Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

H άνοδος και η πτώση του Ρέντσι

Η άνοδος και η πτώση του Ρέντσι μετά από 1000 μέρες
Βαριά ήττα υπέστη ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, καθώς συνέδεσε το δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση με το πολιτικό του μέλλον, αφού το αποτέλεσμα εν πολλοίς θα εκλαμβανόταν ως ψήφος εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του...

Eίναι ο άνθρωπος που πλάσαρε το
στάτους του νεαρού δημοφιλούς και μεταρρυθμιστή ηγέτη, αλλά πολύ σύντομα αμφισβητήθηκε από την πολιτική τάξη και απορρίφθηκε από την πλειοψηφία των Ιταλών.


Οι Ιταλοί γύρισαν την πλάτη, ο Ρέντσι παραιτήθηκε και η Ιστορία θα κρίνει εάν ο νεότερος πρωθυπουργός της χώρας υπέπεσε σε μοιραίο λάθος ή η μοίρα του ήταν προκαθορισμένη.

Ποιος είναι όμως ο Ματέο Ρέντσι;

Γεννήθηκε το 1975 στη Φλωρεντία και ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειάς του.

Ο πατέρας του, Τιτσιάνο Ρέντσι, ήταν ιδιοκτήτης μιας μικρής επιχείρησης και δημοτικός σύμβουλος στο Rignano sull'Arno με τους Χριστιανοδημοκράτες. Ο Ματέο μεγάλωσε σε μια καθολική οικογένεια και πήγε σχολείο στο Κλασικό Λύκειο Dante Alighieri στη Φλωρεντία, όπου πέρασε τις τελικές εξετάσεις του με βαθμό άριστα (60/60), αλλά διακινδύνευσε την αποβολή του, επειδή ως εκπρόσωπος των μαθητών αρνήθηκε να αποσύρει ένα άρθρο από τη σχολική εφημερίδα το οποίο ασκούσε σκληρή κριτική σε έναν καθηγητή μαθηματικών.

Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Το 1996 έγινε μέλος του κεντρώου, χριστιανοδημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος της Ιταλίας (Partito Popolare Italiano), αναλαμβάνοντας μάλιστα επαρχιακός γραμματέας του κόμματος στην περιοχή της Φλωρεντίας το 1999.

Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων ήταν επίσης διαιτητής ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου στα τοπικά πρωταθλήματα της Τοσκάνης, ενώ το 1994 συμμετείχε ως παίκτης για πέντε διαδοχικά επεισόδια στο τηλεπαιχνίδι «Ο τροχός της τύχης» κερδίζοντας 48 εκατομμύρια λίρες, περίπου 7,5 εκατ. δραχμές.

Στις επαρχιακές εκλογές το καλοκαίρι του 2004 ηγήθηκε της κεντρο-αριστερής συμμαχίας και εκλέχθηκε πρόεδρος της επαρχίας της Φλωρεντίας με ποσοστό 58,8%.

Το 2008 συμμετείχε στις προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη του νέου υποψηφίου του Δημοκρατικού Κόμματος για τις δημοτικές εκλογές του 2009 στη Φλωρεντία. Επικράτησε με ποσοστό 40,52% του συνυποψηφίου του Λάπο Πιστέλι στις εσωτερικές διαδικασίες του κόμματος και τέθηκε επικεφαλής του ψηφοδελτίου. Στον πρώτο γύρο των εκλογών (9 Ιουνίου 2009) κατέλαβε ποσοστό 47,57% έναντι 32% του υποψηφίου της Κεντροδεξιάς Τζιοβάνι Τζιάλι (Giovanni Galli), ενώ στον επαναληπτικό γύρο το ποσοστό του ανέβηκε στο 59,96%.

Τον Σεπτέμβριο του 2012 ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του στις επερχόμενες προκριματικές εκλογές για τη θέση του γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος. Στις εσωκομματικές εκλογές του Νοεμβρίου του 2012 κατέλαβε τη δεύτερη θέση πίσω από τον Πιερ Λουίτζι Μπερσάνι. Αν και ο Μπερσάνι κατάφερε να καταλάβει την πρώτη θέση στις γενικές εκλογές του 2013, η αδυναμία του να συγκροτήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση προκάλεσε νέα τριβή στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.
Ο Ρέντσι επιτέθηκε στον Μπερσάνι, κατηγορώντας τον προσωπικά για την αδυναμία να καταφέρει μια καθαρή νίκη για το κόμμα, και τον κάλεσε να συμπράξει σε κυβέρνηση συνασπισμού με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές.
Η κόντρα των δύο ανδρών έλαβε μεγάλες διαστάσεις, ανταλλάσσοντας δημόσιες κατηγορίες.

Κατά τη διαδικασία εκλογής νέου Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας ο Ρέντσι επιτέθηκε εκ νέου στον Μπερσάνι σχετικά με τις επιλογές του.
Η πόλωση που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος οδήγησε σε αδιέξοδο την κατάσταση. Τελικά, ύστερα από συνεχόμενες αποτυχημένες απόπειρες ανάδειξης νέου προέδρου, ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο αποδέχθηκε την πρόταση Μπερσάνι, Μπερλουσκόνι και Μόντι να αναλάβει εκ νέου την προεδρία της Ιταλικής Δημοκρατίας (ο πρώτος πρόεδρος που ανέλαβε για δεύτερη συνεχόμενη φορά το αξίωμα στην Ιστορία της Ιταλίας) και στην τελευταία ψηφοφορία υπερψηφίστηκε στη θέση του προέδρου, δίνοντας τέλος στην κρίση. Την ανάδειξη προέδρου ακολούθησε η παραίτηση Μπερσάνι από τη θέση του γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος και η δημιουργία κυβέρνησης συνεργασίας υπό τον Ενρίκο Λέτα.


Στη διαδικασία εκλογής νέου γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος, τον Δεκέμβριο του 2013, ο Ματέο Ρέντσι επικράτησε με ποσοστό 67,6%. Ανέλαβε επίσημα τη θέση του γραμματέα στις 15 Δεκεμβρίου του 2013.

Στις 12 Φεβρουαρίου του 2014, ο Λέτα και ο Ρέντσι συναντήθηκαν στο πρωθυπουργικό μέγαρο για να συζητήσουν τις προθέσεις του δεύτερου σχετικά με το μέλλον της κυβέρνησης Λέτα. Από τη συνάντηση έγινε σαφής η πρόθεση του Ρέντσι να αναλάβει ο ίδιος τη διακυβέρνηση. Στις 13 Φεβρουαρίου ο Λέτα ανακοίνωσε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από τη θέση του πρωθυπουργού. Την επομένη υπέβαλε στον Ναπολιτάνο την παραίτηση αυτού και της κυβέρνησής του.


Στις 17 Φεβρουαρίου 2014 ο Ματέο Ρέντσι έλαβε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης από τον Τζόρτζιο Ναπολιτάνο.

Στις πρώτες του δηλώσεις, ο Ρέντσι δεσμεύθηκε πως σε περίπτωση που αναλάμβανε τελικά την εξουσία θα προχωρούσε στην ψήφιση νέου εκλογικού νόμου και σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις σε διάφορους τομείς. Στις 21 Φεβρουαρίου παρουσίασε τη νέα του κυβέρνηση, η οποία ορκίστηκε μία ημέρα αργότερα. Ο Ρέντσι έγινε έτσι ο 56ος πρωθυπουργός της Ιταλίας.

Τις επόμενες ημέρες έλαβε την ψήφο εμπιστοσύνης από τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Στις 5 Δεκεμβρίου, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος (στο 59,1% διαμορφώθηκε τελικά το ποσοστό υπέρ του «όχι»), παραδίδει την εξουσία σε μία κρίσιμη καμπή για την ιταλική οικονομία, εν μέσω δυσμενούς κλίματος στην Ευρώπη...

απο τη zougla.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου