Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Κυριακή της Σαμαρείτιδος- Δίψα και πείνα


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Πράξ. ια΄19-30
 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ἰωάν. δ΄ 5-42
Ἦχος δ´.– Ἑωθινόν: Ζ´
ΔΙΨΑ ΚΑΙ ΠΕΙΝΑ
   Ἦταν ἤδη μεσημέρι, γύρω στὶς 12 ἡ ὥρα, ὅταν ὁ Κύριος ­κάθισε στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Βάδιζε μὲ τοὺς μαθητές Του πρὸς τὴ Γαλιλαία καὶ περνοῦσαν μέσα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια. Ἐκεῖ, κοντὰ στὴν πόλη Συχάρ, σταμάτησε κατάκοπος ὁ Κύ­­ριος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία δίπλα στὸ πηγάδι. Διψοῦσε. 
Οἱ μα­θητὲς εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ νὰ ­ἀγοράσουν τρόφιμα. 
Καὶ καθὼς εἶδε μία Σαμαρείτιδα ποὺ ἦρθε στὸ
πηγάδι γιὰ νὰ ἀντλήσει νερό, τῆς ζήτησε νὰ Τοῦ δώσει νὰ πιεῖ. 
Ξαφνιάστηκε ἡ γυναίκα καὶ μό­νο ποὺ τῆς μίλησε, διότι ἦταν γνωστὴ ἡ ἔχθρα μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν. 
Ὡστόσο ὁ Κύριος δὲν ἤθελε τὸ νερὸ μό­νο γιὰ νὰ ξεδιψάσει.

Ζητοῦσε εὐκαιρία νὰ μιλήσει γιὰ κάποιο ἄλλο νερό. Γι’ αὐτὸ καὶ τῆς εἶπε:
   Ἐὰν γνώριζες τὴ δωρεὰ ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀν­θρώπους, καὶ ποιὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ σοῦ λέει τώρα, δός μου νὰ πιῶ, ἐσὺ θὰ Τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε «ὕδωρ ζῶν»· νε­­ρὸ τρεχούμενο, ποὺ δὲν στε­ρεύ­­­ει ποτέ. 
   Ἀπόρησε ἡ γυναίκα: 
   Κύριε, οὔτε δοχεῖο ἔχεις γιὰ νὰ ἀντλήσεις νερό, ἀλλὰ καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀ­­­πὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ ἀ­­­στείρευτο νερό;... Ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν ἐννοοῦσε τὸ νε­­ρὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Καὶ τῆς τὸ ἐξήγησε:
  Ὅποιος πίνει ἀπὸ τὸ ­νε­ρὸ αὐτό, θὰ διψάσει πάλι. Ἐ­­­κεῖ­­νος ὅμως ποὺ θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ ­διψάσει ποτὲ στὸν αἰ­ώνα· ἀλλὰ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω θὰ μεταβληθεῖ μέ­σα του σὲ «πη­­γὴ ὕδατος ἁλ­λομένου εἰς ζωὴν αἰώνι­ον»· πη­γὴ νε­­ροῦ ποὺ δὲν θὰ στερεύει, ἀλλὰ θὰ ἀναβλύζει καὶ θὰ ἀ­­­ναπηδᾶ καὶ θὰ τρέχει πάν­τοτε γιὰ νὰ τοῦ μεταγ­γί­ζει ζωὴ αἰώνια. 
   Ἐντυπωσιασμένη ἡ γυναίκα, ζήτησε νὰ λάβει ἀπὸ τὸ ἀστείρευτο αὐτὸ νερό, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχει καταλάβει περὶ τίνος πρόκειται. 
   Ὁ Κύριος ὡς «ὕδωρ ζῶν» δὲν ἐννοοῦσε τὸ ­τρεχούμενο νερὸ κάποιας πηγῆς. Ὁ Ἴ­­διος τὸ ὀνόμασε ­«δωρεὰ τοῦ Θεοῦ» κι ἔτσι ­ἀποκάλυψε τὴν πνευματική του ­διά­­στα­ση. ­Ἄλ­λωστε σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ ἱερὸς ­Εὐαγγελιστὴς ἐξηγεῖ σα­φῶς ὅτι τὸ «ζῶν ὕδωρ» ἀναφέρεται στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο ­μεταδίδει ζωή, φῶς, ­δύναμη καὶ ­ἀλήθεια. ­
Πρό­κειται λοιπὸν γιὰ τὴ ­χάρη τοῦ ­Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ σὰν πνευ­μα­τικὸ ­νε­ρὸ κα­­­θαρίζει, ­δροσίζει, ­πα­ρη­γορεῖ καὶ ζωο­ποι­εῖ τὶς ψυ­χές, χωρὶς νὰ στερεύει ποτέ. 
Αὐτὸ τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν» εἶναι ποὺ ξεδιψᾶ τὴν ψυχή μας καὶ ἱκανοποιεῖ ὅλες τὶς ­ἐπιθυμίες της γιὰ δόξα, εὐτυχία καὶ ἀληθινὴ γνώση. Αὐτὸ δὲ τὸ «ζῶν ὕδωρ» μποροῦμε νὰ τὸ ­γευθοῦμε μόνο μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, μὲ τὴ ­συμ­μετοχή μας στὰ ἅγια Μυστήρια καὶ τὴν κοινωνία ἀγάπης μὲ τοὺς ἀδελφούς μας. 
  
 Ὡστόσο ὑπάρχει καὶ κάποια βασικὴ προϋπόθεση γιὰ νὰ καταστεῖ ἡ καρδιά μας δεκτικὴ στὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ: νὰ μετανοήσουμε.
   Στὴ μετάνοια ὁδήγησε ὁ ­Θεάνθρωπος καὶ τὴ Σαμαρείτιδα. Τῆς ἀπεκάλυψε κάπως τὶς παρεκτροπὲς καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ ποὺ ἀκολουθοῦσε μέχρι τότε, τῆς μίλησε γιὰ τὴν εὐάρεστη λατρεία στὸ Θεὸ καί, τέλος, τῆς ἀπεκάλυψε τὴ ­μεγά­λη ἀλήθεια ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ Μεσσίας Χριστὸς ποὺ προσδοκοῦσε νὰ συναντήσει: «ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι», τῆς εἶπε. 

  Σὰ νὰ ἔβγαλε τότε φτερὰ στὰ πόδια ἡ γυναίκα ἐκείνη, ἔτρεξε στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀναγγείλει τὴν ἄφιξη τοῦ Μεσσία καὶ νὰ καλέσει κι ἄλλους νὰ Τὸν γνωρίσουν. 
   Στὸ μεταξὺ ἐπέστρεψαν οἱ μαθητὲς κι ἔφεραν στὸν Κύριο τροφή.
 Ἐκεῖνον ὅμως δὲν Τὸν ἀπασχολοῦσε τὸ ὑλικὸ φαγητό. 
Εἶπε: «ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον»· δικό μου φαγητό, ποὺ μὲ χορταίνει καὶ μὲ τρέφει, εἶναι νὰ κάνω πάντοτε τὸ θέλημα Ἐκείνου ποὺ μὲ ἀπέστειλε στὸν κόσμο καὶ νὰ ὁλο­κλη­ρώσω τὸ ἔργο Του, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀν­θρώ­πων.
   Αὐτὴ τὴν κλήση σωτηρίας δέχθηκε ὄχι μόνο ἡ Σαμαρείτιδα ἀλλὰ καὶ οἱ συμ­πα­τριῶτες της. Διότι «πολλοὶ τῶν Σαμαρει­τῶν ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός»· μάλιστα παρεκάλεσαν τὸν Κύριο Ἰησοῦ νὰ μείνει μαζί τους. Πράγματι, ὁ Χριστὸς ἔμεινε ἐκεῖ δύο μέρες καί, κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, ὅλο καὶ περισσότεροι πίστευαν σ’ Αὐτόν.

  Αὐτὴ ἦταν ἡ μεγαλύτερη ­ἱκανοποίηση γιὰ τὸν Κύριο. Νὰ ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς καὶ νὰ βλέπει ψυχὲς νὰ μετανοοῦν καὶ νὰ ὁδηγοῦνται στὴ σωτηρία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ φυσικὴ πείνα δὲν Τὸν ἀπασχολοῦσε ἐκείνη τὴν ὥρα. Ἦταν ἀπορροφημένος στὸ ἔργο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν Σαμαρειτῶν.
   Πόσο ἀπέχουμε ἐμεῖς ποὺ φροντίζουμε μὲ σχολαστικότητα τὴ διατροφή μας καὶ μάλιστα προσέχουμε ἰδιαίτερα νὰ τρῶ­με ὑγιεινὰ καὶ ἀπολαυστικά φαγητά! Μακάρι νὰ δείχναμε ἀνάλογη φροντίδα καὶ γιὰ τὴν πνευματική μας τροφοδοσία: γιὰ τὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐφαρμογή του στὴ ζωή μας. 
Μακάρι κι ἐμεῖς νὰ εἴχαμε αὐτὸ τὸν σφοδρὸ πόθο ποὺ ἐκφράζεται στὴν «Κυριακὴ προσευχὴ» μὲ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», ὥστε αὐτὸ νὰ εἶναι ἡ τροφὴ καὶ ἡ ἀπόλαυσή μας: 
Τὸ πῶς δηλαδὴ θὰ ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἐργαζόμαστε, ὥστε νὰ σώζονται πολλὲς ψυχὲς καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

απο τις http://aktines.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου