Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου- 25 Μαρτίου


ΤEΛΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ!

«Εὐαγγελίζου, γῆ, χαρὰν μεγάλην· αἰνεῖτε, οὐρανοί, Θεοῦ τὴν δόξαν» (θ΄ ᾠδὴ Εὐαγγ.)
ΕΟΡΤΗ, ἀγαπητοί μου, ἑορτὴ μεγάλη, λαμ­πρά, πανέκλαμπρος. Προκαλεῖ ῥίγη συγ­κι­νήσεως στὸν Ἕλληνα καὶ τὸν Χριστιανό. Ἑορτὴ δι­πλῆ, ἐθνικὴ καὶ θρησκευτική.
Θὰ μιλήσουμε ἐπὶ τῆς θρησκευτικῆς σημα­σίας τῆς ἑορτῆς, καὶ τὸ θέμα, ὡς μεταφυσι­κό, εἶνε
δυσκολώτερο· χρειάζονται εἰδικὲς κεραῖ­ες γιὰ νὰ συλλάβῃ κανεὶς τὰ μηνύματα.

«Εὐαγγελισμός»! Εἶνε λέξι τῆς ὡραίας ἑλ­ληνικῆς γλώσσης, ποὺ μόνο αὐτὴ γνωρίζει νὰ ἐκ­φράζῃ καὶ τὶς πιὸ ὑψηλὲς καὶ λεπτὲς ἔννοι­ες.
 «Εὐαγγελισμὸς» θὰ πῇ «καλὴ εἴδησις». Τώρα ἀνάξια τέ­κνα τῆς πατρίδος, ἐκχυδαϊσταί, ποὺ μισοῦν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ―ἀλλοίμονο ἐάν ποτε ἐπικρατή­σουν―, ξέρετε πῶς θέλουν νὰ μεταφρά­σουν τὴ λέξι «εὐαγγελισμός»;
 Ἀκοῦ­στε καὶ φρίξτε· «καλὸ χαμπάρι» (τούρκικα δηλαδή) ἢ «καλὸ μαντάτο»! 
Καὶ τὸν ἀγγελιαφόρο ποὺ ἔφερε τὸ μήνυμα, τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, θέλουν νὰ τὸν μεταφράσουν «χαμπεροφόρο» ἢ «μαντα­τοφόρο»! 
Σὲ τέτοιο ἐκχυδαϊσμὸ θέλουν νὰ ῥίξουν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ ὁποί­α σήμερα βρίσκει ἄσυλο στὴν Ἐκκλησία μας.
«Εὐαγγελισμὸς» ἴσον «καλὴ εἴδησις». Καὶ ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ εἴδησις;

* * *

Ὁ ἄνθρωπος, ἀδελφοί μου, δὲν εἶνε ἕνα τυ­χαῖο δημιούρ­γημα, μία συμπαιγνία τῆς τύχης, μία χημι­κὴ ἕνωσις ἀπὸ τὴν σύνθεσι διαφόρων στοιχείων· εἶ­νε ἕνα καλλιτέχνημα, ἕνα μεγαλούργη­μα. Εἶ­νε εἰκό­να τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ πλάστη­κε «κατ᾽ εἰ­κό­να καὶ καθ᾽ ὁμοίωσίν» του (Γέν. 1,26).
Πλάστηκε νὰ ζῇ εὐτυχισμένος. Ἀλλὰ δυσ­τυ­­χῶς συνέβη σ᾽ αὐτὸν κάτι τραγικό. Ἕνας σεισμὸς ἀόρατος συνέσεισε τὴν ὕπαρξί του. Ἐνῷ ζοῦ­σε στὴν Ἐδέμ, παρέβη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἁ­­μάρτησε, καὶ ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὸν πα­ράδεισο. 
Ἔκ­το­τε ζῇ στὴ γῆ αὐτὴ μιὰ ζωὴ ἀθλία.
Νοσταλγεῖ τώρα. Σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς ὑ­πάρχει ὡς παράδοσι «ὁ ἀπολεσθεὶς παράδει­σος», ποὺ ἔγραψε ὁ Δάντης. Ὅ­λοι οἱ λαοὶ τῆς ὑφηλίου νοσταλγοῦν τὴν ὡ­ραία ἐκείνη ζωή, τὸν χρυσὸν αἰῶνα, τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι ζοῦ­σαν μὲ ἀγάπη καὶ εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη.
Νοσταλ­γοὶ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι τοῦ πρώτου ἐκείνου κόσμου, πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας.
 Ἀναστενάζουν γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ αὐ­τοὶ ἀκούγονται ἀπὸ τὰ στόματα ἐ­ξό­χων πνευμάτων (συγγραφέων, ῥητόρων, ἱ­στορικῶν καὶ φιλοσόφων) ὅλης τῆς γῆς.
Γιὰ νὰ φανῇ ὅτι αὐτὸς ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως ἦταν παγκόσμιος, ἀναφέρω τὸν Θουκυ­δίδη, ἐπιστήμονα ἱστορικό, ὁ ὁποῖος φιλοσοφώντας μπροστὰ στὰ φοβερὰ ἐγκλήματα τῆς ἱστορίας, ἔλεγε μελαγχολικά· δυστυχῶς, «πάν­τες οἱ ἄνθρωποι πεφύκασι τοῦ ἁμαρτάνειν», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶνε γεννημένοι νὰ ἁμαρτά­νουν. Τὸ ἴδιο νόημα κάποιος ἄλλος τὸ εἶπε ὡς ἑξῆς· «φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν οὐ ῥάδιον».
Ἕνας τραγικὸς ποιητής, ὁ Εὐριπίδης, περι­γράφοντας στὸ πρόσωπο τῆς Μήδειας τὴν ἐγ­κληματικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀναστενάζει καὶ λέει· Βλέπω τὸ καλό, καταλαβαίνω ποιό εἶ­νε, ἀλλὰ μέσα μου μία ἀκατανίκητη δύναμι (ὁ θυ­μὸς καὶ τὰ πάθη) καταργοῦν τὴ λογικὴ καὶ μοῦ ἐπιβάλλουν τὴ λογικὴ τῶν παθῶν.
Ἄλλος ποιητής, ὁ Σοφοκλῆς, ἔλεγε· «Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέ­λει»· πολλὰ τὰ φοβερὰ στὸν κόσμο τοῦ­το, μὰ δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ τρομερὸ ἀπ᾽ τὸν ἄν­θρωπο (Ἀντιγόνη στ. 332-333· Μιχ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί σ. 367).
Καὶ ὁ Αἰσχύλος ―πρὸ παντὸς αὐτός― ζωγράφισε τὴν τραγικότητα τοῦ ἀνθρώπου στὴ μορφὴ τοῦ Προμηθέως. Ὁ Προμηθεὺς εἶνε ὁ παραβάτης τοῦ θείου θελήματος, γιατὶ ἔκλεψε τὸ πῦρ ἀπὸ τοὺς θεούς. Καὶ τὸν παρουσιάζει νὰ εἶνε κατάδικος, δεμένος μὲ ἁλυσίδες ἐπάνω στὸν Καύκασο, καὶ κάθε μέρα ἕνα ὄρνεο νὰ ἔρχεται καὶ νὰ τοῦ κατασπαράζῃ τὸ συκώτι.
Αὐτὰ οἱ πρόγονοί μας, οἱ ἐθνικοί. Ἀπὸ τὸ ἄλ­­λο μέρος ἡ θεόπνευστη Βίβλος. Ἀκοῦμε τὸν Ἰὼβ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ βεβαιώνῃ· «Ποιός θὰ μείνῃ καθαρὸς ἀπὸ ῥύπο ἁμαρτί­ας; Οὔτε ἕνας, ἔστω κι ἂν ἡ ζωή του εἶνε μία μέ­ρα πάνω στὴ γῆ» (᾿Ιὼβ 14,4-5). Καὶ ὁ Δαυῒδ ψάλλει· «Ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐ­κίσσησέ με ἡ μήτηρ μου», μέσα σὲ ἀνομίες μὲ συνέλαβε καὶ μέσα σὲ ἐφάμαρτες ἐπιθυμί­ες ἔ­μεινε ἔγκυος ἡ μητέρα μου (Ψαλμ. 50,7).
Ὅλοι λοιπὸν οἱ λαοί, καὶ Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀ­σιᾶται, καὶ Κινέζοι καὶ Ἰάπωνες καὶ Ἀμερικανοὶ καὶ Ἀφρικανοί, ζητοῦν λύτρωσι. Εἶνε παγ­κόσμιος ὁ πόθος τῆς λυτρώσεως.
Μὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ λυτρω­θῇ μόνος του. Γι᾽ αὐτὸ ἦρθε στὸν κόσμο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἦρθε! Εἶνε τὸ πιὸ μεγάλο, τὸ κοσμο­ϊστορικὸ γεγονός.
 Ἦρθε ὡς υἱὸς ἀνθρώπου. Γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία.
Καὶ ἐδῶ οἱ ὀρθολογισταὶ ἐκφράζουν ἀντιρρή­σεις· Εἶνε δυνα­τὸν μία παρθένος νὰ γεννήσῃ;
Τί ἔχουμε ν᾽ ἀπαντήσουμε; 
Ἔχουμε μπροστά μας ἕνα μυστήριο. Ἀλλὰ τοὺς ἐρωτοῦμε· Εἶνε αὐτὸ τὸ μόνο μυστήριο; 
Τὸ μυστήριο ἁ­πλώνεται παντοῦ γύρω μας. Εἶνε γεμᾶτος ὁ κόσμος ἀπὸ μυστήρια. 
Τί εἶνε βαρύτης; τί εἶ­νε ἠλεκτρισμός; τί εἶνε μαγνητισμός; τί εἶνε ἀτομικὴ ἐνέργεια;… 
Ἡ ἐπιστήμη ἀκόμα ἐρευ­νᾷ, καὶ κυρίως περιγράφει· δὲν ἐξηγεῖ, δὲν εἰσ­έρχεται στὸ βάθος, στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων. Ἀπὸ τὶς οὐ­ράνιες σφαῖρες μέχρι τὸ ἄτομο τῆς ὕλης, παν­τοῦ μυστήρια. 
 Ἂς λύσουν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι πρῶτα τὰ μυστήρια τοῦ φυσικοῦ κό­σμου, καὶ μετὰ ἂς τολμοῦν ν᾽ ἀμφισβητοῦν πραγματικότητες τοῦ ὑπερφυσικοῦ κόσμου.
Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ πιὸ σοφοῦ, εἶνε πολὺ μικρή. Πάντοτε θὰ ἀληθεύῃ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Σωκράτης· «Ἓν οἶδα, ὅτι οὐ­δὲν οἶ­δα». Ταπεινώσου λοιπόν, ἄνθρωπε, μπροστὰ στὸ μέγα μυστήριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Πίστεψε ὅπως πίστευε ἡ ταπεινὴ γιαγιά σου, ὅ­πως πίστευαν οἱ γενεὲς τῶν προγόνων μας, ὅ­πως πί­στευαν οἱ ἥρωες τοῦ ᾽21. Ἀγράμματοι αὐ­τοί, ἀλλὰ εἶχαν φόβο καὶ πίστι Θεοῦ, κι ἀγαποῦ­σαν τὴν Παναγία. Ν᾽ ἀναφέρω παραδείγμα­τα;
 Ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ γέρος τοῦ Μοριά. Ὅταν ὁ Ἰμ­πραὴμ σάρωνε τὴν Πελοπόννησο καὶ σκόρπιζε πανικό, αὐτὸς μόνο δὲν ἔχασε τὴν ἐλπίδα. Μπῆκε σ᾽ ἕ­να ᾽ξωκκλήσι τῆς Παναγιᾶς, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε. Ὅταν βγῆκε ἔλαμ­πε. Καὶ τί εἶπε; Μιὰ προφητεία· «Ἡ Παναγία ὑ­πέγραψε τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος, καὶ δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφή της». 
 Ἀκόμη περισσότερο πίστευε ὁ Μακρυγιάννης, ἀγωνιστὴς ποὺ τὸ κορμί του ἦταν κόσκινο ἀπὸ τὶς σφαῖρες. Εἶχε στὸ σπίτι του μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ κάθε βράδυ μὲ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του γονάτιζε καὶ προσευχόταν. Τὸν ἐπισκέφθηκε κάποτε ἕνας Γάλλος ἀπὸ τὸ Παρίσι, πολιτικάντης ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀ­θε­ϊστικὲς ἰδέες τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, καὶ βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ χλευάσῃ τοὺς ἀγωνιστὰς ἐκείνους. 
―Ἀγράμματοι εἶστε, λέει, καὶ καταφεύγετε σὲ εἰκονίσματα, προσευχές, κεριὰ καὶ λιβάνια. Αὐτὰ εἶνε πράγματα μπόσικα (ἀσθενῆ δηλαδή). Λέτε, πὼς ὁ Χριστὸς ἔμεινε ἐννιὰ μῆνες μέσ᾽ στὴν κοιλιὰ τῆς Παναγιᾶς. Τί εἶν᾽ αὐτά; Ἐμεῖς οἱ μορφωμένοι δὲν τὰ πιστεύουμε. 
 ―Λάθος κάνεις, κύριε, τοῦ λέει ὁ Μακρυγιάννης. Γιά βγὲς ἔξω, ῥίξε μιὰ ματιὰ στὴ φύσι· δὲς τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἄστρα.
 Ποῖος τὰ ἔκανε αὐτὰ ὅλα; Ὁ Θεός. Ἔ, αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὸ σύμπαν, δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ καὶ αὐτό, ποὺ εἶνε εὐκολώτερο, νὰ γεννηθῇ δηλαδὴ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ γυναῖκα;…
Ὁ ἁ­πλὸς λαός μας νιώθει τὴν ἔννοια τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» καὶ πανηγυρίζει τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ στὴν Τῆνο καὶ παντοῦ, κι ἂς μὴ γνωρίζῃ τὴν ἀκριβῆ μετάφρασι τῆς λέξεως κι ὅτι εἶνε σύνθετη ἀπὸ τὸ «εὖ» καὶ τὸ «ἀγγέλλω».

* * *

Τί εἶνε, ἀγαπητοί μου, ὁ Εὐαγγελισμός; 
Σᾶς δίνω μιὰ εἰκόνα καὶ τελειώνω. Εἶνε τὸ οὐράνιο τόξο.
 Ὅπως τὸν καιρὸ τοῦ Νῶε τὸ οὐράνιο τόξο ἦταν σημάδι ὅτι σταμάτησε ὁ κατακλυσμός, ἔτσι καὶ τὸ σημερινὸ μήνυμα τοῦ ἀρ­χαγγέλου Γαβριὴλ σκορπίζει τὴν ἐλπίδα στὴν ἀνθρωπότητα.
 Ποιά ἐλπίδα; 
Ὅτι ἡ τραγῳδία ―ναί, διότι τραγῳδία εἶνε ἡ ζωή, ὄχι διασκέδασι καὶ ἀπόλαυσι―, ἡ τραγῳδία δὲν θὰ διαι­ωνισθῇ. 
Ἄρχισε ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, καὶ συνεχίζεται μὲ δράματα ἀτομικά, οἰκογενειακά, ἐθνικά, πανανθρώπινα, μὲ πολέμους, αἱ­μα­τοχυσίες καὶ ἐρείπια. Ὣς ποῦ θὰ πάῃ;
Ἡ τραγῳδία αὐτὴ θὰ λήξῃ! Αὐτὸ σημαίνει ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
 Δὲν θὰ νικήσουν οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις, ὄχι· θὰ νικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ φωτός. Δὲν θὰ νικήσῃ τὸ σκότος, θὰ νικήσῃ τὸ φῶς· δὲν θὰ νικήσῃ ἡ ἀδικία, θὰ νικήσῃ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ εὐπρέπεια· δὲν θὰ νικήσῃ τὸ ψεῦδος, θὰ νικήσῃ ἡ ἀλήθεια· δὲν θὰ νικήσῃ ὁ σατανᾶς, ὅπως κι ἂν παρουσιάζεται διὰ μέσου τῶν αἰώνων, θὰ νικήσῃ ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
«Εὐαγγελίζου» λοιπόν, «γῆ, χαρὰν μεγάλην· αἰνεῖτε, οὐρανοί, Θεοῦ τὴν δόξαν» (θ΄ ᾠδὴ Εὐαγγ.).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης Τρίτη 25-3-1980)

απο το augoustinos-kantiotis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου