Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Bασικά Οικονομικά: Καταρρίπτοντας τον μύθο της Μαρξιστικής «υπεραξίας»

Η Μαρξιστική θεωρία της υπεραξίας είναι και το κυρίαρχο οικονομικό αφήγημα της ιδεολογίας. Ο εικονιζόμενος, Eugen von Böhm-Bawerk, την κατέστρεψε όμως ήδη από το 1888.
Θα έλεγε κανείς, ότι, εφόσον ο εργαζόμενος «κάνει όλη τη δουλειά», οι εργατικές κολεκτίβες και οι συνεταιρισμοί θα ήταν το κυρίαρχο εμπορικό και παραγωγικό μοντέλο. Αλλά ακόμα και αυτό δεν αρκεί για να αλλάξει την θολωμένη κρίση των Μαρξιστών σοσιαλιστών. Όλη τους η θεωρία σχετικά με την
υπεραξία (και όχι μόνο) είναι γεμάτη λογικά σφάλματα σαν και αυτό.
Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Στην Μαρξιστική πολιτική φιλοσοφία χρησιμοποιείται πολύ συχνά ο όρος «υπεραξία». Στην ουσία οι μαρξιστές εννοούν το εξής: ότι το κέρδος το «αφεντικού» είναι στην ουσία κλεμμένη αξία από την εργασία που κατεβλήθη από τον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια παραγωγής ενός προϊόντος. Για παράδειγμα, εγώ ως αφεντικό πληρώνω κάποιον να μου συναρμολογήσει ένα κινητό και τον πληρώνω 10 ευρώ ανά κινητό, το οποίο στη συνέχεια και πουλάω για 100 ευρώ. Βγάζω θεωρητικά 90 ευρώ κέρδος (ας μην υπολογίσουμε φόρους και τα σχετικά).
Η «διαφορά» αυτή, κατά τους μαρξιστές, δεν «δικαιολογείται», επομένως, αναγκαστικά πρέπει και να θεωρείται εκμετάλλευση.
Γενικά, η θεωρία εκμετάλλευσης του προλεταριάτου (ατόμων που δε διαθέτουν μέσα παραγωγής) βασίζεται σε αυτή τη σχέση μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη-καπιταλιστή.

Τι είναι η «υπεραξία» κατά τη Μαρξιστική οπτική;

Ο ίδιο όρος «υπεραξία» βασίζεται στην εργασιακή θεωρία αξίας. Σύμφωνα με αυτή, η οικονομική αξία ενός αγαθού διαμορφώνεται από το συνολικό ποσό κοινωνικά χρήσιμης εργασίας που χρειάστηκε για να παραχθεί και όχι από το πόση ευχαρίστηση ή ωφέλεια γενικά εισπράττει ο κάθε υποψήφιος αγοραστής.
Ο ίδιος ο Μαρξ ποτέ δε χρησιμοποίησε τον όρο «Εργασιακή θεωρία της Αξίας» (Labor Theory of Value).
Αντιθέτως προτιμούσε τον όρο «Ο νόμος της αξίας» καθώς δεν ήθελε να προσδώσει κάποια υπερφυσική ιδιότητα στην εργασία καθεαυτή 1.
Στη σελίδα μας έχουμε αντικρούσει αρκετές φορές τη συγκεκριμένη θεωρία αξίας. Η αξία διαμορφώνεται μέσω της ωφέλειας που προσδοκούν να λάβουν οι δρώντες στην κοινωνία από τα αγαθά. Η αξία της εργασίας ορίζεται και αυτή ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.2


Σε αυτήν μας την ανάλυση θα καταρρίψουμε τους ισχυρισμούς περί «κλεμμένης υπεραξίας» των Μαρξιστών. Θα βασιστούμε κυρίως στο έργο του μεγάλου Αυστριακού οικονομολόγου Eugen von Böhm-Bawerk και πιο συγκεκριμένα στα έργα του: Karl Marx and the close of His system (1896) , και The Positive Theory of Capital (1888)Στην ουσία θα συνοψίσουμε τα κύρια σημεία τους και θα προσθέσουμε δικές μας παρεμβάσεις.
Το παράδειγμα του Ροβινσώνα Κρούσου
Για να κάνουμε πιο εύκολη την ανάγνωση, δε θα μπούμε σε πολλές τεχνικές λεπτομέρειες. Αντιθέτως θα εξηγήσουμε το πώς παράγεται το κεφάλαιο και υπό ποιες προϋποθέσεις μέσω του κλασικού παραδείγματος του Ροβινσώνα Κρούσου.
Ναυαγός σε ένα νησί, ο Κρούσος, με μόνο μέσο παραγωγής, θα λέγαμε, το σώμα του και την εργασία του, για να επιβιώσει πρέπει να χρησιμοποιήσει τους πεπερασμένους πόρους που βρίσκει γύρω του και μέσω της εργασίας του να τους μετατρέψει σε καταναλωτικά αγαθά. Αρχικά λοιπόν, ο Κρούσος, για να ικανοποιήσει τις πρώτες του ανάγκες (τροφή, νερό) αρχίζει να μαζεύει καρπούς από θάμνους και δέντρα. Aργότερα διαπιστώνει το εξής: αυτή του η μέθοδος της απευθείας συλλογής και κατανάλωσης, δεν μπορεί να αναβαθμίσει την ποιότητα ζωής του. Εφόσον καταναλώνει ό,τι παράγει/βρίσκει, τότε δεν μπορεί να είναι σε θέση να κάνει τίποτα παραπάνω από το επαναλαμβάνει το ίδιο μοτίβο συνεχώς.

Συνειδητοποιεί ότι για να μπορέσει να ζήσει καλύτερα πρέπει να ξεφύγει από αυτόν τον κύκλο εργασιών. Κατανοεί ότι πρέπει να βρει μεθόδους ώστε να παράγει περισσότερο, σε λιγότερο χρόνο, ώστε να έχει διαθέσιμο χρόνο και τροφή για να επιδιώξει άλλους στόχους του. Από τα παραπάνω, προκύπτει η γενική αλήθεια, ότι η κατανάλωση προϋποθέτει παραγωγή, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει την εργασία.
Αποταμίευση και επένδυση/παραγωγή κεφαλαίου ή κεφαλαιουχικών αγαθών/μέσων παραγωγής
Έως τώρα, ο Κρούσος χρησιμοποιεί τη μόνη μέθοδο εύρεσης τροφής που διαθέτει, την εργασία του. Ας θεωρήσουμε ότι κάθε μέρα εργάζεται 10 ώρες ώστε να πιάσει 5 ψάρια, τα οποία καταναλώνει την ίδια μέρα. Οπότε κάθε μέρα, για να μην πεθάνει από την πείνα πρέπει να κάνει το ίδιο. Αποφασίζει λοιπόν μία μέρα να κατασκευάσει ένα δίχτυ για να πιάνει περισσότερα ψάρια ώστε να μπορεί να κάθεται να απολαμβάνει τη μέρα του περισσότερο και να δουλεύει λιγότερο.
Υπολογίζει ότι το δίχτυ θα του πάρει 3 μέρες να φτιαχτεί, διαθέτοντας κάθε μέρα 5 ώρες. Αυτές οι 5 ώρες αναγκαστικά θα αφαιρεθούν από τις 10 ώρες τις οποίες εργάζεται για να πιάσει ψάρια. Όσο κατασκευάζει το δίχτυ, δεν μπορεί παράλληλα να ψαρεύει.
Άρα λοιπόν αποφασίζει, για κάθε 5 ψάρια που πιάνει, 2 να αποθηκεύονται για να τρώει όσο δουλεύει στο δίχτυ. Έτσι λοιπόν, έχοντας εξασφαλίσει τη συντήρησή του κατά τη διάρκεια κατασκευής του διχτυού , μπορεί να αποκτήσει ένα μέσο που θα βελτιώσει κατά πολύ την ποιότητα ζωής του. Ακόμα και αν αυτά τα ψάρια τα αποταμίευε για κάποιον άλλον σκοπό (για να τα ανταλλάξει με γάλα), πάλι η ποιότητα ζωής του θα βελτιωνόταν, διότι έδωσε εν τέλει κάτι που δεν επιθυμούσε για κάτι που επιθυμεί.
Το δίχτυ είναι, θα λέγαμε, και το πρώτο μέσο παραγωγής.
 Ο Κρούσος λοιπόν μετετράπη από «προλετάριο» σε καπιταλιστή.
Κατέχει πλέον ένα μέσο παραγωγής πλην της εργασίας του.

Ο Κρούσος, για να παράξει το δίχτυ (κεφάλαιο/κεφαλαιουχικό αγαθό), ένα μέσο παραγωγής, χρειάστηκε να κάνει τα εξής:
1) να εργαστεί προς συντήρησή του,
2) να συλλάβει την ιδέα για το δίχτυ,
3) να αποταμιεύσει απέχοντας από τις απολαύσεις της κατανάλωσης και
4) να επενδύσει χρόνο στο δίχτυ.

 Στο στάδιο (2) θα λέγαμε ότι ο Κρούσος συνέλαβε μία επιχειρηματική ιδέα. Στο (3) ότι συγκέντρωσε όποιους πόρους (funds) είχε διαθέσιμους και στο (4) ανάληψη του ρίσκου.
Κάλλιστα, μετά την περάτωση του (4), το δίχτυ θα μπορούσε να αποτύχει, να καταστραφεί. Αυτό θα έφερνε τον Κρούσο πίσω στο βασικό στάδιο επιβίωσης απ’ όπου θα έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή.
 Αυτό όμως είναι καθαρά δικό του ρίσκο. Ρίσκο που εμπεριέχεται σε κάθε ανθρώπινη δράση σε έναν μη δεδομένο και μη σταθερό κόσμο.
Επομένως, προκύπτει ότι, κάθε μέσο (ή συντελεστής) παραγωγής, κάθε κεφαλαιουχικό αγαθό που χρησιμοποιείται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών περιέχει: 1) χρόνο και 2) εργασία (από την οποία προήλθε η αποταμίευση) εκ μέρους του καπιταλιστή.

Αν ο Ροβινσώνας Κρούσος, προσλάμβανε κάποιον που θα χρησιμοποιούσε το δίχτυ του ώστε να του φέρνει τα ψάρια, ανταμείβοντας τον με μέρος της ψαριάς, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι, σε περίπτωση διαφοράς στην αμοιβή, ότι κάποια «υπεραξία» κλέβεται. Αυτό διότι ο Κρούσος, έχει προ-καταβάλει εις πολλαπλούν την εργασία για τη δημιουργία του μέσου παραγωγής εκ των προτέρων.
Ο εργάτης παράγει χάρης την προηγούμενη εργασία του Κρούσου.

Γιατί το παράδειγμα του Κρούσου;

Γιατί όμως χρησιμοποιήσαμε το παράδειγμα του Κρούσου και όχι κάποιο σύγχρονο παράδειγμα βασισμένο στην χρηματικώς ανταλλακτική κοινωνία μας; Ο λόγος είναι ότι θέλαμε να προλάβουμε οποιαδήποτε ένσταση ενός Μαρξιστή αναγνώστη. Αν ξεκινούσαμε από ένα σύγχρονο παράδειγμα, ο Μαρξιστής θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι κατά τη διάρκεια της κατασκευής των μέσων παραγωγής, υπεραξία εκλάπη. Και πριν από αυτά, εκλάπη άλλη υπεραξία για την κατασκευή των μέσων που κατασκεύασαν άλλα μέσα και ούτω καθεξής επ’ άπειρoν.

Με το παράδειγμά μας στην ουσία κάναμε μία αναγωγή στο παρελθόν, στο σημείο μηδέν, στην εμφάνιση του «πρωτο-καπιταλιστή», αν θέλετε, εκεί που ούτως ή άλλως θα έφτανε και ένας Μαρξιστής, αν είχε το θάρρος να κάνει τη δική μας συλλογιστική.

Ακόμα και αν βγάλουμε το κέρδος από την εξίσωση και ακόμα και αν δεχτούμε την εργασιακή θεωρία αξίας (ειδικά αν τη δεχτούμε μάλιστα) τότε, ο εργάτης, σε σχέση με τον καπιταλιστή προσφέρει πολύ μικρότερο ποσοστό εργασίας χωρίς να επωμίζεται το ρίσκο μίας ενδεχομένως κακής επένδυσης.
 Η διαφορά λοιπόν ανάμεσα στις αμοιβές είναι απολύτως εξηγήσιμη ακόμα και με όρους εργασίας μόνο.
 Η υπεραξία ως κλοπή της αξίας της εργασίας του εργάτη, δεν μπορεί να υφίσταται.

Το βασικό πρόβλημα της Μαρξιστικής σκέψης

Το εγγενές πρόβλημα του Μαρξιστικού σκεπτικού αφορά την έλλειψη μίας συμπαγούς θεωρίας παραγωγής.
Το χρονικό σημείο από το οποίο ο Μαρξ ξεκινά την ανάλυσή του είναι αυτό όπου τα μέσα παραγωγής υπάρχουν ήδη.
 Ποτέ δεν ανέλυσε τον τρόπο προέλευσης τους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες αυτά κατασκευάζονται.
Αποταμίευση και εργασία ως προς αυτή, επένδυση, ρίσκο κ.ο.κ. ήταν πολύ προχωρημένες έννοιες για τον οικονομικά ανεπαρκή Καρλ Μαρξ.
Η θεωρία του ήταν κυρίως μία θεωρία κατανάλωσης και όχι παραγωγής.

Δεύτερο εγγενές πρόβλημα αποτελεί το ότι το οικονομικό έργο του Μαρξ («Το Κεφάλαιο») είναι συνάμα και ιδεολογικό πόνημα. Έως εκ τούτου, είναι καταδικασμένο σε ηθικολογίες και πολιτικές τοποθετήσεις. 
Παρατηρήσατε ίσως, ότι στην ανάλυσή μας δεν κάναμε κάποια ηθική κρίση, δεν μιλήσαμε για «καλό ή κακό» αφεντικό, καταπιεσμένο εργάτη, μισθωτή καταπίεση και εκμετάλλευση. Δεν υπάρχει κανένας ηθικά φορτισμένος όρος.
 Τα πορίσματα των συλλογισμών μας είναι αδιαμφισβήτητα καθώς δεν μπορεί να υπάρξει λογική αντι-επιχειρηματολογία σε αναλυτικό-προτασιακό επίπεδο. Η ιδεολογική αυτή θα λέγαμε φόρτιση που κάνει ο Μαρξ, μεταφέρεται, θα λέγαμε, και στους οπαδούς του. Αυτό προφανώς θολώνει την κρίση τους χωρίς να τους επιτρέπεται μία καθαρή θέαση των λογικών τους σφαλμάτων.

Καταρρίπτοντας την υπεραξία καταρρέει και ο ισχυρισμός περί εκμετάλλευσης

Έχοντας καταρρίψει τη θεωρία της υπεραξίας μέσω της ανάλυσή της και μόνο, χωρίς καν να ασχοληθούμε με την εγκυρότητα της εργασιακής θεωρίας της αξίας, έχουμε καταρρίψει και τον ισχυρισμό περί εκμετάλλευσης των προλετάριων από την «μπουρζουαζία». Εφόσον, ο εργάτης αναλογικά με το «αφεντικό» έχει προσφέρει μικρότερο ποσοστό συνολικής εργασίας τότε, ακόμα και με τα Μαρξιστικά πρότυπα, η διαφορές στις αμοιβές δεν είναι προϊόν εκμετάλλευσης.
Επίσης, να μην ξεχνάμε το εξής: ο Μαρξιστής δεν λαμβάνει ποτέ υπόψη του την επιχειρηματικότητα (την οποία και δε θεωρεί «εργασία») και το ρίσκο.
Ένας καπιταλιστής/επιχειρηματίας, σε μία ανόθευτη ελεύθερη αγορά, αναλαμβάνει μεγάλο ρίσκο. Όχι μόνο αναλύει την αγορά και τις ανάγκες της ώστε να κατευθύνει την παραγωγή προς ικανοποίηση των αναγκών, όχι μόνο αποταμιεύει και αναλαμβάνει το ρίσκο της επένδυσης, αλλά και πληρώνει τους εργαζομένους του αρκετά νωρίτερα από το σημείο όπου η πώληση των καταναλωτικών αγαθών θα του έφερναν κάποιο εισόδημα.
Αυτό εξηγεί και γιατί υπάρχουν αυτές οι δύο τάξεις ανθρώπων (οι καπιταλιστές/επιχειρηματίες και οι «προλετάριοι»).
Οι πρώτοι είναι πρόθυμοι να αναλάβουν το ρίσκο της αβεβαιότητας.
Οι δεύτεροι όχι και τόσο.
Για του λόγου το αληθές, οι εργατικοί συνεταιρισμοί είναι σαφώς λιγότεροι σε αριθμό.

Θα έλεγε κανείς, ότι, εφόσον ο εργαζόμενος «κάνει όλη τη δουλειά», οι εργατικές κολεκτίβες και οι συνεταιρισμοί θα ήταν το κυρίαρχο εμπορικό και παραγωγικό μοντέλο.
Αλλά ακόμα και αυτό δεν αρκεί για να αλλάξει την θολωμένη κρίση των Μαρξιστών σοσιαλιστών. Όλη τους η θεωρία σχετικά με την υπεραξία (και όχι μόνο) είναι γεμάτη λογικά σφάλματα σαν και αυτό.3

Κλείνοντας

Δείξαμε ότι η «υπεραξία» σύμφωνα με την Μαρξιστική θεώρηση είναι ένας μύθος. Κατά συνέπεια, και η μαρξιστική θεωρία εκμετάλλευσης έχει την ίδια μοίρα. Η Αυστριακή σχολή με την a priori-στική της προσέγγιση στα οικονομικά είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στο να καταρρίπτει τους Μαρξιστικούς ισχυρισμούς. Είναι θα λέγαμε ένα πολύ εύκολο εγχείρημα, ειδικά αν σκεφτούμε ότι έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που στην καλύτερη περίπτωση είναι οικονομικά ανεπαρκείς.
Δεν είναι τυχαίο που ο Μαρξισμός γενικότερα έχει κάνει στροφή από τα οικονομικά.
Το παιχνίδι εκεί ήταν ήδη χαμένο από την Μαρτζιναλιστική Επανάσταση του τέλους του 19ου αιώνα. Πλέον, αναλώνεται σε κοινωνικά ζητήματα και identity politics στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη. Θέματα δηλαδή που προσεγγίζονται περισσότερο συναισθηματικά παρά λογικά μιας και με τη λογική ο μέσος Μαρξιστής έχει πάρει εδώ και καιρό ένα επώδυνο διαζύγιο.

eleytheriagora.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου