Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

H Μοδιάνο πωλήθηκε…

Από Γιάννης Τσολακίδης

Η Αγορά Μοδιάνο πωλήθηκε…έναντι 1,9 εκ. ευρώ στην One Outlet Α.Ε.
Ανακοινώθηκε στις 17 του μήνα , από το ΤΑΙΠΕΔ κι ενώ το συντριπτικά μέγα μέρος των ΜΜΕ και επακόλουθα της κοινής γνώμης ήταν επικεντρωμένο στον ανηλεή πόλεμο κυβέρνησης – ΝΔ για τις
τηλεοπτικές άδειες , στη δήλωση Ερντογάν για Θεσσαλονίκη Κύπρο Θράκη (… «Τουρκία δεν είναι μόνο η Τουρκία» απεδείχθη ότι είπε μόνο τελικά- τα άλλα ήταν της «Σαμπάχ» αλλά κι αυτό δεν το λες και δήλωση καθησυχαστικού φιλειρηνικού «οικουμενισμού», μάλλον επικίνδυνου «εθνισμού») ή και στα σχόλια για το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ).

Κανονικά, σε άλλες, ακόμη και πρόσφατες εποχές, θα έπρεπε τώρα να βοά και να σειέται η πόλη της Θεσσαλονίκης, περίπου όπως θα έπρεπε και με την επίσχεση εργασίας των εργαζομένων στον ΟΑΣΘ, όμως, όπως τίποτε δεν έγινε και τότε, τίποτε δεν συμβαίνει και τώρα, «δεν κουνιέται ούτε φύλλο» που λένε.
Παρά μόνο τα πραγματικά φύλλα που υποκύπτουν υποκίτρινα και καταπίπτουν στωικά και ιστορικά στους φθινοπωρινούς αγέρηδες.
Δεν γνωρίζω τι έχουμε πάθει και πάσχουμε από συλλογική απάθεια.
Τι μας έχει συμβεί και δεχόμαστε τη συνεχή υποτίμηση των αξιών μας (και δεν εννοώ μόνο το πόσο πραγματικά αξίζει το συγκρότημα «Αγορά Μοδιάνο», σε σχέση με το 1,9 εκ. που δόθηκε, τη στιγμή που μια περίπου καλή πολυκατοικία με π.χ. 10 διαμερίσματα κοστολογείται το ίδιο ή και παραπάνω), δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τον συνεχή εξευτελισμό και την καταστροφή του βίου μας.
 Όμοια και χειρότερα με τα φύλλα του φθινοπώρου, πώς δεχόμαστε να μας κόβει από το δέντρο της ζωής μας και να μας σαρώνει ο αέρας της μνημονιακής εποχής. Που δεν κρατάει μόνο ένα φθινόπωρο.

Θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάποιες προσωπικές μου μνήμες από την Αγορά Μοδιάνο:

Πρωτοβρέθηκα παιδί , 12-13 ετών, μέσα στις εμπορικές στοές της αγοράς, σ’ ένα πατάρι όπου ο πατέρας εργαζόταν ως λογιστής σε ζωεμπορική επιχείρηση. Είχαν πολλές επιχειρήσεις την έδρα τους και τα μαγαζιά τους τότε, αρχές του ’70 στη στοά Μοδιάνο και τη νεότερη της «νέας Αγοράς».
Καθώς ο πατέρας δούλευε και τα απογέματα εκεί μαζί με τη μητέρα μου (χωρίς μισθό για πολλά χρόνια η δεύτερη, απλώς να βοηθάει, να βγει η δουλειά) με έπαιρναν κάποια από αυτά κι εμένα μαζί, να βοηθάω κι εγώ, ας πούμε, ταξινομώντας με τις ώρες αλφαβητικά και χρονολογικά «φατούρες» και τιμολόγια.
Έζησα πρώτα το σούρουπο και τη νύχτα της Μοδιάνο και μετά τη μέρα της, που έσφυζε από κόσμο, φωνές, αγοραπωλησίες, ψαράδες, χασάπηδες, μανάβηδες, πελάτες, μαγειρεία, φούρνους, σουβλατζίδικα, πατσατζίδικα, ως και ζαχαροπλαστεία, ειδικά στα μαγαζιά που έβλεπαν Ερμού. Είχαν μικρές σιδερένιες σκάλες τα ισόγεια μαγαζιά μες στις στοές για να ανέβεις στο πατάρι. Είχαν χαμηλό, υποτυπώδη φωτισμό οι στοές.
Σαν τις ταινίες που αναπαριστούν τους δρόμους του Βικτωριανού Λονδίνου; Ε, ένα τέτοιο πράγμα. Κάτι … «τρομαχτικά» δημόσια ουρητήρια που γυναίκα δεν πάτησε ποτέ, παρά μόνο όταν μάθανε οι ρέκτες του μεζέ και της ρετσίνας το ουζερί του Πέτρου και τη Μυροβόλο Σμύρνη, ως την εποχή αργότερα, της εισβολής της διασκέδασης στην αγορά, αν και πάλι σπάνια είδαν οι «μπανιστηρτζήδες»- κι άλλα ανώμαλα και συνάμα κατατρεγμένα απόβλητα της κοινωνίας που σύχναζαν εκεί- γυναικείο τακούνι ή φούστα… Μονάχα οι πιο ζόρικες με παντελόνια και μπότες τολμούσαν…
Είναι ανεξίτηλες οι εικόνες της αναχώρησής μας από το πατάρι για ν’ ανεβούμε μετά τη στοά, να βγούμε Ερμού και να πάρουμε το 12 της Τούμπας για την επιστροφή στο σπίτι, καμιά φορά και 10 το βράδυ… Υγρασία και σκοτεινιά.
Από πάνω ο θόλος που έβλεπες τη νύχτα. Γύρω τα κατεβασμένα «Κεπέγκια» που από το χάραμα της επομένης θα γέμιζαν με όλα του κόσμου τα καλά.

μ2

Μετά την Αγορά την έζησα και μέρα.
Εκεί να δεις φως και ζωή, εκεί να βλέπεις άλλη ταινία φίλε μου, όλα τα χρώματα κι οι μυρωδιές του κόσμου, από φρούτα, από αλλαντικά, από μπαχάρια από φαγητά, γλυκά καφέδες!
Ήταν εκεί η πρώτη με ένσημα δουλειά, μιας και όντας ακόμη φοιτητής, ζήτησα από τον πατέρα να με πάρουν ως υπάλληλο γραφείου, να δουλέψω για να έχω οικονομική αυτάρκεια. Τότε πέρασα 2-3 χρόνια αληθινά αλησμόνητα.
Χαιρετούρες και καλημέρες με όλο τον ντουνιά ακόμη και με τα «πενηντάρια» (έτσι λέγαν τους χαμάληδες, τους φορτοεφορτωτές που κατέβαζαν από τα ψυγεία τα κρέατα, γιατί δούλευαν για ένα πενηντάρικο δραχμές και τους έμεινε η ονομασία).
 Φαγητό και ψώνια συνήθως μονάχα εκεί και από κει. Από τα γραφικά και πολυδιαφημισμένα «Βομβίδια» μιας και σύχναζαν εκεί πάντα δημοσιογράφοι αλλά και πολιτικοί, ως τα σουβλάκια της «Μυροβόλου» κι από τον «Κοσμά»- τρανό ντελικατέσεν μπακάλικο- ως τον Πέτρο τον ψαρά και τους καφέδες του «Μπράβο»… Και άλλα ένα σωρό πόσα να πρωτοθυμίσεις. Και αραιά και πού, μια ρετσίνα στον παλαιό «Λουτρό», να πετυχαίνεις τον Μοσκόφ με τους ….12 μαθητές του σε ιερές κρασοκατανύξεις…
Ύστερα ήρθε η επιχειρηματικότητα της διασκέδασης. Ταβέρνες, ουζερί, το ωραίο μπαρ «Στοά», το «Μετέωρο Βήμα της γαρίδας» στέκι του Νίκου Παπάζογλου, ήρθε και πιο πρόσφατα το ωραίο «Μπαζαγιάζι» του παλαιόθεν φίλου και συντρόφου Χαριλάκη…
Να μην τα πολυλογώ πια… Ύστερα ήρθε το σήμερα.
Ένα σήμερα που αδυνατώ να κατανοήσω πόσο μάλλον να διαχειριστώ.

Αλά ανησυχώ όλο και περισσότερο για το μέλλον μας ιδίως έχοντας κατά νου εκείνη την τρομαχτική – κατά τη γνώμη μου- φράση της διαφήμισης για την ανάπλαση του Ελληνικού: «…Και δεν θα έχει μάθει – ή δεν θα θυμάται;;;- ποτέ πώς ήταν πριν»…

απο το http://parallaximag.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου