Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Κυριακὴ Σαμαρείτιδος (Πράξ. 11,19-30) -Tὸ εὐαγγέλιο (Ἰωάν. 4,6)-Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;


«Ἐγένετο …χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς» (Πράξ. 11,26)



Θαυμάζει, ἀγαπητοί μου, κανεὶς πολλὰ πρά­γματα. Πῶς π.χ. ἀπὸ ἕνα μικρὸ σπόρο βγαί­νει ἕνα λουλούδι ἢ ἕνα μεγάλο δέντρο. Ἀλλὰ πο­λὺ περισσότερο πρέπει νὰ θαυμάσουμε πῶς ἀπὸ τὸ λόγο, τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Κύριος καὶ οἱ ἀπόστολοι, λόγια ἁπλᾶ, φύτρωσε ἕνα οὐ­ράνιο δέντρο, ἡ πίστις μας, ἡ ἁγία μας θρησκεία.
Μιὰ εἰκόνα ζωντανὴ τῆς δυνάμεως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ταχείας ἐξαπλώσεως τοῦ εὐαγγελίου, μᾶς παρουσι­άζει σήμερα, Κυρια­κὴ τῆς Σαμαρείτιδος, ὁ ἀ­πόστολος. 
Τί μᾶς λέει; Πόσοι ἦταν οἱ
ἀπόστολοι; 12. Ἔμειναν 12; Ὄχι. Αὐτοὶ οἱ 12 ἔγιναν 70, οἱ 70 ἔγιναν 120, οἱ 120 ἔγιναν 3.000, οἱ 3.000 ἔγιναν 5.000, καὶ συνεχῶς αὐξάνονταν.
 Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν περιωρίστηκε στὰ ὅρια τῆς Παλαιστίνης· οἱ ἀπόστολοι ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ποὺ πίστευαν στὸ Χριστὸ ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ Ἰεροσό­λυμα καὶ διέδιδαν τὸ κήρυγμα στὶς γειτονικὲς χῶρες· ἄλ­λοι πῆγαν στὴν Κύπρο, ἄλλοι στὴ Φοινίκη, καὶ ἄλ­λοι ἔφτασαν στὴν Ἀντιόχεια ποὺ τότε ἦταν ἡ δεύτερη ἢ τρίτη πόλι τῆς οἰ­κουμένης (ὑπάρχει καὶ σή­μερα ἐκεῖ τὸ ὀρθό­δο­ξο πα­τριαρχεῖο Ἀν­τιοχείας). Ἐκεῖ κήρυξε πρῶτος ὁ Βαρ­νάβας· καὶ ταπεινὸς ὅ­πως ἦταν, ὅταν εἶδε ὅτι τὸ κήρυ­γμα ἔχει ἀ­νάγ­κη κι ἀ­πὸ ἄλλους ἐργάτες, πῆγε στὴν Ταρσό, βρῆ­κε τὸν ἀπόστολο Παῦλο, τὸν ἔ­φερε στὴν Ἀν­τιόχεια καὶ ἐν συνεχείᾳ κήρυτταν καὶ οἱ δύο μαζί. 
Ἕνα χρόνο ἐργάστηκαν. Καὶ ἐ­κεῖ συνέβη ἕνα σημαντικὸ γεγο­νός. Μέχρι τότε ὅ­σοι πίστευαν στὸ Χριστὸ λέγονταν «μαθηταὶ» – «μαθήτριαι» ἢ «οἱ τῆς ὁδοῦ» ἢ περιφρο­νητι­κὰ «Γαλιλαῖοι» – «Ναζωραῖ­­οι»· μὰ τώρα ποὺ οἱ πι­στοὶ αὐξήθηκαν, πῆραν γιὰ πρώτη φορὰ νέο ὄ­νομα, τιμητικὸ καὶ σχετικὸ μὲ «τὸ ὑ­πὲρ πᾶν ὄ­νο­­μα» (Φιλ. 2,9)· ὠνομάστηκαν «Χριστιανοί» (Πράξ. 11,26).

* * *


Θὰ ἤθελα, ἀγαπητοί μου, νὰ σταθοῦμε ἐδῶ καὶ νὰ ἐξετάσουμε τί σημαίνει Χριστιανός. Σκεφτήκαμε ποτὲ τί σημαίνει τὸ ὄνομά μας; Χριστιανὸς λέγεται αὐτὸς ποὺ ὄχι ἁπλῶς βα­πτίστηκε καὶ πῆρε ἕνα ὄνομα ἁγίου, ἀλλὰ ἐκεῖ­νος ποὺ βαδίζει ἕνα δρόμο «στενὸ καὶ τεθλιμμέ­νο» (βλ. Ματθ. 7,14), πάνω στὰ ἴχνη ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ αἷμα του. Καὶ ὅπως κάθε δρόμος ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἔτσι καὶ ὁ δρόμος αὐτὸς ἀρχίζει ἐδῶ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τέρμα του εἶ­νε τ᾽ ἀ­στέρια, ὁ οὐρανός. Χριστιανὸς λοιπὸν εἶ­νε ὅποιος βαδίζει τὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ μέχρι τέλους.  
Ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ εἶνε γνωστός· εἶνε ἡ ὁδὸς τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς ἀ­ληθείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἁγνότητος, τῆς φιλανθρωπί­ας καὶ ἐλεημοσύνης, ἡ ὁδὸς τῆς ἀ­γάπης. Γιατί, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ὅλες οἱ ἐν­τολὲς «κρέμανται» ἀπὸ τὶς δυὸ μεγάλες ἀγάπες· ἡ μία εἶ­νε φλόγα ποὺ φτάνει μέχρι τὸν οὐ­ρανό, καὶ ἡ ἄλλη ἁπλώνεται ὁριζοντίως ὣς τὰ πέρατα τῆς γῆς. Ἡ μία εἶνε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, «Ἀγαπή­σεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅ­λης τῆς καρδί­ας σου καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς σου» (Δευτ. 6,5), καὶ ἡ ἄλλη ἡ ἀγάπη τοῦ πλησίον, «Ἀ­γαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22,37-40). Τὸ ἄριστο ὑπόδειγμα τῆς ἀγάπης αὐτῆς εἶ­νε ὁ Χριστός, ὁ «ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας» μας (Ἑβρ. 2,10). Ἐπάνω στὸ σταυρὸ ὁ Πιλᾶτος κάρφωσε τὴν ἐπιγραφὴ Ἰησοῦς Ναζωραῖ­ος «ὁ βασι­λεὺς τῶν Ἰουδαίων» (Μᾶρκ. 15,26). 
Πιὸ ταιριαστὴ θὰ ἦταν μιὰ ἄλλη ἐπιγραφή, ποὺ νὰ φανερώνῃ πῶς πέρασε τὴ ζωή του στὴ γῆ καὶ νὰ διαλαλῇ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν κόσμο. Κατάλληλα λόγια γιὰ μιὰ τέτοια ἐπιγρα­φὴ βρίσκω ἐκεῖνα ποὺ ἔγραψε ὁ ἀπόστο­λος Πέτρος· ὅτι ὁ Χριστὸς «διῆλθεν εὐεργε­τῶν» (Πράξ. 10,38), πέρασε τὴ ζωή του σκορπώντας τὸ φῶς· δὲν ὑπῆρχε ὥρα τῆς ζωῆς του ποὺ ὁ Χριστὸς νὰ μὴ σκορπᾷ τὸ καλὸ στὸν κόσμο. «Διῆλ­θεν εὐεργετῶν», αὐτὴ εἶνε ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ ἔ­πρεπε νὰ μπῇ ἐπάνω στὸ σταυρό. «Διῆλθεν εὐεργετῶν».
 Ἄρρωστοι στὸ Χριστὸ βρῆκαν τὸ γιατρὸ καὶ τὸ φάρμακο, πεινα­σμένοι βρῆκαν ψωμί, διψα­σμένοι σωματικὰ καὶ πνευματικὰ ὅπως ἡ Σαμαρείτιδα ξεδίψασαν, πονεμένοι βρῆκαν τὴν παρηγο­ριά, παιδιὰ ἀπρο­στάτευτα βρῆκαν τὸν προστά­τη, ἁμαρτωλὲς γυ­ναῖκες βρῆκαν τὴν ἄφεσι, ἄ­σωτοι ἄντρες βρῆ­καν τὸν Πατέρα. 
Ὁ Χριστὸς πέρασε ἀπὸ τὴ γῆ αὐτὴ σκορπώντας συμ­πόνια, ἔλεος, ἀγάπη.  
Ὅπως λοιπὸν ἔζησε ὁ Χριστός, ἔτσι νὰ βαδίσουμε κ᾽ ἐμεῖς· στὸ δρόμο τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο, στὸ δρόμο τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Ὅποιος βαδίζει ἔτσι, αὐτὸς λέγεται Χριστιανός. Δὲν μᾶς δόθηκε τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστιανοῦ χωρὶς ὑποχρεώσεις. Στὸν κόσμο αὐτόν, ποὺ βασιλεύει σκοτάδι, κάθε Χριστιανὸς καὶ κάθε Χριστιανὴ πρέπει νά ᾽νε φῶς, ἕνας μικρὸς ἥλιος. 
Τὸ εἶπε ὁ Κύρι­­ος· «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» καὶ «Οὕ­τω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀν­θρώπων…» (Ματθ. 5,14-16). Στὴν κοινωνία αὐτή, ποὺ βασιλεύει ἡ διαφθορά, ὁ Χριστιανὸς νά ᾽νε τὸ ἁ­λάτι ποὺ ἐξυγιαίνει καὶ νοστιμίζει, νά ᾽νε τὸ προ­­ζύμι ποὺ ζυμώνει κι ἀνακουφίζει ὅλο τὸ κοινω­νικὸ φύραμα, κάθε ψυχή, κάθε οἰκογένεια. Γιὰ νὰ γίνουν αὐτά, ὁ Χριστι­α­νὸς πρέπει ν᾽ ἀ­γωνίζεται διαρκῶς, νὰ μὴν ἀφήνῃ ποτέ τὰ ὅπλα του, νά ᾽νε πάν­τα ἐν ἐγρηγόρσει, νά ᾽νε στρατι­­ώτης Χριστοῦ. Ν᾽ ἀγωνίζεται πρῶτα – πρῶτα ἐν­αντίον τοῦ σατανᾶ ποὺ ἐξαπατᾷ, ἐναντίον τοῦ δι­εφθαρμένου κόσμου ποὺ περιβάλλει καὶ ἐπηρεάζει, καὶ περισσότερο ἐναντίον τοῦ ἑαυ­τοῦ του, τοῦ διεφθαρμένου ἐγὼ καὶ τῶν πα­θῶν του, τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» (῾Ρωμ. 6,6. Ἐφ. 4,22. Κολ. 3,9).

* * *


Ὅτι αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἀποστολὴ τοῦ Χριστιανοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἐμεῖς εἴ­μαστε Χριστιανοί; ἀκολουθοῦμε τὰ ἴχνη τοῦ Χριστοῦ μας; 
Στὰ χαρτιὰ βέβαια εἴμαστε ὅλοι Χριστιανοί· κουρά­στηκαν τὰ χέρια τῶν ἀστυνόμων νὰ γράφουν στὶς ταυτότητες «Χρι­στιανὸς ὀρθόδοξος». 
Ἀλ­λὰ εἴμαστε πραγματι­κὰ Χριστιανοί; Ἀπὸ ποῦ θὰ φανῇ ὅτι εἴμαστε;
 Τὸ δέντρο φαίνεται ἀπὸ τοὺς καρπούς, καὶ ὁ Χριστιανὸς θὰ φανῇ ἀπὸ τὰ ἔργα του. 
Καὶ τὰ ἔργα μας τί ἀποδεικνύουν, ἀδελφοί μου; Ζοῦμε μὲ τὸ Εὐαγγέλιο; Μία ἀνατομία τῆς ὅλης ζωῆς μας (οἰκογένει­α, κοινωνία, σχολεῖο, στρατός, δικαστήρια, ἀ­γο­ρά, ἐμπόριο, καλύβες καὶ παλάτια) θὰ ἔδει­χνε ὅτι ὁ Χριστιανὸς σήμερα εἶνε σπάνιο πρᾶγμα.  
Σᾶς ἐρωτῶ· ἐκεῖνος ποὺ ἀ­γαπάει τὴν πο­λυτέλεια, ἄντρας ἢ γυναίκα, καὶ δὲν ἀρκεῖται στὸ ἁπλὸ ροῦχο ἢ ἔπιπλο ὅπως οἱ πρόγονοί μας, ἀλλὰ ξοδεύει τόσα χρήματα γιὰ περιττά, μπορεῖ νὰ ὀνομάζεται Χριστιανός; Χριστιανὸς καὶ πολυτέλεια εἶνε δύο πράγματα ἀσυμβίβα­στα. Εἴδαμε σήμερα τὸ Χριστό, ποὺ εἶνε ὁ «βα­σιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύρι­ος τῶν κυριευόντων» (Α΄ Τιμ. 6,15), νὰ κάθεται «οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ» (Ἰω. 4,6), νὰ κάθεται ἔτσι στὸ πηγάδι, χωρὶς καρέκλες καὶ πολυθρόνες, σὰν ἕ­νας ἁπλὸς ὁδοιπόρος, καὶ νὰ μιλᾷ μὲ μιὰ φτωχὴ γυναῖκα. Ὁ Χριστὸς ἔζησε ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, καὶ οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ζοῦν ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, ὄχι μὲ ἐπιδείξεις καὶ σπατάλες.  
Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρέσκεται νὰ πίνῃ νερά­κι ἀπὸ τὴν πηγή, ὅπως σήμερα ὁ Χριστὸς ποὺ εἶπε «Δός μοι πιεῖν» (ἔ.ἀ. 4,7), ἀλλὰ θέλει ποτὰ οἰ­νοπνευματώδη, καὶ τὴ νύχτα κυλιέται στοὺς δρόμους ἢ γυρίζει στὸ σπίτι καὶ τοὺς βασανίζει, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ ἀλκοὸλ καὶ τῆς μέ­θης, ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστιανισμό;  
Κι ὁ ἄλλος ἐκεῖνος, ποὺ ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ δὲν λέει ἀλήθεια, ἀλλὰ ψεύδεται, μπορεῖ νὰ ἔχῃ σχέσι μὲ τὸ Χριστό; Χριστιανὸς καὶ ψέμα δὲν συμβιβάζονται.  
Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρκεῖται στὰ λίγα, ἀλλὰ προσπαθεῖ μὲ χίλια χέρια ν᾽ ἁρπάξῃ τὸν κόπο τοῦ ἄλλου, νὰ πλουτίσῃ καὶ νὰ θησαυρίσῃ, αὐ­τὸς ποὺ ἀγαπάει τὴν πλεονεξία, τὴν ἀδικία, τὴν ἁρπαγή, ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὴ χριστι­ανο­σύνη;  
Μὰ κι ὁ ἄλλος ποὺ δὲν ἀγαπάει τὴ γυναῖκα ποὺ στεφανώθηκε ἀλλὰ ἀλλάζει γυναῖκες ὅπως ἄλλαζε τοὺς ἄντρες ἡ Σαμαρείτιδα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου (βλ. ἔ.ἀ. 4,18), ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστό; Χριστιανὸς καὶ μοιχεία ἢ πορνεία δὲν συμβιβάζονται.  
Μὰ κ᾽ ἐκεῖνος, ὁ χειρότερος ἀπ᾽ ὅλους, ποὺ μὲ τὴ μπουκιὰ στὸ στόμα βλαστημάει τὰ θεῖα καὶ ἅγια, ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστό; Χριστιανὸς καὶ βλαστήμια συμβιβάζονται; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν χριστιανοσύνη. Χριστια­νὸς θὰ πῇ διαμάντι, φῶς· ἁπλότης, δικαιοσύνη, φιλαλήθεια, ἁγνότης, ἐλεημοσύνη, ἀγάπη. Ἂν αὐτὰ δὲν τά ᾽χουμε, εἴμαστε δέντρα ἄ­καρπα καὶ «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκ­κόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3,10). Καὶ στὴν ἄκαρπη συκιὰ ὁ Χριστὸς εἶπε «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένοιτο εἰς τὸν αἰῶνα» (ἔ.ἀ. 21,19). Ἂς πάρουμε στὰ χέρια τὴ ζυγαριὰ τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ζυγιστοῦ­με. Κι ἂς προσπαθήσῃ καθέ­νας μας νὰ γίνῃ δένδρο καρποφόρο, μὲ καρποὺς τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ εὔχομαι, ὅλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, στὸ μάταιο αὐτὸ κό­σμο, νὰ βαδίσουμε «ἀξίως τῆς κλήσεώς» μας (Ἐφ. 4,1), ἀξίως τοῦ μεγάλου ὀνόματός μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς μιὰ μέρα νὰ γίνουμε τέκνα ἄ­ξια τοῦ οὐρανίου Βασιλέως καὶ νὰ ἑορτάζουμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Καισαριανῆς – Ἀθηνῶν τὴν 12-5-1963

                                                              Tὸ εὐαγγέλιο (Ἰωάν. 4,6)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο διηγεῖται ἕνα θαῦμα. Μὰ ἐ­μεῖς, θὰ πῆ­τε, δὲν ἀκούσαμε θαῦμα. Θαῦμα εἶνε ἕνας τυφλὸς νὰ δῇ τὸ φῶς, ἕνας κουφὸς νὰ ἀκούσῃ, ἕνας παράλυτος νὰ περπατήσῃ, ἕνας νεκρὸς ν᾽ ἀναστη­­θῇ. Τέτοιο πρᾶγμα δὲ λέει τὸ εὐαγγέ­λιο… Ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐπιμένω· διηγεῖται θαῦμα ἀνώτερο ἀ­πὸ τὰ θαύματα αὐτά. Ποιό εἶνε λοιπὸν τὸ θαῦμα;

* * *

Στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ στὴν πόλι Συχὰρ τῆς Σαμαρείας τῆς Παλαιστίνης ζοῦσε μιὰ γυναίκα. Ἡ ζωή της δὲν ἦταν καλή. Ζοῦσε ἄτακτα. Εἶχε χωρίσει μὲ τὸν πρῶτο ἄν­τρα της καὶ πῆρε δεύτερο, ἔπειτα χώρισε μὲ τὸ δεύτερο καὶ πῆρε τρίτο, χώρισε μὲ τὸν τρίτο καὶ πῆρε τέταρτο, χώρισε καὶ μὲ τὸν τέταρτο καὶ πῆρε πέμπτο· τέλος χώρισε καὶ μ᾽ αὐτὸν καὶ συζοῦ­σε μ᾽ ἕναν ἕκτο παρανόμως. Τί νὰ ποῦ­με;
Ἡ γενεά μας δὲ μπο­ρεῖ νὰ τὴν κατακρίνῃ· εἴ­μεθα κ᾽ ἐμεῖς σὲ μεγάλη διαφθορά. Παλαιότερα τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο. Τώρα; ἀπ᾽ τὰ διαζύγια ζοῦνε οἱ δικηγό­ροι κι ἀπ᾽ τὶς ἐκτρώσεις οἱ γιατροί. Ποῦ καταντήσαμε· ἔ­φτειαξαν νέους νόμους, ποὺ κάνουν τὸ διαζύγιο ἀκόμα πιὸ εὔ­κολο. Εἶχε πεῖ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· Θά ᾽ρθῃ μέρα ποὺ ὁ ἄντρας θ᾽ ἀλλάζῃ γυναῖκα ὅπως ἀλλάζει πουκάμισο, καὶ ἡ γυναί­κα θ᾽ ἀλλάζῃ ἄντρα ὅπως ἀλλάζει φουστά­νι. Ἐ­κεῖ φτάσαμε. Ἡ μοιχεία δὲν θεωρεῖται τίποτα. Σπάνιο πρᾶγμα τώρα γυναί­κα νὰ γνωρίσῃ ἕναν ἄντρα. Μία ἀπὸ τὶς νεοφώτι­στες γυναῖκες, ποὺ ἔχω βαπτίσει στὴ Φλώρινα, συναντήθηκε μὲ κάποια ξένη, ἀπὸ ἄλλο μέρος, κ᾽ ἐκείνη τῆς μιλοῦσε περιφρονη­τι­κά. 
―Ἐσεῖς εἶστε γύφτισσες, λέει.
 ―Ἄκουσε, τῆς ἀ­παντᾷ ἡ νεοφώτιστη· ἐμένα ποὺ μὲ βλέπεις ἕναν ἄντρα γνώρισα, ἐσὺ πόσους ἔχεις γνωρί­σει; 
Τότε ἡ ἄλλη κατέβασε τὸ κεφάλι… Ἔτσι ζοῦσε καὶ ἡ Σαμαρείτισσα. Ἀλλὰ εἶχε κ᾽ ἕνα καλό. 
Διότι δὲν ὑπάρχει ἅγιος χω­ρὶς κάποιο ἐλάττωμα, καὶ δὲν ὑπάρχει ἁμαρτω­λὸς ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ καὶ κάτι καλό.
 Καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ αὐτὴ εἶχε κάτι ποὺ ταιριάζει στὴ γυναῖ­κα· εἶχε ντροπή.
 Ἀπὸ ποῦ τὸ συμπεραίνουμε; 
Τὸ χωριὸ εἶχε ἕνα πηγάδι, ὅπου πήγαιναν πρωὶ – βράδυ ὅλες οἱ γυναῖκες κ᾽ ἔ­παιρναν νερό. 
Αὐ­τὴ λοι­πὸν δὲν πήγαινε μαζί τους· πήγαινε τὸ μεσημέρι ποὺ ἔκαιγε ὁ ἥλιος. «Ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕ­κτη», λέει τὸ εὐαγγέλιο (Ἰωάν. 4,6). 
Ντρεπόταν, καὶ πή­γαι­νε μόνη. Σήμερα τέτοια ντροπὴ δὲ βλέπεις· οἱ γυναῖκες εἶνε ξετσίπω­τες, περπατοῦν γυμνές, μὲ τὰ μέλη ἀ­κάλυπτα, σὰν κρέατα κρεμασμένα στὰ τσιγκέλια. Κι ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ γύμνια ἀρχίζει ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία. Ντροπὴ δὲν ὑπάρχει.  
Ἡ Σαμαρείτισσα ὅμως εἶχε τοῦτο τὸ καλό. Γι᾽ αὐτό, ἐνῷ τὴν περιφρο­νοῦσαν ὅλοι, ἕνας τὴν πρόσεξε· ὁ Χριστός. Βάδισε χιλιόμετρα πεζῇ καὶ ἦρθε στὸ χωριό της. Ἐπίτηδες ἦρθε, γι᾽ αὐτὴ τὴν ψυχή. Καὶ δὲν τὴν εἶπε πόρνη, ἐλε­εινή, τρισάθλια, ἀλλ᾽ ἄνοιξε συζήτησι μαζί της. Διψασμένος ὅπως ἦταν, τῆς λέει· ―Δός μου νὰ πιῶ. Αὐτὴ παραξενεύτηκε, διότι ἦταν Ἰουδαῖος, καὶ οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες εἶχαν μῖσος. ―Πῶς ἐσύ, τοῦ λέει, ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μέ­να, μιὰ Σαμα­ρείτισσα; Ὁ Χριστὸς ἀπαν­τᾷ· ―Ἂν ἤξερες ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό… Ὁ Χριστὸς φαινόταν ἄνθρωπος, μὲ ταπει­νὸ σχῆμα, ἀλλὰ ἦταν Θεός. Καὶ τί ζητοῦσε; Ἕνα ποτήρι νερό. Νερὸ ζήτησε καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ στὸ σταυρό· ἀφυδατωμένος ἀπὸ τὴν αἱμορραγία εἶπε «Διψῶ» (Ἰωάν. 19,28), καὶ ἀντὶ νερὸ τὸν πότισαν χολή. 
Ποιός διψᾷ; Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὰ σύννεφα, τὴ βροχή, τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς· αὐ­τὸς πού, τὸ δαχτυλάκι του νὰ κουνήσῃ, θὰ στερέψουν τὰ νερά. Καὶ θὰ γίνῃ αὐτὸ κάποτε. Σᾶς τὸ λέω· εἴμεθα ἀχάριστοι. Ἄλλοτε ὑπῆρχε εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό. 

Θυμήθηκα τὴν ἐπο­χὴ πρὶν 80 χρόνια, ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔπιναν ἕνα ποτήρι νερὸ κ᾽ ἔ­καναν τὸ σταυ­ρό τους. 
Τώρα; τὴ μπουκιὰ ἔ­χουν στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶνε. 
Ἀ­γνώμων ἄνθρωπε, θά ᾽ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ στερέψουν οἱ πηγές, καὶ τότε θὰ τρέ­χῃς σὰν τρελλὸς νὰ βρῇς νερὸ καὶ θὰ γλεί­φῃς τὰ βράχια μέσ᾽ στὶς σπηλιὲς γιὰ νὰ δροσιστῇς.
 Γι᾽ αὐτὸ τώρα, ὅταν τρῶς καὶ πί­νῃς στὸ σπίτι σου, λέγε «Δόξα σοι, ὁ Θεός». ―Δός μου νὰ πιῶ, λέει τώρα στὴ γυναῖκα· κι ἂν ἤξερες ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει, ἐ­σὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες νὰ σοῦ δώσῃ τὸ ἀθά­νατο νερό. Γιατὶ ἐγώ ἔχω τὸ ἀθάνατο νερό… 
―Τὸ ἀ­­θά­νατο νερό; Ποιό εἶν᾽ αὐτό; Δός μου το, Κύριε, νὰ μὴν ἔρχωμαι κάθε φορὰ ἐδῶ νὰ ἀν­τλῶ. Ὁ Χριστὸς τῆς λέει·
 ―Φώναξε τὸν ἄν­τρα σου.
 ―Δὲν ἔχω ἄντρα. 
 ―Καλὰ εἶπες· πέν­τε ἄν­τρες ἄλλαξες, κι οὔτε αὐτὸς ποὺ ἔχεις τώρα εἶνε νόμιμος. 
Ἡ γυναίκα σκέφτηκε· Προφήτης θὰ εἶνε· ποῦ ξέρει τὰ μυστικά μου;… Ὤ τὰ μυστικά μας! 
Δὲν τὰ ξέρει ὁ ἄντρας σου – τὸν κοροϊδεύεις, δὲν τὰ ξέρει ἡ γυναίκα σου, δὲν τὰ ξέρουν τὰ παιδιά σου, δὲν τὰ ξέρει καν­είς· τὰ ξέρει ὅμως ὁ Θεός, καὶ ἀλλοίμονό σου!… ―Βλέπω, Κύριε, λέει ἡ Σαμαρείτισσα, ὅτι εἶ­σαι προφήτης· λῦσε μου μιὰ ἀπορία γιὰ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ· ποῦ πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός, στὰ Ἰεροσόλυμα ποὺ λέτε σεῖς οἱ Ἰου­δαῖοι, ἢ στὸ ὄρος Γαριζὶν ὅπως ἔκαναν οἱ δικοί μας πρόγονοι; 
Ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ· 
―Οὔτε στὸ Γαριζίν, οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα· «πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσ­κυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύ­ματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,24).
 Βαρυσήμαντα λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα κήρυξε μιὰ ἀλήθεια αἰώνια. Γι᾽ αὐτὸ ἡ πίστι μας δὲ συγ­κρίνεται μὲ καμμιά θρησκεία τοῦ κόσμου. Κι ὅ­ταν στὴ συνέχεια ὁ Χριστὸς τῆς ἀπεκά­λυψε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Μεσσίας, τότε ἐκείνη ἀφήνει τὴ στάμνα της, τρέχει στὸ χωριὸ καὶ λέει σὲ ὅ­λους· Ἐλᾶτε νὰ δῆτε κάποιον ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός; 
Καὶ ἦρθαν ὅλοι, τὸν ἄκουσαν, καὶ πίστε­ψαν. Καὶ εἶπαν στὴ γυναῖκα· 
―Δὲν πιστεύουμε πλέ­ον ἐπειδὴ τὰ εἶπες ἐσύ· πιστεύουμε, γιατὶ μόνοι μας γνωρίσαμε ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός. Ἡ Σαμαρείτιδα πίστεψε ἡ ἴδια, πίστεψαν τὰ παιδιά της καὶ πολλοὶ συγγενεῖς της. Ἄλλαξε ὄνομα, ὠνομάστηκε Φωτεινή. Ἔγινε ἱεραπόστολος. 
 Ἔφυγε ἀπ᾽ τὸ χωριό της, περιώδευσε πόλεις καὶ χωριά, κήρυξε Χριστὸν ἐσταυρωμέ­νον καὶ ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν. 
Ἔφτασε καὶ στὴν ἀλησμόνητο Σμύρνη κ᾽ ἐκεῖ μαρτύρησε. 
Ἐκεῖ οἱ Μικρασιᾶται πρόγονοί μας, μέσα σὲ 40 μέρες τῆς ἔχτισαν μεγάλο ναό, καὶ ἐκεῖ σὰν σήμερα τὴν ἑώρταζαν οἱ Σμυρνιοί, ἕως ὅτου ἦρ­θε ἡ καταστροφὴ τοῦ 1922. Στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς λειτούργησε γιὰ τελευταία φορὰ ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης καὶ εἶπε· Ἕλληνες, μὴ χάνετε τὸ θάρρος σας· θὰ ξημερώσουν καλύτερες ἡμέρες γιὰ τὸ ἔθνος μας! 
Ὕστερα τὸν ἅρπαξε τὸ ἄλογο πλῆθος καὶ τὸν ἔκανε κομμάτια καὶ τὸ αἷμα του ῥάν­τισε τὰ καλντερί­μια. Μετὰ ἀπὸ χρόνια τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ αὐ­τοῦ μεταφέρθηκε στὴν Ἑλλάδα καὶ τοποθετή­θηκε σὲ καινούργιο ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτει­νῆς στὴ Νέα Σμύρνη Ἀθηνῶν, ποὺ ἔχτισαν οἱ πρόσφυγες, καὶ ἐκεῖ τὴν ἑορτάζουν. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἱστορία τῆς Σαμαρείτιδος, ποὺ ἦταν σκοτεινὴ καὶ ἔγινε ἁγία Φωτεινή.

* * *

Πολλοί, ἀγαπητοί μου, ἐμφανίστηκαν καὶ εἶ­­παν· Ἐμεῖς θ᾽ ἀλλάξουμε τὴν κοινωνία… Δὲν εἶνε εὔκολη ἡ ἀλλαγή. Ἡ κακία εἶνε ἄβυσ­σος. 
Παρ᾽ ὅλη τὴ μόρφωσι καὶ τὰ «φῶτα», ὁ ἄν­θρω­­πος παραμένει μέσα του ἕνας ἄγριος, ἕ­να θηρίο. Ποιός θὰ τὸν ἀλλάξῃ; Ὁ λύκος μαλλὶ ἀλ­λάζει, τὴ γνώμη του δὲν τὴν ἀλλάζει. Δι­άφορα συστήματα καὶ κόμματα ὑπόσχονται ἀλλαγή. Μὰ τὰ προγράμματά τους εἶνε ἀνεπαρκῆ. Μὲ ἀσπιρίνες καὶ ἔμπλαστρα δὲν θεραπεύεται ὁ καρκίνος. Αὐτοὶ δὲν ἄλλαξαν οὔτε τὸν ἑαυτό τους, καὶ θ᾽ ἀλλάξουν τοὺς ἄλλους; Δὲν ἀλλάζει ἡ κοινωνία ἔτσι. Ἕνας μόνο εἶ­νε ἡ ῥιζικὴ ἀλλαγή· καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ Ναζωραῖ­ος. Αὐτὸς παίρνει τὸ λύκο καὶ τὸν κάνει ἀρνί, παίρνει τὸν κόρακα καὶ τὸν κάνει περιστέρι, παίρνει τὸ κάρβουνο καὶ τὸ κάνει διαμάντι, παίρνει τὸν κακοῦργο καὶ τὸν κάνει ἅγιο. Οἱ ἄλλοι κάνουν ἀλλαγὴ τοῦ δέρματος, ἀλλαγὴ ἐπιφα­νειακή. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ κάνῃ τὴ βαθειὰ ἀλλαγή. Πότε ὅμως; 
Ὅταν ἐμεῖς πιστέψουμε καὶ τὸν ἀκολουθήσουμε ὅπως οἱ πρόγονοί μας. Δός μας, Κύριε, τὴν πίστι τῶν πατέρων μας! Ἀγράμματοι ἦταν, σὲ καλύβες κατοικοῦσαν, ἀλλ᾽ εἶχαν ἁγιωσύνη καὶ εὐπρέπεια. Δὲν ἀ­κου­γόταν πορνεία, μοιχεία, ἄλλα ἐγκλήματα· ἦ­ταν ἀφωσιωμένοι στὸ Θεό.
 Ἂς μετανοήσουμε κ᾽ ἐμεῖς. Ἂς ἀκολουθήσουμε τὸ παράδει­γμα τῆς ἁγίας Φωτεινῆς. 
Ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, ἂς πλησιάσουμε τὸ Χριστὸ καὶ ἂς πιστέψουμε. Τί νὰ πιστέψουμε; Τὸ λέω ἐγὼ ὁ γέροντας ἐπίσκοπος. Πιστεύ­ω, πιστεύω ἀκράδαντα. Ἂν δὲν πίστευα, θὰ προτιμοῦσα νὰ κάνω ἄλλο ἐπάγγελμα. 
Πιστεύ­ω στὸ Εὐαγγέλιο, πιστεύω στὴν Ἐκκλησία, πιστεύω τί; Ὅτι κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα δὲν ὑ­πάρχει ἄλλος σωτήρας, παρὰ μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑ­περυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου