ράφι». Αυτά τα «δώρα» όμως δεν φαίνονται πουθενά, δεν περνούν στα τιμολόγια.
Εχει διαπιστωθεί από έρευνες που έχει κάνει στο παρελθόν το πρώην υπουργείο Ανάπτυξης ότι οι παροχές δεν περνάνε αυτούσιες στην κατανάλωση.

 Μπορεί για παράδειγμα μια βιομηχανία να κάνει έκπτωση μετά την πώληση χονδρικής του προϊόντος στο σούπερ μάρκετ, ωστόσο το ποσοστό αυτό να μην περνά ολόκληρο στη λιανική.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ίδιες οι έρευνες δείχνουν πως οι εκπτώσεις και οι παροχές «φουσκώνουν» κατά 25% με 30% τις τελικές τιμές πώλησης.

Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο χορηγούνται οι εκπτώσεις από τη βιομηχανία στο λιανεμπόριο κρατά από τη δεκαετία του '90. Ηταν τότε η εποχή που έκαναν την είσοδό τους στην ελληνική αγορά οι μεγάλες πολυεθνικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Αυτές, για να κερδίσουν μερίδια στην αγορά και για να εκτοπίσουν τις μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις, με δέλεαρ την καλύτερη προβολή στα ράφια τους και τη δυνατότητα επίτευξης υψηλότερων τζίρων, πίεζαν τους προμηθευτές για εκπτώσεις επί των τιμών χονδρικής.
Οι τελευταίοι, πράγματι, για να αποσπάσουν κι εκείνοι μερίδια έκαναν εκπτώσεις, έδιναν παροχές στα ξένα σούπερ μάρκετ. Με τα χρόνια να περνούν, την ίδια απαίτηση είχαν και οι μεγάλες ελληνικές αλυσίδες.

Υπερτιμολογήσεις

Ωστόσο, επειδή κάθε χρόνο οι λιανέμποροι ζητούσαν όλο και περισσότερες παροχές, οι βιομηχανίες υπερτιμολογούσαν τα προϊόντα τους προκειμένου να έχουν όσο το δυνατόν λιγότερη χασούρα...

Εκτός όμως από αυτό το «φούσκωμα» είχε καταγραφεί και το φαινόμενο μία προμηθευτική επιχείρηση να διαμορφώνει ενιαία τιμή χονδρικής για όλους τους πελάτες λιανεμπόρους της.
Ετσι, ενώ βιομηχανίες και σούπερ μάρκετ θα έπρεπε να παζαρεύουν για χαμηλότερες τιμές, διαπραγματεύονταν -κάτι το οποίο πράττουν και σήμερα- για υψηλότερες εκπτώσεις.
Μάλιστα πολλές φορές είχε σημειωθεί και το τραγελαφικό η τιμή χονδρικής να είναι υψηλότερη κι από τη λιανική.

Η άλλη αρνητική επίπτωση που προκαλεί αυτή η στρεβλή κατάσταση στην αγορά είναι οι μικρότεροι επιχειρηματίες λιανικής να μην μπορούν να σταθούν στον ανταγωνισμό, καθώς οι μεγάλοι δεν κάνουν σε αυτούς το «χατίρι» της διάθεσης μεγαλύτερων και περισσότερων παροχών και εκπτώσεων.
Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές, το υπουργείο Οικονομίας, η Ελληνική Στατιστική Αρχή δεν μπορούν να βρουν με ευκολία το πραγματικό κόστος ενός προϊόντος, αλλά και ούτε να μετρήσουν τις μειώσεις των τιμών, ιδίως αυτών της χονδρικής.

Τι καταγράφουν δύο έρευνες

Πτώση πληθωρισμού... άνοδος τροφίμων

Πτώση καταγράφει ο πληθωρισμός, ανοδική όμως τροχιά ακολουθούν οι τιμές των τροφίμων και άλλων βασικών αγαθών των νοικοκυριών.
 Την παράδοξη αυτή πορεία καταγράφουν δύο έρευνες. 

 Η πρώτη είναι της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, που δείχνει τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή να είναι τον Απρίλιο σε σχέση με τον αντίστοιχο περσινό μήνα μειωμένος κατά 2,1% και τον δείκτη «διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» να κινείται με αύξηση 0,9%.
Η δεύτερη έρευνα αφορά τις τιμοληψίες του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών.
Το ΙΕΛΚΑ μετρά ανά τακτά διαστήματα τις τιμές 20 κατηγοριών προϊόντων που ψωνίζουν οι οικογένειες από τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων. Η τελευταία καταγραφή του Απριλίου σε σχέση με εκείνη του περασμένου Νοεμβρίου έδειξε αύξηση 20% στο κόστος αγοράς των συγκεκριμένων ειδών.
Τον προηγούμενο μήνα το συνολικό ποσό που έπρεπε να πληρώσει μια οικογένεια για την προμήθεια των προϊόντων αυτών (γάλα, ψωμί του τοστ, κοτόπουλο, αναψυκτικά , αλεύρι, λάδι, απορρυπαντικά, οπωροκηπευτικά κ.λπ.) ήταν στα 51,54 ευρώ.
Πριν από πέντε μήνες υπολογιζόταν στα 42,90 ευρώ. αυξήσεις τιμών Αν απομονώσουμε ορισμένα προϊόντα, τότε οι αυξήσεις είναι πολύ μεγαλύτερες και μάλιστα σε διάστημα ενός πενταμήνου.

Για παράδειγμα, τα ξερά κρεμμύδια ανατιμήθηκαν κατά 69,57%, το ψωμί για τοστ 5,82%, τα μακαρόνια 3,07% κ.ο.κ. Ομως και η ΕΛΣΤΑΤ μετρά σε έναν χρόνο εντυπωσιακά μεγάλες αυξήσεις τιμών: Νωπά λαχανικά 15,2%, ελαιόλαδο 11,1%, αποξηραμένα φρούτα και ξηροί καρποί 9%, νωπό κατσίκι 6,3%, τυρί φέτα 2,6% κ.λπ.

Ετσι στην ελληνική αγορά της πενταετούς κρίσης παρατηρείται το ακόλουθο παράδοξο. 
Αν και η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, ο πληθωρισμός για 26ο μήνα ακολουθεί αρνητική τροχιά, οι μισθοί έχουν πέσει κατά 25%, η ανεργία κινείται στο 26%, η ζήτηση έχει υποχωρήσει δραματικά, εντούτοις οι τιμές σε τρόφιμα και άλλα είδη βιοτικής ανάγκης έχουν ανατιμηθεί.

Παράγοντες της αγοράς αποδίδουν τις αυξήσεις αυτές στην ολιγοπωλιακή δομή της, στην αυξημένη φορολογική επιβάρυνση (συντελεστές ΦΠΑ), στο αυξημένο κόστος παραγωγής αλλά και στο γεγονός πως η ελληνική οικονομία είναι εισαγωγική.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΛΩΝΑΣ

απο το 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου