Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Στον αστερισμό του Τραμπ, ή της μετα-αλήθειας; Τι μπορεί να κάνει ο νέος πρόεδρος

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Από την Παρασκευή οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν νέο πρόεδρο ο οποίος, κατά την παράδοση, μπορεί να επηρεάσει τις παγκόσμιες εξελίξεις.

 Το ερώτημα είναι αν η ανθρωπότητα εισέρχεται για τέσσερα χρόνια στον αστερισμό του Τραμπ, ή στον αστερισμό μιας νέας εποχής που διαμορφώνουν οι τεχνολογικές εξελίξεις, και για πρώτη φορά μπορεί να ονομαστεί εποχή της μετα-αλήθειας.

Τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει μετα-αλήθεια; Ότι η αλήθεια όπως τη γνωρίζαμε, και όπως μπορούσαμε να την προσεγγίσουμε, αποτελεί παρελθόν.
Η ανάπτυξη των δικτύων σε μια παγκόσμια νοόσφαιρα διαμορφώνει μια αυτόνομη δυναμική που δεν μπορεί να επηρεαστεί, καθολικά, από κανέναν, ούτε και από την ισχυρότερη δύναμη του κόσμου, που αυτήν τη στιγμή παραμένουν οι ΗΠΑ.
Άρα, αυτήν τη στιγμή το ζήτημα δεν είναι ο κ. Τραμπ και η πολιτική που θέλει να ακολουθήσει, αλλά αυτόνομοι κόμβοι αυτής της παγκόσμιας νοόσφαιρας που διαμορφώνουν μια «υποκειμενική» αντίληψη της «πραγματικότητας». Θύμα και ενεργούμενο αυτής της τεχνολογικής τάσης μπορεί να είναι και ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος.

Γι’ αυτό θα αποτελούσε μια πολύ φρόνιμη ενέργεια η αυτοσυγκράτηση από τη δύναμη που –υποτίθεται– παρέχει η κατοχή και διαχείριση της εξουσίας. Έστω και της αμερικανικής.

Το δεύτερο ερώτημα που αναδύεται, είναι αν με τις τεχνολογικές εξελίξεις τις οποίες βιώνει, ήδη, η ανθρωπότητα, και όσες βρίσκονται στο κατώφλι της αυριανής ημέρας, μπορεί ένας πρόεδρος, ακόμη και των ΗΠΑ, να επαναφέρει στη διεθνή κοινότητα προστατευτικές αντιλήψεις και να σταματήσει την τάση να καταστεί ο κόσμος ένα χωριό.

Θα είναι μια πολύ δύσκολη επιχείρηση, και αυτό θα φανεί από τις πρώτες κιόλας πολιτικές κινήσεις του Τραμπ. Η τεχνολογία περιέχει μέσα της μια ιδεολογία, και η ιδεολογία αυτή, στην εποχή μας, είναι το σπάσιμο των συνόρων και η περιθωριοποίηση του ανθρώπου από ό,τι μέχρι σήμερα θεωρούσε αντικείμενο της καθημερινής εργασίας του.
Αν δεν βρεθεί ρόλος για τον άνθρωπο, η εποχή που αναδύεται θα είναι εφιαλτική. Εκτός και αν υπάρξει κοινωνικός έλεγχος στις μηχανές και τη λειτουργία τους, και κυρίως κοινωνικός έλεγχος στην διαχείρισή τους.
Στο πρόσφατο παρελθόν ο κοινωνικός έλεγχος των μέσων παραγωγής παρήγε εφιαλτικά αποτελέσματα. Αυτόν τον έλεγχο είχαν τα καθεστώτα του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού ο οποίος κατέρρευσε κάτω από την αδυναμία του να αναπαράγει τα αγαθά που θα συντηρούσαν τις κοινωνίες στις οποίες επιβλήθηκε.
Στην αντίπαλη όχθη, το καπιταλιστικό στρατόπεδο, μπορεί η κατοχή των μέσων παραγωγής να ήταν ατομική ή μετοχική, υπήρχε πάντως θέση για τον άνθρωπο και την εργασία του.
Στον κόσμο που αναδύεται τα περιθώρια εργασίας στενεύουν επικίνδυνα και δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η αναπροσαρμογή τους θα δώσει δουλειά για όλους. Τι θα γίνουν όσοι περισσεύουν; Και δεν μιλάμε για κάποιο απώτερο μέλλον, αλλά για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Ας έρθουμε, τώρα, στην εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις όπου ο κ. Τραμπ επιδεικνύει μια αλαζονική βεβαιότητα ότι κατέχει την αλήθεια για το συμφέρον του έθνους του και πως η εφαρμογή της πολιτικής του θα το ευνοήσει.
Δεν υπάρχουν πλέον αυτάρκεις κοινωνίες, και η νέα αμερικανική ηγεσία θα το συνειδητοποιήσει πολύ γρήγορα. Πέραν των μεγάλων δυνάμεων –που θα μπορούσαν να περιοριστούν στις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα–, αναδύονται και περιφερειακές που μπορούν να διαμορφώσουν τοπικές ισορροπίες.
Η Κίνα εγκαταλείπει τη μέχρι σήμερα πολιτική των φθηνών αντιγραφών. Ό,τι ήταν να της δώσει της το έδωσε, και αρχίζει να επενδύει στα υψηλής επιστημονικής προστιθέμενης αξίας προϊόντα.
Στην ίδια κατεύθυνση εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια και η Ρωσία. 

Άρα, το προνόμιο της επιστημονικής γνώσης, που είναι η μεγάλη δύναμη του μέλλοντος, δεν το έχουν πια αποκλειστικά οι ΗΠΑ.

Το θετικό με τον κ. Τραμπ, και την ομάδα που τον περιβάλλει, είναι ότι έχουν συνειδητοποιήσει πως η πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας δεν μπορεί να προσφέρει οφέλη στη χώρα τους, η οποία μόνη της αδυνατεί να αναδιατάξει τον κόσμο. Η αμερικανική προσπάθεια να τα ρίξει όλα στη Ρωσία δεν είχε επιτυχία, εν μέρει και λόγω της σθεναρής αντίδρασης του Ρώσου προέδρου.
Δεν φταίει μόνο η Μόσχα για τις εξελίξεις στη Γεωργία, την Ουκρανία, την Κριμαία ή τη Συρία.
Στις αρχές του 1990, όταν κατέρρεε το σοβιετικό καθεστώς, οι ΗΠΑ έδωσαν και οι ίδιες, και με το ΝΑΤΟ, μια υπόσχεση μη επέκτασης προς τις περιοχές ρωσικού ενδιαφέροντος αν η Μόσχα απέσυρε τους 400.000 στρατιώτες της από την Ανατολική Γερμανία. Η υπόσχεση δεν τηρήθηκε. Αμέσως το ΝΑΤΟ άρχισε να επεκτείνεται μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.
Αργότερα ο Μπους κατήργησε τη Συμφωνία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων θέλοντας να εκμεταλλευτεί τη γεωπολιτική αδυναμία της Μόσχας. Η κατάργηση της Συμφωνίας αυτής έγινε για να αναπτυχθεί μια πανεθνική αντιπυραυλική άμυνα στην Καλιφόρνια και την Αλάσκα, αλλά και στην Ανατολική Ευρώπη.
 Η επίκληση από την κυβέρνηση Ομπάμα ότι η αντιπυραυλική άμυνα της Ανατολικής Ευρώπης αποσκοπούσε στην προστασία από το Ιράν, έμοιαζε μάλλον με αστείο.

Ο ισχυρισμός του Πούτιν για παρέμβαση των ΗΠΑ στις βουλευτικές εκλογές του 2011 στη Ρωσία, καθώς και η υποκίνηση των επεισοδίων στην Ουκρανία, απορρίφθηκαν πολύ εύκολα από τα μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ.
Ο Πούτιν, αργότερα, υποστήριξε τις ενέργειες του ΝΑΤΟ στη Λιβύη, το 2011, επειδή είχε «εγγυήσεις» ότι η στρατιωτική επέμβαση ήταν απαραίτητη για να αποτραπεί ένας ανθρωπιστικός εφιάλτης και δεν είχε την πρόθεση να προωθήσει την αλλαγή του καθεστώτος. Η υπουργός Εξωτερικών όμως, Χίλαρι Κλίντον, έκανε την ωμή δήλωση: «ήρθαμε, είδαμε, και πέθανε» παραπέμποντας στον Μουαμάρ Καντάφι και τον τρόπο που λυντσαρίστηκε. Τόσο ωμά.

Τέλος, η κυβέρνηση Ομπάμα υποσχέθηκε να επαναφέρει σε κάποιο επίπεδο συνεννόησης τις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία. Όχι μόνο αυτό δεν έγινε, αλλά σε μια επίσκεψή του στην Πολωνία ανακοίνωσε τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης.
Είναι ευνόητο όλα αυτά να ενοχλούν σφόδρα τη Μόσχα. Ο κ. Τραμπ και η ομάδα του τα έχουν, προφανώς, υπόψη, και ανακαλύπτουν πολλά περιθώρια που θα βελτίωναν τις σχέσεις της χώρας τους με τη Ρωσία. Η βελτίωση όμως των σχέσεων με τη Ρωσία περνά μέσα από μια αναθεωρητική αντίληψη του ρόλου του ΝΑΤΟ, τον τρόπο λειτουργίας του οποίου ο κ. Τραμπ αμφισβητεί.
Μια δεύτερη ανάγνωση των θέσεων του κ. Τραμπ δείχνει μια συντεταγμένη αναθεώρηση που δεν μπορεί να αποδοθεί στον ευκαιριακό προεκλογικό λόγο ενός performer πολιτικού.
Όποιος θέλει την ασφάλεια του ΝΑΤΟ θα πρέπει να πληρώσει γι αυτήν διαμηνύει ο κ. Τραμπ, εισάγοντας τους συμμάχους των ΗΠΑ σε βαθείς προβληματισμούς για τις προθέσεις του.

Λέει και άλλα, τα οποία δεν είναι καθόλου τυχαία, και μάλλον πολύ γρήγορα θα συνειδητοποιήσουμε πως αποτελούν μια προσπάθεια συνολικής αναθεώρησης του κόσμου όπως ήταν συντεταγμένος ως τώρα.
Δεν τον ενδιαφέρει, για παράδειγμα, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμείνει ενωμένη, δεν θέλει να συναντηθεί με την Ευρώπη ως συνολική οντότητα αποτελούμενη από 28 κράτη αλλά προτιμά τις συναντήσεις κατά μόνας, ενθαρρύνει τη βρετανική έξοδο από την ΕΕ, και γενικώς προσπαθεί να δώσει ώθηση σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον σημερινό.
Σε πολλά δεν αποκλείεται να πετύχει. Σίγουρα, όμως, δεν θα τα καταφέρει στην προσπάθεια να θέσει τείχη.
Όπως, αναφέραμε παραπάνω, δεν το επιτρέπει η τεχνολογία.
Στα καθ’ ημάς, τώρα, η γειτονική Τουρκία επιχειρεί ήδη, εδώ και καιρό, κυρίως με τη χρησιμοποίηση χρημάτων, να επηρεάσει τα κέντρα λήψης αποφάσεων στις ΗΠΑ προς το συμφέρον της. Το κυριότερο μέχρι στιγμής, σχετικό άρθρο που είδε το φως της δημοσιότητας ήταν ένα αναλυτικό κείμενο του Washington Institute, το οποίο συνέταξαν ο Τούρκος ακαδημαϊκός Δρ Σονέρ Τσαγαπτάι και ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα Τζέιμς Τζέφρι.
Θεωρούν ότι «οποιαδήποτε σχέση με [τον πρόεδρο της Τουρκίας] Ερντογάν για να πετύχει θα πρέπει να βασίζεται σε αμοιβαία συμφέροντα και συμβιβασμούς και όχι σε βαθιά φιλία και κοινές αξίες».
Για την Τουρκία περιλαμβάνουν την έκδοση του θεωρούμενου ως υπεύθυνου για το φημισμένο πραξικόπημα Φετουλάχ Γκιουλέν, την αυξημένη αμερικανική εμπλοκή σε θέματα από την Κύπρο ως το Ισραήλ, βοήθεια για την καταπολέμηση του PKK και της συγγενικής του δύναμης στη Συρία, PYD, και μεγαλύτερη προσοχή και ευαισθησία στις τουρκικές θέσεις στη Συρία.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, για τους συντάκτες του κειμένου, μια νέα προσέγγιση συνεπάγεται ισχυρότερη δέσμευση για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, επιστροφή στις ειρηνευτικές συνομιλίες με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα, στενότερη συνεργασία σε στρατιωτικές κινήσεις, ιδιαίτερα στη Συρία, και ανανέωση του σεβασμού των δημοκρατικών ελευθεριών.

Οι προθέσεις Τραμπ σχετικά με την αντιμετώπιση της Τουρκίας στον ευρύτερο χώρο που η Άγκυρα κινείται, δεν είναι γνωστές.
Ωστόσο στην ίδια περιοχή βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολλά χρόνια μια αναθεωρημένη αμερικανική πολιτική για την ευρύτερη Μέση Ανατολή, στην υλοποίηση της οποίας έχουν συμβάλει, μέχρι στιγμής, και οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί, από τους οποίους και διακηρύχθηκε.
Η πολιτική αυτή δεν είναι ευνοϊκή για την Τουρκία. Φαίνεται πως προβλέπει την ανάδυση μιας κουρδικής οντότητας, κάτι που αποτελεί τον τουρκικό εφιάλτη.
Αυτήν την πολιτική επικαλέστηκε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του στην Cumhuriyet, το οποίο αναδημοσιεύθηκε στο pontos-news.gr, ο παλιός Τούρκος αναλυτής Ερόλ Μανίσαλι για να συστήσει τη διακοπή των συνομιλιών για το κυπριακό γιατί η συγκυρία δεν ευνοεί τις τουρκικές θέσεις.
Επικαλούμενος την αμερικανική πολιτική για τη «Μεγάλη Μέση Ανατολή» ο Μανίσαλι γράφει μεταξύ άλλων: «Η Τουρκία είναι αναγκασμένη να έχει σημαντική παρουσία στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Όχι μόνο από την άποψη των πηγών και των δρόμων μεταφοράς των ενεργειακών πρώτων υλών, αλλά είναι αναπόφευκτο να έχει εκεί ισχυρή παρουσία, για να εμποδίσει το σχέδιο για το Μεγάλο Κουρδιστάν.
»Μπορούν (θέλουν) να επεκτείνουν την επιρροή του Κόμματος Δημοκρατικής Ενότητας PYD μέχρι το ακρωτήριο του Αγίου Ανδρέα και την Καρπασία».

pontos-news.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου