Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Ιστορία των Μυκηνών -Ο θολωτός τάφος του Ατρέως


Ο πολιτισμός που άνθισε στην Ελλάδα κατά την περίοδο του χαλκού, τον ονομάζομε Μυκηναϊκό.
Κατά την περίοδο (1660 - 1400 π.Χ.), οι Μυκήνες είχαν αποκτήσει μεγάλη οικονομική ευχέρεια και έγιναν η πιο ισχυρή δύναμη στο Αιγαίο. Ριψοκίνδυνοι, τολμηροί, άριστοι θαλασσοπόροι, οι κάτοικοι των Μυκηνών έκαναν αποικίες στην

Κρήτη, Κυκλάδες, Κύπρο και Δωδεκάνησα, Σικελία και Βόρειο Ελλάδα. Τα προϊόντα τους αντικατέστησαν τα Μινωικά και μπορούσε να τα βρει κανείς στις αγορές της Αιγύπτου και Συρίας.

Ο Περσέας με την βοήθεια της Αθηνάς σκοτώνει την Μέδουσα, αττικό αγγείο 450 π.Χ., Νέα ΥόρκηΣύμφωνα με την παράδοση, η πόλη των Μυκηνών, η πιο αντιπροσωπευτική πόλη αυτού του πολιτισμού, ιδρύθηκε από τον Περσέα (1400 - 1350 π.Χ.), τον γιο του Δία και της Δανάης, κόρη του βασιλιά του Άργους, Ακρίσιου.  Οι Μυκήνες κτίσθηκαν από τους μυθικούς Κύκλωπες, οι οποίοι είχαν κτίσει επίσης και τα γιγάντια τείχη της κοντινής πόλεως Τύρινθος, την οποία κυβερνούσε ο αδελφός του Ακρίσιου, Προίτος.
Τον Περσέα διαδέχθηκε ο γιος του, Σθένελος, πατέρας του Ευρυσθέα, ο οποίος κατέλαβε το Άργος και σύμφωνα με τον μύθο, ανέθεσε στον Ηρακλή να εκτελέσει τους δώδεκα άθλους.
Μετά τον θάνατο του Ευρυσθέα, την πόλη κυβέρνησε ο Ατρέας της Ηλείας (1250 π.Χ.), αδελφός της γυναίκας του Ευρυσθέα και γιος του Πέλοπος και της Ιπποδάμειας.

Ο Αχιλλεύς και Πάτροκλος αποχαιρετούν την Θέτιδα, πριν να αναχωρήσουν για τον πόλεμο, ενώ ο Οδυσσέας, Μενέλαος και Μενεσθέας τους περιμένουν, κάνθαρος 550 π.Χ. Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί μύθοι γύρω από την τραγική τύχη της οικογένειας των Ατρειδών. Η διαμάχη μεταξύ του Ατρέα και του αδελφού του Θυέστη, για τον θρόνο των Μυκηνών και η παράνομη αγάπη του Θυέστη με την γυναίκα του αδελφού του, Αιρόπη, κατέληξε στον τραγικό δείπνο, στον οποίο ο Θυέστης έφαγε τους γιους του, που του πρόσφερε ο αδελφός του. Από αυτή την απαίσια πράξη του Ατρέα, η οικογένεια του ήταν καταραμένη. Η πόλη υπό την κηδεμονία του Ατρέα επέκτεινε τα σύνορα της και απέκτησε μεγάλο πλούτο.
Υπό την ηγεμονία του γιου του, Αγαμέμνονα (1200 π.Χ.), ο οποίος ηγήθηκε της φημισμένης εκστρατείας εναντίον της Τροίας, η πόλη έφθασε στο απόγειο της δυνάμεως της.

Ο Πρίαμος αναζητεί άσυλο στον ναό του Απόλλωνος, κατά την πτώση της Τροίας, ενώ ο Νεοπτόλεμος, γιος του Αχιλλέα, εκσφενδονίζει τον μικρό Αστυάναξ, αττικό κύπελλο από τον Βρυγό 480 π.Χ.



Δεν γνωρίζουμε τους λόγους για τον πόλεμο, εάν δεν δεχθούμε ως αξιόπιστη, την απαγωγή της Ελένης από τον Πάρι.
 Πολλές εξηγήσεις έχουν δοθεί, από τα δικαιώματα αλιείας μέχρι το εμπόριο υφαντουργίας. Δεν ξέρουμε επίσης την ακριβή ημερομηνία του πολέμου. Μερικοί αναφέρουν το 1270 π.Χ., αν και η Ελληνική παράδοση αναφέρει το 1184 π.Χ.

Ο Αίγισθος σκοτώνει τον Αγαμέμνονα, η Κλυταιμνήστρα αριστερά, αττικός κρατήρας 460 π.Χ.Όταν ο Αγαμέμνων, ο "βασιλιάς ανδρών", επέστρεψε νικητής από τον Τρωικό πόλεμο, δολοφονήθηκε από τον Αίγισθο, γιο του Θυέστη και εραστή της γυναίκας του, Κλυταιμνήστρας. Μετά από αυτό, ο γιος του Αγαμέμνονα, Ορέστης, πήρε εκδίκηση και τους σκότωσε και τους δύο.

 

Ογδόντα χρόνια μετά την πτώση της Τροίας και κατά την διάρκεια της βασιλείας του γιου του Ορέστη, Τισαμένη, η πόλη των Μυκηνών κατελήφθη και κατεστράφη από τους Δωριείς. Η πόλη με τα τείχη ανέπαφα, αν και έχασε την δύναμη της, συνέχισε να υπάρχει επί πολλούς αιώνες.
Η εξωτερική πόλη δεν εγκατελείφθη, καθώς οι πολλοί ανευρεθέντες τάφοι μαρτυρούν.

 Ένα αξιόλογο ανάγλυφο έχει ανεβρεθεί από ναό, ο οποίος κτίσθηκε στις αρχές του έκτου αιώνος.  Όταν ο Περσικός στρατός εισέβαλε στην Ελλάδα, οι Μυκήνες έστειλαν στρατό στις Θερμοπύλες και Πλαταιά.
 

Η πόλη καταστράφηκε άλλη μια φορά από το Άργος (468 π.Χ.), μετά από μακρά πολιορκία.
Στους Ελληνιστικούς χρόνους, οι Μυκήνες ανανεώθηκαν, τα τείχη ξαναχτίστηκαν και ένας ναός κτίσθηκε στην ακρόπολη, όπου σκοτώθηκε ο Αργείος τύραννος Αρίστιππος (235 π.Χ.).

απο το sikyon.com/mykinai/history_gr.html



Ο θολωτός τάφος του Ατρέως

Ο θολωτός τάφος του Ατρέως δέσποζε στη δυτική πλαγιά της ράχης της Παναγίτσας, στα νοτιοδυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και επάνω στον οδικό άξονα, που συνέδεε τις Μυκήνες με το Ηραίο του Άργους. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους και τελειότερους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους και τον πιο εντυπωσιακό από τους εννέα, που συνολικά έχουν βρεθεί στις Μυκήνες. Χρονολογείται μεταξύ του 1350 και του 1250 π.Χ. και θεωρείται ως ένα από τα ωριμότερα δείγματα του τύπου.
Είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκε για την ταφή κάποιου σημαντικού μέλους της βασιλικής οικογένειας των Μυκηνών.
Ήδη από την εποχή του περιηγητή Παυσανία (2ος αι. μ.Χ.) οι κάτοικοι της περιοχής γνώριζαν το μνημείο ως «θησαυρό», δηλαδή ως θησαυροφυλάκιο του ιδρυτή της μυθικής μυκηναϊκής ακρόπολης, του Ατρέως. Μέχρι σήμερα ο τάφος είναι γνωστός και ως «θησαυρός του Ατρέως» ή «τάφος του Αγαμέμνονα».

Η πρόσβαση στον τάφο γινόταν μέσω του δρόμου, που έχει μήκος 36 μ. και πλάτος 6 μ, είναι λαξευμένος στο βράχο και επενδυμένος με λείους επιμήκεις λίθους από αμυγδαλόπετρα, τοποθετημένους σε οριζόντιες στρώσεις, κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα.
Στο ανατολικό του άκρο εδράζεται σε άνδηρο και ορίζεται από τοίχο κτισμένο με πώρινους λίθους.
 Ο δρόμος οδηγεί στο στόμιο του τάφου, που έχει μήκος 5,40 μ. Ήταν φραγμένο με συσσωρευμένες μικρές πέτρες έως την ξύλινη, δίφυλλη και πιθανόν επενδυμένη με χαλκό θύρα, ύψους 5,40 μ. και πλάτους 2,40 μ.
Το υπέρθυρο της εισόδου αποτελούν δύο εξαιρετικά μεγάλοι λίθοι, από τους οποίους ο εσωτερικός έχει μήκος 8 μ., πλάτος 5 μ. και βάρος περίπου 120 τόνων.

Η πρόσοψη του τάφου, ύψους 10,50 μ. και πλάτους 6 μ., ήταν διακοσμημένη με ημικίονες σε δύο επίπεδα, κατασκευασμένους από πράσινο λίθο με ανάγλυφα στοιχεία.

Από αυτούς σήμερα σώζονται στην αρχική τους θέση μόνο οι τετράγωνες βάσεις εκατέρωθεν της εισόδου.
Αλλεπάλληλες ταινίες από πράσινο και ερυθρό λίθο, επίσης με ανάγλυφη διακόσμηση από σπείρες και ρόδακες, κάλυπταν το κουφιστικό τρίγωνο.

Τμήματα αυτής της διακόσμησης βρίσκονται σήμερα διάσπαρτα σε διάφορα μουσεία, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Αθηνών, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Μόναχο και στην Καρλσρούη.

 Ο κυκλικός θάλαμος του τάφου, διαμέτρου 14,60 μ. και ύψους 13,40 μ., καλύπτεται με κυψελοειδή θόλο και είναι κτισμένος με 33 αλλεπάλληλες σειρές από λείους επιμήκεις αμυγδαλόλιθους, τέλεια συναρμολογημένους ώστε ο καθένας να εξέχει ελάχιστα από τον κατώτερο. Ένας τελευταίος λίθος, το «κλειδί», φράζει την οπή στην κορυφή της θόλου εξασφαλίζοντας την ισορροπία και τη συνοχή της και είναι το μόνο στοιχείο όλης της κατασκευής που έχει αντικατασταθεί στη σύγχρονη εποχή. Το εσωτερικό της θόλου διακοσμούσαν χάλκινοι ρόδακες στους αρμούς των λίθων, από τους οποίους έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα καρφιά από την τρίτη σειρά και επάνω.
Στη βόρεια πλευρά της θόλου ανοίγεται μικρός, ορθογώνιος, πλευρικός θάλαμος, λαξευμένος στο βράχο (6,50 ? 6 μ. και 5 μ. ύψος), όπου έμπαινε κανείς από στενή είσοδο με ανασκουφιστικό τρίγωνο στο υπέρθυρο.
 Στο δάπεδό του ήταν λαξευμένοι δύο λάκκοι, ενώ δύο λίθινες βάσεις δείχνουν ότι και εδώ υπήρχαν κίονες. Πιθανόν από εδώ να προέρχονται οι «ελγίνειες πλάκες» του Βρετανικού Μουσείου, κατασκευασμένες από γύψο και διακοσμημένες με ανάγλυφους ταύρους.
 Παρόμοιο πλευρικό δωμάτιο υπάρχει μόνο σε δύο ακόμη βασιλικούς θολωτούς τάφους, σε αυτόν του Μινύου στον Ορχομενό και στο θολωτό τάφο Α΄ των Αρχανών. Η όλη κατασκευή επάνω από τη θόλο καλυπτόταν με τύμβο, που δημιουργήθηκε με τη συσσώρευση χωμάτων και στηριζόταν στη βάση του περιμετρικά με τοίχο κτισμένο στην πρόσοψη με ορθογώνιους πωρόλιθους.

Μετά τη μυκηναϊκή εποχή το μνημείο δεν χρησιμοποιήθηκε πλέον ως τάφος.
 Αγγεία αρχαϊκής εποχής, που βρέθηκαν έναντι του τοίχου που στήριζε τον τύμβο, αποτελούν πιθανόν ίχνη προγονολατρείας.

 Ο τάφος είχε ήδη λεηλατηθεί το 2ο αι. μ.Χ., όταν τον επισκέφθηκε ο Παυσανίας και ήταν εν μέρει καταχωμένος, όταν στους περασμένους αιώνες βοσκοί τον χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο, αφαιρώντας το «κλειδί», προκειμένου να έχει διέξοδο ο καπνός από τις φωτιές τους, που άφησε τα ίχνη του στις παρειές της θόλου. Από το 1998 βρίσκονται σε εξέλιξη οι εργασίες συντήρησης του μνημείου στο πλαίσιο του έργου «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», που ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και από το 1999 και εξής η Επιτροπή Μυκηνών, που συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Συντάκτης
Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος

απο το http://odysseus.culture.gr
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου