Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Δραχμή: Να ξέρουμε για τι ομιλούμε


Του Γεώργιου Ι. Μάτσου

Όσοι τάσσονται υπέρ της ρήξης φρονούν, φαίνεται, ότι με χρεωκοπία και δραχμή θα είναι όλα όμορφα και ότι η χρηματοδότηση του κράτους και της οικονομίας μας θα αποκατασταθεί περίπου την άλλη στιγμή.
Η αλήθεια είναι ότι
επικρατούν διάφορες δημόσιες παρεξηγήσεις για τη δραχμή.
Η δαιμονοποίησή της το 2012 δεν βοήθησε την δημόσια γνώση. 

Υπάρχουν ένθεν κακείθεν υπερβολές και σφάλματα.
Παρεξήγηση πρώτη: 
Η δραχμή, φρονούν οι υποστηρικτές του ευρώ, δεν θα είναι ανταλλάξιμη με άλλα νομίσματα και συνεπώς «δεν θα μπορούμε να αγοράζουμε τρόφιμα και φάρμακα». Αυτό είναι εσφαλμένο.
 Η ανταλλαξιμότητα ενός νομίσματος καθορίζεται από τον ίδιο τον εκδότη του. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος θα δέχεται να μετατρέπει ελεύθερα τα ξένα νομίσματα από και σε δραχμές, τότε δεν θα υπάρχει πρόβλημα ανταλλαξιμότητας. Η επάρκεια ξένου συναλλάγματος είναι άλλο ζήτημα, αλλά πάντως αντιμετωπίσιμο.
Αν όμως το πρόβλημα της δραχμής δεν θα είναι η μη ανταλλαξιμότητά της, όπως εσφαλμένα νομίζουν οι περισσότεροι υποστηρικτές του ευρώ, αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτε.

Εδώ υπεισέρχεται η δεύτερη και σημαντικότερη παρεξήγηση εκ μέρους των υποστηρικτών της δραχμής: 
Τυχόν νέο νόμισμα δεν θα είναι καθόλου ελκυστικό στην απαρχή του. Κανένας δεν θα το εμπιστεύεται, διότι δεν θα γνωρίζουμε, στην αρχή τουλάχιστον, πώς ακριβώς θα το μεταχειριστεί η κυβέρνηση: Θα είναι πληθωριστικό ή όχι; Θα χρησιμοποιηθεί η έκδοσή του για το κτίσιμο πελατειακού κράτους ή θα γίνει συνετή νομισματική διαχείριση; Θα τεθούν συναλλαγματικοί περιορισμοί και αν ναι, ποιας βαρύτητας, ποιου χρονικού ορίζοντα, ποιας αξιοπιστίας;
Μέχρις ότου υπάρξουν στοιχειώδεις ενδείξεις περί της νέας εθνικής νομισματικής πολιτικής, θα υπάρχει αναπόφευκτο πρόβλημα εμπιστοσύνης απέναντι στο νέο νόμισμα. Κανένας δεν θα θέλει δραχμές. Αυτό θα προκαλέσει γρήγορη και οξεία υποτίμηση. Η αξία τους θα κατρακυλά συνεχώς, μέχρις ότου αναφανεί αξιόπιστη νομισματική πολιτική.
Εάν όμως η αρχική νομισματική πολιτική δημιουργήσει πληθωρισμό, τότε είναι βέβαιο ότι η κρίση αξιοπιστίας του νέου νομίσματος θα συνεχιστεί και μετά το αρχικό στάδιο εισαγωγής του.
Πρακτικά, το πρόβλημα αξιοπιστίας της δραχμής θα αντανακλασθεί στην κατακόρυφη πτώση της δυνατότητας εισαγωγών. 

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός σούπερ-μάρκετ: 
Σήμερα το Σ/Μ εισπράττει ευρώ από τους πελάτες του και εισάγει αγαθά, πληρώνοντας με αυτά τα ευρώ που εισπράττει. 
Αν αύριο το Σ/Μ εισπράττει δραχμές, τότε, για να αγοράσει αγαθά από το εξωτερικό θα πρέπει 
α) να υπάρχει συναλλαγματική επάρκεια για την καταβολή του αντιτίμου σε ξένο νόμισμα, διότι ο αλλοδαπός εξαγωγέας δεν θα δεχθεί δραχμές και
 β) να πληρώσει πολύ περισσότερες υποτιμημένες δραχμές για να αγοράσει αυτό το συνάλλαγμα.

Η μείωση δηλαδή της αγοραστικής δύναμης των πελατών του Σ/Μ λόγω υποτίμησης θα μεταφερθεί αυτόματα στο ίδιο το Σ/Μ, που θα μπορεί να εισαγάγει πολύ λιγότερα αγαθά από ό,τι όταν εισέπραττε ευρώ. Αυτό θα φέρει ελλείψεις στην αγορά, ανατιμήσεις, δημιουργία μαύρης αγοράς, όπου οι πανικόβλητοι καταναλωτές θα ανταλλάσσουν αποθησαυρισμένα ευρώ για είδη πρώτης ανάγκης.
Μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση και να πάμε, κατά τον κ. Λαπαβίτσα, σε προβλήματα διάρκειας μόνον «μερικών εβδομάδων»; 
Θεωρητικά, ασφαλώς και θα μπορούσε. 
Όμως η πραγματικότητα θα αποδειχθεί εντελώς διαφορετική.

Καταρχάς, ας σκεφθούμε για ποιο λόγο επιζητείται από όσους επιζητείται η επιστροφή στη δραχμή: 
 Προκειμένου να μην χρειαστεί να ληφθούν «μνημονιακά» μέτρα λιτότητας και, άρα, να χαλαρώσει έτσι το σημερινό καθεστώς νομισματικής σταθερότητας εντός του ευρώ.

Εξ ορισμού δηλαδή ομιλούμε για νόμισμα λιγότερο σταθερό και αξιόπιστο από το ευρώ. Άρα, για νόμισμα το οποίο θα είναι λιγότερο ελκυστικό από το ευρώ, που δεν θα το θέλουν στις τσέπες τους οι συναλλασσόμενοι (επιχειρήσεις και καταναλωτές).

Εφόσον οι προσδοκίες που έχουν συνδεθεί με τη δραχμή από τους οπαδούς της ρήξης είναι ακριβώς η χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και, συνεπώς, η διατήρηση και επαύξηση του πελατειακού κράτους, μπορεί κανείς να αναμένει ότι οι πολιτικές απαιτήσεις για «δραχμική» χρηματοδότηση του νέου αυτού πελατειακού κράτους θα είναι αυξημένες. Συνεπώς, η αξιοπιστία του νέου νομίσματος θα τρωθεί κι άλλο.
Εάν όμως η νέα δραχμή δεν επιχειρήσει αμέσως να δημιουργήσει «καλό όνομα», δηλαδή αντιπληθωριστική φήμη, τα προβλήματα ανεφοδιασμού στην αγορά δεν θα παύσουν εντός ολίγων εβδομάδων, αλλά θα συνεχιστούν για απρόβλεπτα μακρό χρονικό διάστημα. Πολύ δε περισσότερο, εάν παραλλήλως δημιουργηθούν δομές και συμφέροντα μαύρης αγοράς αγαθών πρώτης ανάγκης.

Περαιτέρω, το υφεσιακό σοκ της χρεωκοπίας θα επιφέρει και άλλη απώλεια εισοδήματος. Διαφορετικό πράγμα η εισαγωγή εθνικού νομίσματος επειδή έτσι επέλεξες, και διαφορετικό να το εισαγάγεις ηττημένος και ταπεινωμένος συνεπεία πολύχρονης, ανεπίλυτης κρίσης. Και παρά το ότι το χειρότερο (χρεωκοπία και δραχμή) θα είναι ήδη πίσω μας, θα συμβεί ό,τι και με τους σεισμούς: Ενώ είναι παράλογο να φοβάται κανείς το σεισμό όταν ήδη έχει συμβεί, ο φόβος μετά είναι ανίκητος. Ομοίως, το φάντασμα της επελθούσης χρεωκοπίας θα στοιχειώσει για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα την ελληνική οικονομία.
Δεν χρειάζεται καν να μνημονευθούν τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος, που θα αντανακλασθούν αμέσως στην ιδιωτική οικονομία.
Πώς θα απέφευγε η οικονομία εντός της δραχμής τα παραπάνω προβλήματα; Μόνον ακολουθώντας πολιτική αποφυγής του πληθωρισμού μέσω της νομισματικής χρηματοδότησης. Ακολουθώντας δηλαδή πολιτική... λιτότητας! Και μάλιστα πολύ σκληρότερης από τη σημερινή, λόγω της κατάρρευσης εσόδων εκ του υφεσιακού σοκ.
Μια τέτοια πολιτική, όμως, δεν θα υιοθετούνταν από τους υποστηρικτές της ρήξης, διότι η ρήξη επιδιώκεται ακριβώς για να αποφευχθεί η πολιτική της λιτότητας. Πολιτικά λοιπόν το σενάριο της κατάρρευσης της αξιοπιστίας της δραχμής μοιάζει η φυσιολογική εξέλιξη της ρήξης.

Είναι φανερό ότι στην παρούσα στιγμή, η ορθή λύση είναι να συμφωνήσουμε άμεσα, έστω και με βαρύ κόστος, με τους δανειστές, όσο είμαστε ακόμη στο ευρώ.
Δυστυχώς η κυβέρνηση δεν εξάγει ορθά συμπεράσματα από τη διαχείριση της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου: Ενώ τότε θα μπορούσε να είχε κλείσει συμφωνία ανάλογη του e-mail Χαρδούβελη, άφησε τα πράγματα να χειροτερέψουν τόσο, ώστε να χρειάζονται σήμερα μέτρα πολλαπλάσια για την επίτευξη των ίδιων (ή χαλαρότερων!) δημοσιονομικών στόχων.

Το ίδιο θα συμβαίνει συνεχώς από εδώ και πέρα: Κάθε καθυστέρηση, θα αυξάνει την ανάγκη νέων μέτρων.
Και ενώ στο τέλος όλο και περισσότεροι θα αποζητούν τη δραχμή τάχα για να «λυτρωθούν», αυτό που θα πάρουν θα είναι ανεπάρκεια αγαθών, πραγματική ανθρωπιστική κρίση και οικονομική καταστροφή που όμοια έζησε ο Ελληνισμός μόνον στην Κατοχή.
Με τη διαφορά ότι η σημερινή κρίση θα είναι εκούσια και θα την έχουμε προκαλέσει μόνοι μας, με άφρονες και ανεδαφικές προσδοκίες και επιδιώξεις.



* Ο κ. Γεώργιος Ι. Μάτσος είναι Δ.Ν., Δικηγόρος


www.mtk-law.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου